ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΑ — Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΟΡΑΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ.

Από Γιάννη Ζαχαρόπουλο

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,

σας αποστέλλω ανοικτή επιστολή σχετικά με ένα ζήτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση στα Χανιά και αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται, σχεδιάζει και εφαρμόζει τις πολιτικές προστασίας από τη βία. Το ζητούμενο δεν είναι η υπεράσπιση οποιουδήποτε δράστη ούτε η υποβάθμιση της ανάγκης ψυχολογικής ή κοινωνικής στήριξης ενός ανθρώπου που μπορεί να έχει προηγουμένως υποστεί κακοποίηση. Το ζητούμενο είναι η σαφής διάκριση μεταξύ θύματος και φερόμενου δράστη, η προτεραιότητα της προστασίας του παιδιού και η εφαρμογή ενιαίων, ουδέτερων και τεκμηριωμένων κριτηρίων ανεξαρτήτως φύλου.

Η επιστολή θέτει παράλληλα ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: εάν η Ελλάδα διαθέτει πραγματικά ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας όλων των παιδιών και εάν οι ανάγκες των αγοριών, των εφήβων και του ανδρικού πληθυσμού αντιμετωπίζονται με την ίδια θεσμική ορατότητα.Δεν ζητείται ειδική μεταχείριση υπέρ των ανδρών. Ζητείται ισότητα στην προστασία, στην πρόληψη, στην κοινωνική πολιτική και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες.

 ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΑ — Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΟΡΑΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΙΚΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟ

1. Η υπόθεση των Χανίων και το θεμελιώδες ερώτημα της παιδικής προστασίας

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Η υπόθεση του μόλις 17 ημερών βρέφους στα Χανιά, το οποίο υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και νοσηλεύθηκε σε ΜΕΘ, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως μία μεμονωμένη ποινική υπόθεση. Σύμφωνα με το ΕΡΤnews, η 18χρονη μητέρα κατηγορείται για ενδοοικογενειακή βία και βαριά σωματική βλάβη, ενώ μετά την απολογία της αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων απαγόρευση να πλησιάσει ή να δει το βρέφος, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση παρουσίας σε Αστυνομικό Τμήμα και παρακολούθηση προγράμματος ψυχολογικής υποστήριξης. Η ίδια αρνείται ότι είχε πρόθεση να το βλάψει και η δικαστική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα επειδή, σύμφωνα με ανακοίνωση του «Χαμόγελου του Παιδιού», η σημερινή 18χρονη είχε υπάρξει η ίδια αντικείμενο αναφοράς για σωματική κακοποίηση ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών, ενώ ο Οργανισμός αναφέρει ότι το 2013 είχε διαβιβάσει σχετική αναφορά στην αρμόδια Εισαγγελία και ότι το 2022 είχε υπάρξει επίσης εμπλοκή του σε περιστατικό που αφορούσε την τότε 14χρονη. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει ούτε προδικάζει την ποινική ευθύνη για όσα φέρεται να συνέβησαν στο βρέφος. Αναδεικνύει όμως ένα βαθύτερο ερώτημα δημόσιας πολιτικής: εάν ένα παιδί που έχει καταγραφεί ως θύμα βίας μπορεί να παραμείνει επί χρόνια εκτεθειμένο σε έναν μη επαρκώς αντιμετωπισμένο κύκλο κακοποίησης και, τελικά, να βρεθεί στην ενήλικη ζωή του σε μία κατάσταση όπου ένα δικό του παιδί βρίσκεται σε κρίσιμο κίνδυνο, τότε το κράτος δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων ποινική διαχείριση. Οφείλει να εξετάζει την αποτελεσματικότητα ολόκληρης της αλυσίδας παιδικής προστασίας: αναφορά, αξιολόγηση κινδύνου, εισαγγελική παρέμβαση, κοινωνική υπηρεσία, θεραπευτική παρακολούθηση, συνέχεια φροντίδας και επανεκτίμηση του κινδύνου.

2. Το θύμα πρέπει να παραμένει το κέντρο της προστασίας — ανεξάρτητα από το φύλο του δράστη

Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε η ανακοίνωση του «Χαμόγελου του Παιδιού», σύμφωνα με την οποία κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι της Εθνικής Γραμμής SOS 1056 επικοινώνησαν με την Κοινωνική Υπηρεσία του Νοσοκομείου και την αρμόδια αστυνομική υπηρεσία, προσφέροντας υπηρεσίες με στόχο την υποστήριξη τόσο του βρέφους όσο και της 18χρονης μητέρας. Η παροχή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε ένα πρόσωπο που κατηγορείται για πράξη βίας δεν είναι καθεαυτή θεσμικά προβληματική και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της ποινικής διαδικασίας. Ένας άνθρωπος μπορεί ταυτόχρονα να έχει υπάρξει θύμα στο παρελθόν και να ελέγχεται ποινικά για πράξεις που φέρεται να τέλεσε αργότερα. Η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να αντιμετωπίζει και τις δύο διαστάσεις χωρίς να συγχέει τις θέσεις θύματος και κατηγορουμένου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ιεράρχηση της προστασίας: όταν ένα βρέφος βρίσκεται σε ΜΕΘ, η δημόσια και θεσμική επικοινωνία πρέπει να καθιστά απολύτως σαφές ότι το παιδί είναι ο άμεσος φορέας προστασίας και δικαιωμάτων, ενώ η υποστήριξη του κατηγορουμένου αποτελεί διαφορετική υπηρεσιακή και θεραπευτική λειτουργία, η οποία δεν πρέπει να δημιουργεί εντύπωση εξίσωσης των δύο ρόλων. Η διάκριση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζουμε την αντίστροφη περίπτωση: ένα αγόρι που κακοποιείται από τη μητέρα του, από άλλη γυναίκα του οικογενειακού περιβάλλοντος ή από οποιονδήποτε άλλο δράστη πρέπει να αναγνωρίζεται με την ίδια θεσμική καθαρότητα ως παιδί-θύμα. Δεν μπορεί να υπάρχει ένα σύστημα προστασίας που αναγνωρίζει ευκολότερα το παιδί ως θύμα όταν η υπόθεση ταιριάζει στο κυρίαρχο πρότυπο της έμφυλης βίας και δυσκολότερα όταν το θύμα είναι αγόρι ή ο δράστης γυναίκα.

3. Τα ίδια τα κρατικά δεδομένα επιβάλλουν πολιτική ουδετερότητα στην προστασία των παιδιών

Το ζήτημα δεν στηρίζεται σε μία αφηρημένη απαίτηση «ισορροπίας». Η ίδια η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025–2030 καταγράφει ότι τα ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας αυξήθηκαν από 1.760 το 2023 σε 3.542 το 2024. Ο αναλυτικός πίνακας της στρατηγικής καταγράφει για το 2024 1.686 αγόρια και 1.865 κορίτσια ως ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Συνεπώς, τα αγόρια δεν αποτελούν μία περιθωριακή υποκατηγορία παιδιών που περιστασιακά εμφανίζεται στα δεδομένα· αποτελούν σχεδόν το ήμισυ των καταγεγραμμένων ανήλικων θυμάτων στη συγκεκριμένη κατηγορία. Παράλληλα, τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας για το πρώτο δεκάμηνο του 2024 κατέγραψαν 5.583 άνδρες θύματα αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας έναντι 15.571 γυναικών. Τα δεδομένα αυτά ασφαλώς δεν αποδεικνύουν ότι άνδρες και γυναίκες υφίστανται την ίδια συχνότητα, ένταση, μορφή ή συνέπεια βίας· ούτε επιτρέπουν να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των καταγεγραμμένων ενηλίκων θυμάτων. Αποδεικνύουν όμως κάτι απολύτως διαφορετικό και πολιτικά κρίσιμο: η ανδρική και αγορίστικη θυματοποίηση είναι μετρήσιμη πραγματικότητα και συνεπώς δεν μπορεί να απουσιάζει από τον σχεδιασμό δημόσιας πολιτικής. Η ισότητα ενώπιον του κράτους δεν απαιτεί να παρουσιάζονται όλοι οι πληθυσμοί ως στατιστικά ίδιοι· απαιτεί, όταν υπάρχουν πραγματικές διαφορές, αυτές να οδηγούν σε τεκμηριωμένη πολιτική και όχι σε αορατότητα μιας κατηγορίας θυμάτων.

4. Το πραγματικό έλλειμμα βρίσκεται στην πολιτική υποδομή και στην ορατότητα των ανδρών

Η Ελληνική Πολιτεία έχει πράγματι αναπτύξει σημαντικό μηχανισμό αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει εξειδικευμένες υπηρεσίες και μηχανισμούς προστασίας. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ο ισχυρισμός ότι «δεν υπάρχει καμία προστασία για άνδρες». Το πρόβλημα είναι η αναλογία ανάμεσα στην αναγνωρισμένη ανάγκη και στην εξειδικευμένη, ορατή και προσβάσιμη υποδομή που διατίθεται στους άνδρες και στα αγόρια. Η Πολιτεία έχει δημιουργήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο πολιτικών για τη βία κατά των γυναικών και ειδικό δίκτυο δομών και γραμμών που επικοινωνούνται ρητά προς τις γυναίκες, ενώ ταυτόχρονα τα επίσημα στοιχεία αναγνωρίζουν χιλιάδες άνδρες θύματα. Η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί δεν είναι εάν οι υπηρεσίες για γυναίκες πρέπει να καταργηθούν — ασφαλώς όχι. Είναι εάν ένας άνδρας που φοβάται να καταγγείλει βία γνωρίζει με την ίδια σαφήνεια πού θα απευθυνθεί, εάν υπάρχει αντίστοιχα ορατή δυνατότητα ασφαλούς προσωρινής στέγασης, εάν οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής έχουν εκπαιδευτεί ώστε να αναγνωρίζουν την ανδρική θυματοποίηση και εάν τα αγόρια έχουν πληροφορηθεί από το σχολείο και τις δημόσιες υπηρεσίες ότι μπορούν να είναι θύματα και δικαιούνται προστασία. Το ίδιο ισχύει για την ψυχική υγεία, την οικογενειακή πολιτική, την εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική πολιτική. Η εθνική στρατηγική για τα παιδιά δηλώνει ως στόχο την προστασία των παιδιών από όλες τις μορφές βίας και την ανάπτυξη διυπουργικών συνεργειών. Η συνέπεια αυτής της αρχής πρέπει να είναι πρακτική: κάθε πολιτική που αφορά τα παιδιά πρέπει να μπορεί να απαντήσει με μετρήσιμα στοιχεία τι κάνει για τα αγόρια, όπως ακριβώς μπορεί να απαντήσει τι κάνει για τα κορίτσια.

5. Η περίπτωση Σδούκου και το ζήτημα της δημόσιας ρητορικής

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη λειτουργία των υπηρεσιών. Αφορά και τη γλώσσα με την οποία το πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει, ονομάζει και καταδικάζει τις έμφυλες προσβολές. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα είναι η δημόσια αντιπαράθεση της 21ης Σεπτεμβρίου 2026 μεταξύ της εκπροσώπου Τύπου της Νέας Δημοκρατίας Αλεξάνδρας Σδούκου και του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ Νίκου Φαραντούρη. Η κ. Σδούκου χαρακτήρισε σεξιστική και υποτιμητική αναφορά του κ. Φαραντούρη σχετικά με την επαγγελματική της πορεία και ζήτησε από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ την αποπομπή του· ο κ. Φαραντούρης από την πλευρά του απέρριψε την ερμηνεία περί σεξισμού και υποστήριξε διαφορετική εκδοχή για το πλαίσιο της αντιπαράθεσης. Δεν είναι αναγκαίο ούτε σκόπιμο να αποφανθεί μία επιστολή προς τον Πρωθυπουργό ποιος είχε δίκιο στη συγκεκριμένη τηλεοπτική αντιπαράθεση. Το θεσμικά ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι, όταν μία γυναίκα πολιτικός δηλώνει ότι προσβλήθηκε με έμφυλο τρόπο, το πολιτικό σύστημα διαθέτει αμέσως ένα αναγνωρίσιμο λεξιλόγιο — σεξισμός, στερεότυπο, απαξίωση, όρια του δημόσιου λόγου, πολιτική ευθύνη — και η υπόθεση αποκτά θεσμική ορατότητα. Το ερώτημα είναι εάν το ίδιο λεξιλόγιο και η ίδια θεσμική ευαισθησία ενεργοποιούνται όταν το θύμα είναι άνδρας και η προσβολή βασίζεται σε στερεότυπα για την ανδρική ταυτότητα, την πατρότητα, την ευαλωτότητα ή την κοινωνική αξία του. Η ισότητα δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός προστασίας όταν το στερεότυπο πλήττει το ένα φύλο. Εάν η Πολιτεία εκπαιδεύει την κοινωνία να αναγνωρίζει τον σεξισμό, πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζει το φαινόμενο με την ίδια εννοιολογική συνέπεια ανεξάρτητα από το φύλο του αποδέκτη.

6. Η μονοδιάστατη ερμηνεία της βίας δημιουργεί πραγματικό πρόβλημα πολιτικής

Η βία κατά των γυναικών αποτελεί πραγματικό και σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα και δεν αμφισβητείται από την ανάγκη προστασίας των ανδρών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό μοντέλο μετατρέπεται από χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης σε αποκλειστικό πλαίσιο ερμηνείας όλων των περιστατικών. Εάν η βία άνδρα κατά γυναίκας ερμηνεύεται συστηματικά μέσα από έννοιες όπως έμφυλες σχέσεις εξουσίας, στερεότυπα και κοινωνικά πρότυπα, ενώ η βία γυναίκας κατά άνδρα ή αγοριού αναλύεται κατά κανόνα ως ατομική, ψυχολογική ή περιστασιακή συμπεριφορά, τότε δημιουργείται μία ασυμμετρία στην ερμηνεία πριν ακόμη εξεταστούν τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης. Το ίδιο σφάλμα θα υπήρχε εάν αντιστρέφαμε τα φύλα. Επιστημονικά και θεσμικά ορθότερη προσέγγιση είναι η πολυπαραγοντική αξιολόγηση: φύλο, ηλικία, σχέση θύτη-θύματος, εξάρτηση, οικονομική κατάσταση, ψυχική υγεία, προηγούμενη θυματοποίηση, χρήση ουσιών, κοινωνικό περιβάλλον, ιστορικό βίας και πραγματικός κίνδυνος πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση. Η ίδια η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 είναι χαρακτηριστική: αναγνωρίζει ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια επηρεάζονται δυσανάλογα από συγκεκριμένες μορφές βίας, αλλά ταυτόχρονα ορίζει ότι ο όρος «θύμα» αναφέρεται σε κάθε πρόσωπο ανεξαρτήτως φύλου και ότι, κατά κανόνα, τα δικαιώματα προστασίας, πρόσβασης στη δικαιοσύνη και υποστήριξης αφορούν όλα τα θύματα. Αυτό είναι το πρότυπο που πρέπει να ακολουθήσει η δημόσια πολιτική: στοχευμένες παρεμβάσεις εκεί όπου τα δεδομένα δείχνουν δυσανάλογη ανάγκη, χωρίς να μετατρέπεται το φύλο σε προϋπόθεση για την αναγνώριση της ιδιότητας του θύματος.
Στο σημείο αυτό τίθεται ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταγραφή περιστατικών βίας: η πολιτεία οφείλει να εξετάζει εάν οι πολιτικές πρόληψης, προστασίας, κοινωνικής υποστήριξης και πρόσβασης στη δικαιοσύνη δημιουργούν στην πράξη ισότιμη προστασία ή εάν, ανεξάρτητα από την αρχική τους πρόθεση, παράγουν ασύμμετρες συνέπειες ανάλογα με το φύλο. Δημόσιες τοποθετήσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες που έχουν συνδεθεί με την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, μεταξύ άλλων και υπό την πολιτική ευθύνη του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, μπορούν επομένως να αποτελέσουν αντικείμενο θεσμικής αξιολόγησης ως προς το κατά πόσον οι μηχανισμοί προστασίας και οι προβλεπόμενες διευκολύνσεις είναι προσβάσιμοι με αντίστοιχους όρους και στους άνδρες που βρίσκονται σε θέση θύματος, καταγγελλόμενου ή γονέα. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την άμεση νομική μεταχείριση, αλλά και τις παράπλευρες συνέπειες που μπορεί να προκύψουν σε επίπεδο οικογενειακών σχέσεων, γονεϊκής παρουσίας, οικονομικής επιβάρυνσης, κοινωνικής υπόληψης και πρόσβασης σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Όταν ένας άνδρας βρίσκεται αντιμέτωπος με καταγγελία, δικαστική διαδικασία ή οικογενειακή σύγκρουση, η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει ταυτόχρονα το δικαίωμα του πραγματικού θύματος, το τεκμήριο αθωότητας, το δικαίωμα ακρόασης και δικαστικής προστασίας, καθώς και το συμφέρον του παιδιού να διατηρεί ασφαλείς και ουσιαστικές οικογενειακές σχέσεις, όπου αυτό είναι συμβατό με την ασφάλειά του. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι εάν πρέπει να προστατεύονται οι γυναίκες, αλλά εάν κάθε θεσμική διευκόλυνση, προστατευτικό μέτρο και διαδικαστική εγγύηση αξιολογείται με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια και εάν υπάρχουν αντίστοιχοι μηχανισμοί όταν ο άνδρας ή ο πατέρας βρίσκεται στην ευάλωτη θέση. Η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει με συγκρίσιμα δεδομένα ότι το σύστημα προστατεύει το θύμα χωρίς να μετατρέπει το φύλο σε τεκμήριο ενοχής, χωρίς να υποβαθμίζει τα δικαιώματα του άλλου γονέα και χωρίς να επιτρέπει σε μια καταγγελία, πριν από την οριστική δικαστική κρίση, να παράγει δυσανάλογες νομικές, οικονομικές, κοινωνικές ή οικογενειακές συνέπειες.

7. Η πολιτική ευθύνη αφορά τον σχεδιασμό και όχι την υποκατάσταση της Δικαιοσύνης

Η παρούσα επιστολή δεν ζητά από την Κυβέρνηση να κρίνει την ενοχή της 18χρονης στα Χανιά, ούτε να παρέμβει στην ανακριτική ή δικαστική διαδικασία. Η ποινική ευθύνη είναι ατομική, κρίνεται με βάση τον νόμο και προϋποθέτει την τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας, των δικαιωμάτων υπεράσπισης και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η πολιτική ευθύνη όμως είναι διαφορετική: αφορά το εάν το κράτος έχει σχεδιάσει επαρκείς μηχανισμούς πρόληψης, έγκαιρης ανίχνευσης, προστασίας, θεραπείας, κοινωνικής επανένταξης και παρακολούθησης του κινδύνου. Στην περίπτωση των Χανίων, το ιστορικό που δημοσιοποίησε το «Χαμόγελο του Παιδιού» επιβάλλει να εξεταστεί όχι μόνο τι συνέβη το 2026, αλλά και τι συνέβη από την πρώτη αναφορά του 2013 έως την ενηλικίωση του προσώπου. Η ίδια λογική πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε αγόρι που βρίσκεται σε κίνδυνο. Η πρόληψη δεν μπορεί να αρχίζει όταν το παιδί έχει ήδη τραυματιστεί σοβαρά. Ούτε μπορεί να σταματά όταν το περιστατικό πάψει να απασχολεί τα μέσα ενημέρωσης. Χρειάζεται συνέχεια φροντίδας, αξιολόγηση αποτελεσματικότητας και λογοδοσία μεταξύ των φορέων που αναλαμβάνουν κάθε στάδιο της υπόθεσης.

Το κρίσιμο, συνεπώς, δεν είναι να αντιπαρατεθεί η προστασία των γυναικών με την προστασία των ανδρών, ούτε να προεξοφληθεί η ενοχή οποιουδήποτε προσώπου πριν από την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, αλλά να εξεταστεί εάν το κράτος παρέχει σε κάθε θύμα άμεση, επαρκή, ισότιμη και μετρήσιμη προστασία, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζει τα δικαιώματα κάθε κατηγορουμένου. Η συγκεκριμένη υπόθεση των Χανίων αναδεικνύει ακριβώς την ανάγκη αυτή: η παροχή υποστήριξης σε ένα πρόσωπο που τελεί υπό διερεύνηση δεν είναι κατ’ ανάγκη ασύμβατη με την προστασία του φερόμενου θύματος, όμως η Πολιτεία οφείλει να καθιστά απολύτως σαφές ότι το υπέρτατο κριτήριο στην περίπτωση ανηλίκου είναι το βέλτιστο συμφέρον και η ασφάλεια του παιδιού. Παράλληλα, αντί ενός γενικού ισχυρισμού περί «δύο μέτρων και δύο σταθμών», απαιτείται θεσμικά ελέγξιμη σύγκριση: η Πολιτεία οφείλει να δημοσιοποιεί, ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα, στοιχεία για καταγγελίες, παραπομπές, αστυνομική προστασία, ψυχολογική υποστήριξη, φιλοξενία, διαθέσιμες θέσεις και υπηρεσίες, καθώς και την πρόσβαση των θυμάτων στις αντίστοιχες διαδικασίες. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το 2024 καταγράφηκαν 3.542 ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, εκ των οποίων 1.686 αγόρια και 1.865 κορίτσια, γεγονός που επιβάλλει να υπάρχει σαφής και δημοσιοποιημένος απολογισμός για το πώς προστατεύονται τα αγόρια όταν βρίσκονται σε θέση θύματος, ποιες υπηρεσίες είναι διαθέσιμες, πόσες παραπομπές πραγματοποιούνται και ποιο ειδικό πρωτόκολλο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τους. Η ίδια λογική πρέπει να επεκτείνεται και στους ενήλικους άνδρες, χωρίς να υποβαθμίζεται η ιδιαίτερα υψηλή καταγεγραμμένη θυματοποίηση των γυναικών. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η καθιέρωση ετήσιας δημόσιας έκθεσης για την ισότιμη πρόσβαση στην προστασία από τη βία, με συγκρίσιμους δείκτες ανά φύλο και ηλικία, καθώς και ανεξάρτητη αξιολόγηση της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας και των διαθέσιμων υποδομών. Συγκεκριμένα, ζητείται από την Πολιτεία να παρουσιάσει ενιαίο απολογισμό των υφιστάμενων δομών και υπηρεσιών, να θεσπίσει σαφές εθνικό πρωτόκολλο για την προστασία ανδρών και αγοριών θυμάτων, να καταγράφει με διαφάνεια τις διαθέσιμες θέσεις φιλοξενίας και τις παραπομπές ανά φύλο και ηλικία, να αξιολογεί ετησίως την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών προστασίας και να διασφαλίζει ότι η επικοινωνία των δημόσιων φορέων παραμένει προσανατολισμένη στην προστασία του θύματος, στην ασφάλεια του παιδιού, στην τεκμηριωμένη πληροφόρηση και στην αρχή της ίσης αξίας και αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου.

8. Οι θεσμοί οφείλουν να δίνουνμετρήσιμα στοιχεία

Για τον λόγο αυτό ζητούμε από την Κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει, ανά υπουργείο και ανά έτος, τα διαθέσιμα στοιχεία για αγόρια και άνδρες θύματα βίας, τις παραπομπές τους σε υπηρεσίες, τη χρήση υπηρεσιών ψυχικής υγείας και κοινωνικής προστασίας και, όπου είναι νομικά και στατιστικά εφικτό, τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων. Ζητούμε να αποτυπωθεί ο αριθμός και η γεωγραφική κατανομή των διαθέσιμων δομών προσωρινής φιλοξενίας για άνδρες και αγόρια που αντιμετωπίζουν ενδοοικογενειακή βία, καθώς και εάν υπάρχει επαρκής δυνατότητα ασφαλούς απομάκρυνσης από το βίαιο περιβάλλον. Ζητούμε ειδικά πρωτόκολλα αναγνώρισης της ανδρικής και αγορίστικης θυματοποίησης σε σχολεία, νοσοκομεία, κοινωνικές υπηρεσίες και αστυνομικές υπηρεσίες, καθώς και συστηματική καταγραφή του φύλου θύματος και δράστη στις περιπτώσεις όπου το θύμα είναι ανήλικο. Ζητούμε επίσης αξιολόγηση των πολιτικών Παιδείας, Υγείας, Εργασίας, Προστασίας του Πολίτη και Κοινωνικής Συνοχής ως προς το κατά πόσο αντιμετωπίζουν τον ανδρικό πληθυσμό όχι μόνο ως πιθανό φορέα κινδύνου ή παραβατικότητας, αλλά και ως πληθυσμό με αυτοτελείς ανάγκες προστασίας, υγείας, ψυχικής φροντίδας, εκπαίδευσης και κοινωνικής υποστήριξης. Η πολιτική πρέπει να αξιολογείται με δείκτες αποτελέσματος και όχι μόνο με τον αριθμό προγραμμάτων που ανακοινώθηκαν.

9. Ευρωπαϊκό και θεσμικό πλαίσιο: προστασία χωρίς αποκλεισμούς

Η ευρωπαϊκή και διεθνής νομοθετική αρχιτεκτονική δεν επιβάλλει την αορατότητα των ανδρών. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει ως βασικό αντικείμενο την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, αναγνωρίζει όμως ρητά ότι θύματα ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να είναι και αγόρια και άνδρες και ενθαρρύνει τα κράτη να επεκτείνουν τα σχετικά μέτρα προστασίας και σε αυτούς. Αντίστοιχα, η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 διατηρεί την ιδιαίτερη προστασία των γυναικών και των κοριτσιών ως πληθυσμού που επηρεάζεται δυσανάλογα από συγκεκριμένες μορφές βίας, αλλά παράλληλα προβλέπει ότι ο όρος «θύμα» περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως φύλου και ότι τα σχετικά δικαιώματα προστασίας και υποστήριξης πρέπει να εφαρμόζονται στα θύματα των σχετικών αδικημάτων ανεξαρτήτως φύλου. Η εθνική πολιτική οφείλει επομένως να συνδυάζει δύο αρχές που δεν συγκρούονται: στοχευμένη προστασία εκεί όπου υπάρχει τεκμηριωμένη δυσανάλογη έκθεση και καθολική πρόσβαση στην προστασία για κάθε πραγματικό θύμα. Η πρώτη αρχή χωρίς τη δεύτερη παράγει αποκλεισμούς· η δεύτερη χωρίς την πρώτη μπορεί να αγνοήσει πραγματικές ανισότητες. Η ώριμη δημόσια πολιτική χρειάζεται και τις δύο.

10. Επίλογος — Η ισότητα κρίνεται στην πράξη

H Ελλάδα δεν χρειάζεται μία ακόμη αντιπαράθεση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Χρειάζεται ένα σύστημα προστασίας που να μπορεί να αναγνωρίζει την πραγματικότητα χωρίς να την προσαρμόζει σε προκαθορισμένη ιδεολογική κατηγορία. Η γυναίκα που υφίσταται βία πρέπει να προστατεύεται. Ο άνδρας που υφίσταται βία πρέπει να προστατεύεται. Το κορίτσι που κακοποιείται πρέπει να προστατεύεται. Το αγόρι που κακοποιείται πρέπει να προστατεύεται. Ο δράστης, άνδρας ή γυναίκα, πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες του κράτους δικαίου και χωρίς εκ των προτέρων συμπεράσματα για την ενοχή του. Το κράτος δεν μπορεί να ζητά από ένα αγόρι να αποδείξει ότι είναι αρκετά ευάλωτο για να θεωρηθεί θύμα ούτε από έναν άνδρα να ξεπεράσει το κοινωνικό στερεότυπο ότι «ο άνδρας δεν κακοποιείται» προκειμένου να αναζητήσει βοήθεια. Η ισότητα δεν μετριέται από το πόσες φορές χρησιμοποιείται η λέξη «ισότητα» σε κυβερνητικές ανακοινώσεις. Μετριέται από το εάν ένας πολίτης, ανεξάρτητα από το φύλο του, μπορεί να ζητήσει προστασία και να λάβει πραγματική, προσβάσιμη και αποτελεσματική βοήθεια. Και όταν το θύμα είναι παιδί, η προτεραιότητα πρέπει να είναι απολύτως σαφής: όχι το φύλο του παιδιού, όχι το φύλο του δράστη, όχι η πολιτική αφήγηση γύρω από την υπόθεση, αλλά η ασφάλεια, η αξιοπρέπεια, η υγεία και το συμφέρον του παιδιού. Αυτό είναι το ελάχιστο περιεχόμενο της ισότητας σε ένα κράτος δικαίου.

APPENDIX – ΝΟΜΙΚΟ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΦΟΡΑ ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙ
Η υπόθεση του βρέφους στα Χανιά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να στοχοποιηθεί συλλήβδην οποιοδήποτε φύλο, ούτε για να αμφισβητηθεί το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου σε νόμιμη διαδικασία και αναγκαία ψυχολογική υποστήριξη. Αναδεικνύει όμως ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα: όταν ένα παιδί βρίσκεται σε κατάσταση ακραίας κακοποίησης, η δημόσια πολιτική οφείλει να έχει ως πρώτο και αδιαπραγμάτευτο σημείο αναφοράς το ίδιο το παιδί. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα ενιαίο σύστημα προστασίας από τη βία που να αναγνωρίζει εξίσου τα αγόρια και τα κορίτσια ως θύματα, να καταγράφει με διαφάνεια το φύλο τόσο των θυμάτων όσο και των δραστών, να αναπτύσσει εξειδικευμένες υπηρεσίες για αγόρια και άνδρες όπου υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη και να αξιολογεί τις πολιτικές με πραγματικά δεδομένα και όχι με προκαθορισμένα ιδεολογικά σχήματα. Η ισότητα δεν σημαίνει να αντικατασταθεί μία μονομέρεια από την αντίθετή της. Σημαίνει να μην υπάρχει κανένα παιδί του οποίου ο πόνος να γίνεται λιγότερο ορατός εξαιτίας του φύλου του.

1. Συνταγματική ισότητα

Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ενώ η παρ. 2 κατοχυρώνει ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.

Το άρθρο 21 παρ. 1 είναι ακόμη πιο άμεσο για το ζήτημα της παρούσας επιστολής: η παιδική ηλικία τελεί υπό την προστασία του Κράτους.

Το άρθρο 25 παρ. 1 προβλέπει ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους και ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματική άσκησή τους. Παράλληλα, κάθε περιορισμός θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.

Το άρθρο 116 παρ. 2 επιτρέπει θετικά μέτρα για την προώθηση της ισότητας ανδρών και γυναικών και επιβάλλει στο Κράτος να μεριμνά για την άρση ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Αυτό όμως δεν μετατρέπει την κρατική πολιτική σε γενική άδεια για άνιση προστασία των θυμάτων άλλου φύλου· τα μέτρα πρέπει να υπηρετούν πραγματικό σκοπό ισότητας.

2. Νόμος περί ενδοοικογενειακής βίας

Ο ν. 3500/2006 ορίζει ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του νόμου. Το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει κοινωνική συμπαράσταση και αναγκαία υλική συνδρομή στα θύματα.

Με τον ν. 5172/2025 ενισχύθηκε το άρθρο 18 του ν. 3500/2006. Οι περιοριστικοί όροι μπορούν να περιλαμβάνουν απαγόρευση επικοινωνίας, ηλεκτρονική επιτήρηση, εμφάνιση στο Αστυνομικό Τμήμα και συμμετοχή του κατηγορουμένου σε θεραπευτικά ή συμβουλευτικά προγράμματα. Η επιβολή τους πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη βαρύτητα και συχνότητα της πράξης, την επικινδυνότητα και την υποτροπή.

Άρα η συμμετοχή σε πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης δεν είναι από μόνη της «αθώωση» ούτε ποινή. Το κρίσιμο θεσμικό ερώτημα είναι εάν εφαρμόζεται με ενιαία, αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια.

3. Ποινικό σκέλος – χωρίς συλλογική ενοχοποίηση

Η ποινική ευθύνη πρέπει να αποδίδεται εξατομικευμένα και μόνο όταν συντρέχουν τα στοιχεία συγκεκριμένου αδικήματος. Δεν είναι νομικά ορθό να μετατρέπεται μία πολιτική διαφωνία ή μία αμφιλεγόμενη δημόσια ρητορική αυτομάτως σε ποινική ευθύνη.

Υπάρχουν, ωστόσο, στον Ποινικό Κώδικα διατάξεις που αφορούν την υπηρεσιακή συμπεριφορά δημόσιων υπαλλήλων. Ενδεικτικά, το άρθρο 239 ΠΚ αφορά την κατάχρηση εξουσίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και το άρθρο 259 την παράβαση καθήκοντος, όταν συντρέχουν τα ειδικά υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης δεν πρέπει να συγχέεται με την ποινική ευθύνη συγκεκριμένων προσώπων. Η πρώτη αφορά τον σχεδιασμό, την επάρκεια, την ισότητα και την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών. Η δεύτερη απαιτεί συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή παράλειψη και πλήρωση όλων των στοιχείων του αντίστοιχου ποινικού τύπου.

Αυτό ακριβώς καθιστά ακόμη σοβαρότερο το αίτημα για θεσμικό έλεγχο: όχι πολιτικές καταγγελίες χωρίς αποδείξεις, αλλά διαφάνεια, συγκριτικά δεδομένα, αξιολόγηση αποτελεσματικότητας και λογοδοσία.

APPENDIX – ΓΙΑΤΙ Η ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ

Η κριτική προς συγκεκριμένες δημόσιες τοποθετήσεις —συμπεριλαμβανομένων όσων αποδίδονται στη Σδούλου ή σε άλλα πρόσωπα και φορείς— πρέπει να αφορά τι ακριβώς ειπώθηκε, από ποιον, σε ποιο πλαίσιο και ποια πολιτική συνέπεια μπορεί να έχει, όχι τα προσωπικά κίνητρα των προσώπων.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο μετατρέπεται σε ένα μοναδικό ερμηνευτικό μοντέλο: άνδρας ως πιθανός δράστης, γυναίκα ως κατ’ αρχήν θύμα, βία ως αποτέλεσμα «έμφυλων μοτίβων» και κοινωνικές σχέσεις ως δεδομένες σχέσεις εξουσίας.

Ένα τέτοιο σχήμα μπορεί να εξηγήσει ορισμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της εξατομικευμένης αξιολόγησης κάθε περιστατικού.

Η ίδια η UNICEF Ελλάδας επισημαίνει την ανάγκη για ολοκληρωμένο και συντονισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης της βίας κατά των παιδιών και αναγνωρίζει ως πρόβλημα τον κατακερματισμό του συστήματος και την ανεπαρκή συντονισμένη προστασία.

Η πολιτική συνέπεια μιας μονοδιάστατης προσέγγισης μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρή: όταν ένα αγόρι δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα ως πιθανό θύμα, χάνεται η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης. Και όταν ένα παιδί που έχει βιώσει βία δεν λαμβάνει την κατάλληλη παρέμβαση, ο κύκλος της βίας μπορεί να συνεχιστεί.

Το ίδιο το «Χαμόγελο του Παιδιού», στην παρούσα υπόθεση, επισήμανε ακριβώς τον κίνδυνο της συνέχισης του κύκλου βίας όταν παιδιά δεν λαμβάνουν την απαιτούμενη φροντίδα και υποστήριξη.

Επομένως, το πολιτικό ερώτημα προς τα Υπουργεία Προστασίας του Πολίτη, Δικαιοσύνης, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Υγείας, Παιδείας και Εργασίας είναι συγκεκριμένο:

Πόσα αγόρια έχουν καταγραφεί ως θύματα; Πόσοι άνδρες ως θύματα; Πόσες γυναίκες ως δράστριες; Πόσοι άνδρες ως δράστες; Ποιες υπηρεσίες προσφέρθηκαν σε κάθε κατηγορία; Ποια είναι τα ποσοστά παραπομπής, θεραπείας, επανεμφάνισης και υποτροπής; Και ποια από αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιούνται στον σχεδιασμό της πολιτικής;

Αν η Πολιτεία δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, τότε δεν διαθέτει ακόμη πολιτική βασισμένη σε πλήρη δεδομένα.

Και εάν διαθέτει τα δεδομένα, τότε πρέπει να τα δημοσιοποιήσει.

Η ισότητα δεν είναι να προστατεύουμε ένα φύλο περισσότερο από ένα άλλο. Είναι να μπορούμε να αποδείξουμε ότι προστατεύουμε κάθε θύμα με βάση την πραγματική ανάγκη προστασίας του.
 

APPENDIX  — ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Α. Συνταγματικές αρχές

Η απαίτηση για ισότιμη προστασία των θυμάτων στηρίζεται πρωτίστως στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, στην προστασία της ανθρώπινης αξίας του άρθρου 2, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή του άρθρου 5, στην ειδική προστασία της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας και της υγείας του άρθρου 21 και στην αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και της αναλογικότητας του άρθρου 25. Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία της παιδικής ηλικίας, διότι το παιδί δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο κοινωνικής πολιτικής αλλά αυτοτελή φορέα δικαιωμάτων. Η συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απαιτεί ταυτόσημη μεταχείριση διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων· απαιτεί όμως οι διαφοροποιήσεις της Πολιτείας να στηρίζονται σε αντικειμενικά, πρόσφορα και αναλογικά κριτήρια και να μην οδηγούν σε αδικαιολόγητη αποστέρηση προστασίας.

Β. Διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού επιβάλλει την προστασία του παιδιού από κάθε μορφή σωματικής ή ψυχικής βίας, κακομεταχείρισης ή παραμέλησης και καθιστά το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού θεμελιώδη παράμετρο των σχετικών αποφάσεων. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προστατεύει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και την αρχή της μη διάκρισης. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου, την απαγόρευση διακρίσεων και τα δικαιώματα του παιδιού.

Γ. Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα, έχει ως κεντρικό αντικείμενο την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Η επίσημη ερμηνευτική παρουσίαση του Συμβουλίου της Ευρώπης διευκρινίζει ότι η Σύμβαση αναγνωρίζει πως θύματα ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να είναι και αγόρια και άνδρες και ότι τα κράτη ενθαρρύνονται να επεκτείνουν τα σχετικά μέτρα προστασίας και σε αυτούς. Συνεπώς, η Σύμβαση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως νομική βάση για την αορατότητα των ανδρών θυμάτων.

Δ. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385

Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας αναγνωρίζει ότι γυναίκες και κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από συγκεκριμένες μορφές βίας και προβλέπει στοχευμένα μέτρα για τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Παράλληλα, όμως, στο άρθρο 2 ορίζει το «θύμα» ως κάθε πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου, που έχει υποστεί βλάβη από βία κατά των γυναικών ή ενδοοικογενειακή βία και προβλέπει ότι τα σχετικά δικαιώματα προστασίας, πρόσβασης στη δικαιοσύνη και υποστήριξης αφορούν, κατά κανόνα, όλα τα θύματα. Η διάταξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον σχεδιασμό εθνικής πολιτικής, διότι επιτρέπει στο κράτος να διατηρεί εξειδικευμένες πολιτικές για πληθυσμούς που πλήττονται δυσανάλογα χωρίς να δημιουργεί αποκλεισμό άλλων θυμάτων.

Ε. Ελληνικό ποινικό πλαίσιο

Ο ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, όπως έχει τροποποιηθεί, εντάσσεται στον βασικό ελληνικό ποινικό μηχανισμό προστασίας από τη βία μέσα στην οικογένεια. Οι σχετικές διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Ποινικού Κώδικα, το τεκμήριο αθωότητας και τους κανόνες της ποινικής δικονομίας. Η ύπαρξη ειδικού πλαισίου για την ενδοοικογενειακή βία δεν καταργεί την ανάγκη εξατομικευμένης αξιολόγησης κάθε περιστατικού ούτε επιτρέπει συμπεράσματα περί ενοχής πριν από τη δικαστική κρίση.

ΣΤ. Η κρίσιμη διάκριση μεταξύ πολιτικής και ποινικής ευθύνης

Η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης αφορά τον σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση, την οργάνωση και την αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών. Η ποινική ευθύνη αφορά συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και κρίνεται αποκλειστικά μέσα από την προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία. Η παρούσα επιστολή δεν ζητά ευνοϊκότερη ή αυστηρότερη ποινική μεταχείριση με βάση το φύλο. Ζητά έλεγχο της ουδετερότητας και αποτελεσματικότητας του συστήματος προστασίας, ιδίως για τα παιδιά και για πληθυσμούς των οποίων η θυματοποίηση είναι μετρήσιμη αλλά συχνά λιγότερο ορατή.

Ζ. Αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού

Σε κάθε υπόθεση όπου εμπλέκεται παιδί, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική παράμετρο. Η αρχή αυτή δεν εξαρτάται από το φύλο του παιδιού ούτε από το φύλο του φερόμενου δράστη. Το αγόρι και το κορίτσι διαθέτουν την ίδια θεμελιώδη αξίωση προστασίας από τη βία. Η εξειδικευμένη πολιτική μπορεί να διαφοροποιείται όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ανάγκες, αλλά η ίδια η ιδιότητα του παιδιού ως θύματος δεν μπορεί να γίνεται λιγότερο ορατή εξαιτίας του φύλου του.

Η. Θεσμική αρχή που προκύπτει

Το απαιτούμενο πρότυπο είναι συνεπώς: στοχευμένη πολιτική όπου τα δεδομένα αποδεικνύουν δυσανάλογη ανάγκη, καθολική πρόσβαση στην προστασία για κάθε θύμα και εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε υπόθεσης. Η αρχή αυτή επιτρέπει στην Πολιτεία να προστατεύει ιδιαίτερα τις γυναίκες όπου αυτό απαιτείται από τα δεδομένα, χωρίς να μετατρέπει την ανδρική θυματοποίηση σε θεσμικά αόρατη κατηγορία.

APPENDIX 2 — ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

2Α. Πρωτογενείς και θεσμικές πηγές

  1. Ελληνική Κυβέρνηση — Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025–2030, «Δίπλα στα παιδιά, απέναντι στη βία». Η στρατηγική θέτει ως κεντρικό στόχο την πρόληψη κάθε μορφής βίας κατά των παιδιών και την ανάπτυξη διυπουργικών και διαθεσμικών μηχανισμών προστασίας.
  2. Εθνική Στρατηγική — Πίνακας ανήλικων θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας 2023–2024. Καταγράφονται 1.760 ανήλικα θύματα το 2023 και 3.542 το 2024, εκ των οποίων το 2024 1.686 αγόρια και 1.865 κορίτσια.
  3. Ελληνική Αστυνομία / στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας 2024. Για το πρώτο δεκάμηνο του 2024 καταγράφηκαν 5.583 άνδρες και 15.571 γυναίκες θύματα αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας.
  4. European Institute for Gender Equality (EIGE), Country Profile — Greece. Η πλέον πρόσφατη διοικητική συλλογή δεδομένων που παρουσιάζεται στο country profile αναφέρει ότι το 2022 οι γυναίκες αποτελούσαν το 74% των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας που καταγράφηκαν από την Αστυνομία στην Ελλάδα. Το στοιχείο αφορά το 2022 και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως τρέχουσα μέτρηση για το 2026.
  5. Συμβούλιο της Ευρώπης — Istanbul Convention. Η επίσημη παρουσίαση της Σύμβασης αναγνωρίζει ότι θύματα ενδοοικογενειακής βίας μπορούν να είναι και αγόρια και άνδρες και αναφέρει ότι τα κράτη ενθαρρύνονται να επεκτείνουν τα σχετικά μέτρα προστασίας και σε αυτούς.
  6. Ευρωπαϊκή Ένωση — Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385, «on combating violence against women and domestic violence». Ιδιαίτερη σημασία έχουν η αιτιολογική σκέψη 12 και το άρθρο 2 ως προς τον ορισμό του θύματος ανεξαρτήτως φύλου και την πρόσβαση των θυμάτων σε προστασία και υποστήριξη.
  7. «Το Χαμόγελο του Παιδιού» — ανακοίνωση 15.9.2026 για το βρέφος 17 ημερών. Η ανακοίνωση καταγράφει τις προηγούμενες αναφορές για κακοποίηση της σημερινής 18χρονης από την ηλικία των τεσσάρων ετών και την επικοινωνία του Οργανισμού με τις αρμόδιες υπηρεσίες μετά το περιστατικό.
  8. ΕΡΤnews — υπόθεση Χανίων, 14–17.9.2026. Τα δημοσιεύματα περιγράφουν την κατάσταση του βρέφους, την ποινική διαδικασία και τους περιοριστικούς όρους που επιβλήθηκαν στην 18χρονη.
  9. ΕΡΤnews — εξέλιξη 23.9.2026. Αναφέρεται ότι το βρέφος αποσωληνώθηκε και παρουσίασε σημάδια βελτίωσης, ενώ παρέμενε στη ΜΕΘ. Η εξέλιξη αυτή δεν αναιρεί τη σοβαρότητα του αρχικού τραυματισμού ούτε επιτρέπει πρόωρες εκτιμήσεις για την τελική έκβαση.
  10. Πολιτική αντιπαράθεση Σδούκου–Φαραντούρη, 21.9.2026. Η ΕΡΤ και άλλα μέσα κατέγραψαν την καταγγελία της Αλεξάνδρας Σδούκου για σεξιστική και υποτιμητική αναφορά του Νίκου Φαραντούρη και το αίτημά της για πολιτική αποδοκιμασία/αποπομπή, ενώ καταγράφηκε και η διαφορετική εκδοχή του κ. Φαραντούρη.

2Β. Νομοθεσία και θεσμικό πλαίσιο

  • Σύνταγμα της Ελλάδας, ιδίως άρθρα 2, 4, 5, 21 και 25.
  • Ν. 3500/2006, «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας».
  • Ν. 4531/2018, κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
  • Ν. 4620/2019, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
  • Ν. 4619/2019, Ποινικός Κώδικας, όπως ισχύει.
  • Ν. 4800/2021, μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο και αρχή του συμφέροντος του παιδιού.
  • Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ιδίως άρθρα 3 και 19.
  • Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως άρθρα 2, 3, 8 και 14.
  • Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως άρθρα 20, 21 και 24.
  • Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

2Γ. Επιστημονική και ακαδημαϊκή βιβλιογραφία

Η τεκμηρίωση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για τη βία οφείλει να στηρίζεται όχι μόνο σε διοικητικά δεδομένα αλλά και στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία για την παιδική κακοποίηση, την επαναθυματοποίηση, τη διαγενεακή μετάδοση της βίας, την ανδρική θυματοποίηση και τις επιπτώσεις της έκθεσης των παιδιών στη βία.

Ενδεικτικά:

  • World Health Organization (WHO), INSPIRE: Seven Strategies for Ending Violence Against Children, Geneva.
  • World Health Organization (WHO), Global Status Report on Preventing Violence Against Children.
  • United Nations Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 13 (2011): The right of the child to freedom from all forms of violence.
  • UNICEF, A Familiar Face: Violence in the Lives of Children and Adolescents, 2017.
  • UNICEF, Violence against Children: New Evidence and Policy Responses.
  • European Institute for Gender Equality (EIGE), Gender Statistics Database / Gender-based Violence, administrative data and methodological documentation.
  • Council of Europe, Istanbul Convention — Explanatory Report, ιδίως ως προς την ενδοοικογενειακή βία και την εφαρμογή μέτρων προστασίας σε διαφορετικές ομάδες θυμάτων.
  • Fulu, E. et al., Why Do Some Men Use Violence Against Women and How Can We Prevent It?, United Nations/Partners for Prevention.
  • Stith, S. M. et al., Risk Factors in Child Maltreatment: A Meta-Analytic Review of the Literature, Aggression and Violent Behavior.
  • Widom, C. S., Childhood Victimization: Early Adversity, Later Psychopathology and Criminal Behavior, Cambridge University Press.
  • Anda, R. F. et al., The enduring effects of abuse and related adverse experiences in childhood, European Archives of Psychiatry and Clinical Neuroscience.
  • Hamby, S., The Importance of Screening for Poly-Victimization in Children, Psychology of Violence.
  • Hester, M., Who Does What to Whom? Gender and Domestic Violence Perpetrators in Comparative Perspective, European Journal of Criminology.
  • Dutton, D. G. & Nicholls, T. L., The gender paradigm in domestic violence research and theory: Part 1—The conflict of theory and data, Aggression and Violent Behavior.
  • Straus, M. A., Gelles, R. J. & Smith, C., Physical Violence in American Families: Risk Factors and Adaptations to Violence in 8,145 Families, Transaction Publishers.
  • Archer, J., Sex differences in aggression between heterosexual partners: A meta-analytic review, Psychological Bulletin.
  • Stith, S. M., Smith, D. B., Penn, C. E., Ward, D. B. & Tritt, D., Intimate partner physical abuse perpetration and victimization risk factors: A meta-analytic review, Aggression and Violent Behavior.

2Δ. Μεθοδολογική παρατήρηση

Τα διοικητικά στοιχεία της αστυνομίας, των κοινωνικών υπηρεσιών και των οργανισμών προστασίας δεν αποτελούν πλήρη μέτρηση της πραγματικής συχνότητας της βίας. Επηρεάζονται από την καταγγελία, την πρόσβαση στις υπηρεσίες, την αναγνώριση του περιστατικού, τις διαδικασίες καταγραφής και την εκάστοτε θεσμική πρακτική. Επομένως, οι αριθμοί δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αποδειχθεί ότι ένα φύλο είναι «γενικά» περισσότερο ή λιγότερο βίαιο. Είναι, όμως, απολύτως κατάλληλοι για να τεθεί το ερώτημα εάν το κράτος καταγράφει, αναγνωρίζει και προστατεύει επαρκώς διαφορετικές κατηγορίες θυμάτων.

Η βασική πολιτική απαίτηση συνεπώς δεν είναι η αντικατάσταση μιας έμφυλης προτεραιότητας από μία αντίστροφη έμφυλη προτεραιότητα. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο οι εξειδικευμένες πολιτικές τεκμηριώνονται από τα δεδομένα, η ιδιότητα του θύματος δεν εξαρτάται από το φύλο και κάθε παιδί — αγόρι ή κορίτσι — αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής φορέας δικαιωμάτων και προστασίας.

Comments are closed.