Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας να απορρίψει οριστικά την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο δεν είναι μια ακόμη τεχνοκρατική δικαστική εξέλιξη που μπορεί να περάσει στα ψιλά.
Είναι μια απόφαση με βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο, γιατί αφορά κάτι πολύ απλό: το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και την ίδια την αξία της εργασίας τους.
Το ΣτΕ, με την απόφαση 1201/2026, έκρινε ότι η μη επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο και ότι η σχετική επιλογή ανήκει στον νομοθέτη, με βάση τα δημοσιονομικά δεδομένα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Γιατί όταν ένας εργαζόμενος χάνει δύο μισθούς τον χρόνο, δεν πρόκειται απλώς για έναν λογιστικό αριθμό σε έναν κρατικό προϋπολογισμό.
Πρόκειται για χρήματα που λείπουν από το σπίτι, από το σούπερ μάρκετ, από το ενοίκιο, από τον λογαριασμό του ηλεκτρικού, από τη ζωή μιας οικογένειας.
Τα δώρα δεν ήταν ελεημοσύνη του κράτους προς τον εργαζόμενο. Ήταν μέρος του μισθολογικού εισοδήματος και ιστορικά αποτελούσαν ενσωματωμένο τμήμα της αμοιβής της εργασίας.
Και όμως, στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής «ανάπτυξης», το μήνυμα που στέλνεται ξανά είναι ότι για τον εργαζόμενο δεν υπάρχει επιστροφή.
Οι περικοπές που επιβλήθηκαν μέσα στη μνημονιακή περίοδο παραμένουν.
Ο 13ος και ο 14ος μισθός, που καταργήθηκαν με τον ν. 4093/2012, εξακολουθούν να θεωρούνται μια παλιά υπόθεση που πρέπει να ξεχαστεί.
Μόνο που οι εργαζόμενοι δεν έχουν ξεχάσει.
Δεν έχουν ξεχάσει ποιοι τους είπαν ότι οι θυσίες θα είναι προσωρινές. Δεν έχουν ξεχάσει τα μνημόνια. Δεν έχουν ξεχάσει τις μειώσεις μισθών και συντάξεων.
Δεν έχουν ξεχάσει την αύξηση της φορολογίας, την ακρίβεια, τη διάλυση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Και κυρίως δεν έχουν ξεχάσει ότι κάθε φορά που το σύστημα μιλά για «δημοσιονομική προσαρμογή», ο λογαριασμός καταλήγει σχεδόν πάντα στον ίδιο άνθρωπο, τον εργαζόμενο, τον συνταξιούχο, τον μικρό επαγγελματία, τη λαϊκή οικογένεια.
Το επιχείρημα περί δημοσιονομικού κόστους είναι η μόνιμη δικαιολογία.
Όταν πρόκειται όμως για τον μισθό του εργαζόμενου, ξαφνικά το κράτος ανακαλύπτει ότι «δεν αντέχει».
Όταν πρόκειται για φορολογικές ελαφρύνσεις και προνόμια προς το μεγάλο κεφάλαιο, για κρατικές ενισχύσεις, για επιχειρηματικές διευκολύνσεις και για ένα οικονομικό μοντέλο που μεταφέρει συνεχώς πλούτο προς τα πάνω, τα δημοσιονομικά περιθώρια φαίνεται να αποκτούν μια εκπληκτική ελαστικότητα.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο.
Δεν είναι ότι το κράτος δεν έχει χρήματα. Είναι ότι επιλέγει πού θα κατευθύνει τα χρήματα που έχει.
Και η επιλογή αυτή είναι πολιτική.
Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ έρχεται να κλείσει τον δικαστικό δρόμο για την υποχρεωτική επαναφορά των δώρων, όχι όμως και την κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση.
|Άλλωστε, ακόμη και πριν από την τελική απόφαση, είχε επισημανθεί ότι η κοινωνική διεκδίκηση αποτελεί διαφορετικό δρόμο από τη δικαστική διεκδίκηση.
Και αυτό πρέπει να γίνει απολύτως καθαρό, ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν θα επιστρέψουν επειδή κάποιος υπουργός θα δείξει μεγαλοψυχία. Θα επιστρέψουν μόνο αν η κοινωνία το επιβάλει ως πολιτικό και εργασιακό αίτημα.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι απλώς νομικό. Είναι ταξικό.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας εργαζόμενος που δουλεύει δώδεκα μήνες και αμείβεται πλέον ουσιαστικά για δώδεκα, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει μια πραγματικότητα όπου η ακρίβεια τρώει καθημερινά τον μισθό του.
Από την άλλη βρίσκεται ένα κράτος που του λέει ότι δεν δικαιούται να πάρει πίσω αυτά που έχασε, επειδή αυτό δεν επιβάλλεται από το ισχύον δημοσιονομικό και συνταγματικό πλαίσιο.
Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσει η υποκρισία.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για «κοινωνική δικαιοσύνη» όταν ο εργαζόμενος στερείται δύο μισθούς. Δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανάπτυξη» όταν οι μισθοί δεν ακολουθούν το κόστος ζωής.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για «σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος» όταν η εργασία γίνεται συνεχώς φθηνότερη και η ζωή συνεχώς ακριβότερη.
Και δεν μπορεί η λέξη «νομιμότητα» να χρησιμοποιείται σαν απολυμαντικό για κάθε κοινωνική αδικία.
Το νόμιμο δεν είναι αυτομάτως και δίκαιο.
Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε.
Οι μνημονιακές περικοπές μπορεί να ψηφίστηκαν με νόμους. Οι εργαζόμενοι όμως δεν έπαψαν εξαιτίας αυτού να αισθάνονται ότι αδικούνται. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν μετατρέπεται σε δικαιοσύνη επειδή γράφτηκε σε ένα ΦΕΚ.
Και υπάρχει ακόμη ένα σημείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Το 2025 το Μισθοδικείο είχε ήδη αποφανθεί ομόφωνα ότι δεν πρέπει να επανέλθουν τα δώρα στους δικαστές, κρίνοντας ότι η κατάργησή τους δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωσή τους ούτε τη δικαστική ανεξαρτησία.
Αυτό όμως δεν ακυρώνει την πολιτική αντίφαση που πρέπει να συζητήσουμε: ένα κράτος που ζητά από την κοινωνία να αποδέχεται συνεχώς απώλειες εισοδήματος, την ίδια στιγμή οφείλει να αποδεικνύει έμπρακτα ότι αντιμετωπίζει ισότιμα όλες τις κοινωνικές κατηγορίες και ότι δεν λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Δεν έχει κανένα νόημα να χτίζεται μια κοινωνία όπου ο εργαζόμενος πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι αξίζει να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Αξιοπρέπεια δεν είναι επίδομα.
Μισθός είναι.
Και ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «δώρο».
Είναι μέρος μιας ιστορικής κατάκτησης του εργατικού κινήματος που αφαιρέθηκε στο όνομα της κρίσης και ουδέποτε αποκαταστάθηκε, παρότι η κρίση χρησιμοποιήθηκε επί χρόνια ως άλλοθι για μια συνολική αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος της εργασίας.
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν.
Όταν ένα κράτος αφαιρεί από τον εργαζόμενο εισόδημα και στη συνέχεια του λέει ότι η αφαίρεση αυτή είναι πλέον νομικά ανεκτή, η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να ρωτήσει ποιο ακριβώς κράτος υπηρετείται και ποιους ανθρώπους προστατεύει.
Γιατί κράτος δικαίου δεν σημαίνει μόνο να τηρούνται οι νόμοι. Σημαίνει και οι νόμοι να υπηρετούν τον άνθρωπο, την κοινωνική ισότητα και την αξιοπρέπεια.
Η Αριστερά δεν μπορεί να αποδέχεται μια κοινωνία στην οποία η φτώχεια γίνεται κανονικότητα, η απώλεια εισοδήματος γίνεται «δημοσιονομική ανάγκη» και η κοινωνική διεκδίκηση αντιμετωπίζεται σαν υπερβολική απαίτηση.
Ο εργαζόμενος δεν ζητιανεύει τον 13ο και τον 14ο μισθό. Τον διεκδικεί.
Και αυτή η διεκδίκηση δεν τελειώνει με μια δικαστική απόφαση.
Τώρα αρχίζει η πραγματική πολιτική μάχη.
Η κυβέρνηση και όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα οφείλουν να τοποθετηθούν καθαρά, Θέλουν την επαναφορά των δώρων ή θέλουν να παραμείνει η μνημονιακή περικοπή ως μόνιμη πραγματικότητα;
Θέλουν αυξήσεις στους μισθούς ή θέλουν έναν δημόσιο τομέα με εργαζόμενους που διαρκώς χάνουν αγοραστική δύναμη;
Θέλουν πραγματική κοινωνική προστασία ή μια οικονομία όπου η «ανάπτυξη» μετριέται στους ισολογισμούς των ισχυρών;
Δεν υπάρχει πλέον χώρος για μισόλογα.
Η κοινωνία έχει πληρώσει αρκετά.
Οι εργαζόμενοι έχουν πληρώσει αρκετά.
Οι συνταξιούχοι έχουν πληρώσει αρκετά.
Η νεολαία έχει πληρώσει αρκετά.
Και αν υπάρχει κάτι που αποδεικνύει η σημερινή απόφαση του ΣτΕ, είναι ότι η δικαιοσύνη των εργαζομένων δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Χρειάζεται συνδικαλιστική οργάνωση. Χρειάζεται κοινωνική κινητοποίηση. Χρειάζεται πολιτική σύγκρουση. Χρειάζεται ένα μαζικό μέτωπο εργαζομένων και κοινωνίας που θα πει καθαρά ότι δεν αποδέχεται να θεωρείται φυσιολογικό να εργάζεται περισσότερο και να παίρνει λιγότερα.
Ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν είναι «δώρο». Είναι δικαίωμα που αφαιρέθηκε.
Και όποιος θέλει να μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη οφείλει να μιλήσει πρώτα γι’ αυτό.
Γιατί μια κοινωνία που συνηθίζει να της παίρνουν δικαιώματα και να της λένε ότι αυτό είναι νόμιμο, κινδυνεύει να ξεχάσει το πιο σημαντικό: ότι η νομιμότητα χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να γίνει το πιο βολικό καταφύγιο της αδικίας.
Και σε αυτή τη χώρα, μετά από τόσα χρόνια μνημονίων, περικοπών και λιτότητας, δεν χρωστάει άλλο ο εργαζόμενος στο κράτος. Το κράτος χρωστάει στον εργαζόμενο.
Και ήρθε η ώρα να πληρώσει.

Comments are closed.