Απο Γιάννη Ζαχαρόπουλο
Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ — ΟΤΑΝ Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
Έχουμε πλέον λέξεις για πολλά φαινόμενα: γυναικοκτονία, πατριαρχία, τοξικότητα, έμφυλη βία. Υπάρχει όμως ένα άλλο φαινόμενο που σπάνια ονομάζεται και ακόμη σπανιότερα εξετάζεται θεσμικά: η «ανδροφαγία», δηλαδή η συστηματική και συχνά αόρατη εκμετάλλευση, απαξίωση ή αποδυνάμωση του άνδρα μέσα σε μια δυσλειτουργική σχέση, στην οικογένεια, στην εργασία ή μετά τη διάλυση μιας οικογένειας.
Ο άνδρας μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό στήριγμα χωρίς ουσιαστικό λόγο ή φωνή, να αποξενωθεί από τα παιδιά του, να αντιμετωπιστεί εκ των προτέρων ως πιθανός δράστης και όχι ως πιθανό θύμα, να υποστεί ψυχολογική πίεση, χειρισμό ή gaslighting και, παρ’ όλα αυτά, να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως θύμα. Η πατρότητα συχνά αντιμετωπίζεται περισσότερο ως υποχρέωση παρά ως σχέση, ευθύνη και δικαίωμα.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη νομοθεσία αλλά και στην κουλτούρα εφαρμογής της. Το οικογενειακό δίκαιο, η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η αστυνομική πρακτική, η δικαστική διαδικασία και η δημόσια συζήτηση έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ο άνδρας συχνά εμφανίζεται πρωτίστως ως πιθανός κακοποιητής. Ο Ν. 3500/2006, αντίθετα, μιλά ρητά για «θύμα» ως κάθε πρόσωπο και απαγορεύει τη βία μεταξύ μελών της οικογένειας. Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν υπάρχει νομική προστασία στα χαρτιά, αλλά αν αυτή η ουδετερότητα εφαρμόζεται ισότιμα στην πράξη.
Το ίδιο ερώτημα αφορά το λεγόμενο «Δόγμα Χρυσοχοΐδη» και τη δημόσια πολιτική για την ενδοοικογενειακή βία: όταν η βασική θεσμική αφήγηση επικεντρώνεται στον άνδρα ως δράστη και στη γυναίκα ως θύμα, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί από το οπτικό πεδίο ο άνδρας που πράγματι χρειάζεται προστασία. Οι πρόσφατες ανακοινώσεις για αυστηρότερα μέτρα, όπως το ηλεκτρονικό βραχιολάκι για κατηγορούμενους που τίθενται υπό περιοριστικούς όρους, δείχνουν τη βαρύτητα που δίνεται στην προστασία των θυμάτων και στην καταστολή της βίας. Η ίδια αποφασιστικότητα όμως πρέπει να συνοδεύεται από πραγματικά ουδέτερη πρόσβαση στην προστασία, ανεξάρτητα από το φύλο.
Το ζήτημα επεκτείνεται στην Αστυνομία, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το ΚΕΘΙ, το ΙΕΠ, τον Συνήγορο του Πολίτη, τις Εισαγγελικές Αρχές, τον ΔΣΑ, την ΕΣΗΕΑ και τις επιτροπές ισότητας. Χρειάζεται να εξεταστεί ποια από αυτά τα όργανα διαθέτουν πραγματικές πολιτικές, οδηγίες, έρευνες, εκπαίδευση, υπηρεσίες και μηχανισμούς που αφορούν ρητά και τους άνδρες ως θύματα.
Το ζήτημα ξεκινά πολύ νωρίτερα: από το αγόρι στο σχολείο.
Για χρόνια η πολιτική ισότητας έχει δικαιολογημένα επενδύσει στην ενδυνάμωση των κοριτσιών, όμως όταν τα ίδια τα αγόρια εμφανίζουν προβλήματα, η απάντηση συχνά είναι ανεπαρκής ή αποσπασματική.
Το σχολείο, το ΙΕΠ, το ΚΕΘΙ και οι αρμόδιοι θεσμοί οφείλουν να εξετάσουν σοβαρά γιατί τα αγόρια εμφανίζουν σημαντικές δυσκολίες σε τομείς όπως η σχολική επίδοση, η ανάγνωση, η συμμετοχή και η κοινωνική προσαρμογή, αντί να αντιμετωπίζονται μέσα από στερεότυπα ως «τοξικά», προβληματικά ή ως παιδιά που απλώς «έχουν μείνει πίσω». Τα δεδομένα του PISA έχουν καταγράψει σημαντικές διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ιδίως στην ανάγνωση, ενώ αντίστοιχες ενδείξεις υπάρχουν και σε άλλες εκπαιδευτικές και κοινωνικές μετρήσεις.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαξίωση της ανδρικής βιολογίας, της αρρενωπότητας ή των χαρακτηριστικών που συνδέονται με αυτήν, ούτε η διαρκής προσπάθεια να «διορθωθεί» το αγόρι επειδή δεν ταιριάζει σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πρότυπο. Χρειάζεται να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές ανάγκες του. Χρειάζεται επίσης να αναγνωριστεί ότι η εφηβεία, η βία, ο σχολικός αποκλεισμός, η μοναξιά, η αποτυχία και το ψυχικό τραύμα μπορούν να επηρεάσουν βαθιά ένα αγόρι και να έχουν συνέπειες στην ενήλικη ζωή του.
Παράλληλα, παραμένει ένα σημαντικό θεσμικό κενό: η πολιτεία έχει αναπτύξει πολιτικές και δομές για αρκετές κατηγορίες παιδιών και νέων, αλλά η υποστήριξη για αγόρια και νέους άνδρες άνω των 13 ετών, ειδικά όταν αντιμετωπίζουν τραύμα, κοινωνική απομόνωση, σχολική αποτυχία ή κρίση ταυτότητας, δεν έχει αντίστοιχη ορατότητα και εξειδίκευση.
Η ενδυνάμωση των κοριτσιών πρέπει να συνεχιστεί όμως η ισότητα δεν μπορεί να σημαίνει ότι τα προβλήματα των αγοριών αντιμετωπίζονται ως δεύτερης προτεραιότητας.
Το αγόρι που σήμερα δεν ακούγεται είναι ο άνδρας που αύριο μπορεί να μη ζητήσει ποτέ βοήθεια.
Υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί:
τι συμβαίνει στο αγόρι όταν περνά στην εφηβεία.
Η περίοδος αυτή είναι κρίσιμη για τη διαμόρφωση της ταυτότητας, της αυτοπεποίθησης, των κοινωνικών σχέσεων και της αντίληψης που θα έχει ο νέος για τον εαυτό του ως άνδρα.
Όταν ένα αγόρι αντιμετωπίζει bullying, σχολική αποτυχία, κοινωνική απομόνωση, οικογενειακή σύγκρουση, απώλεια επαφής με έναν γονέα ή ψυχικό τραύμα, χρειάζεται έγκαιρη και εξειδικευμένη υποστήριξη.
Δεν είναι επαρκές να περιμένουμε να ενηλικιωθεί και να ζητήσει μόνος του βοήθεια.Η πολιτεία, το σχολείο και οι αρμόδιοι φορείς χρειάζονται μηχανισμούς πρόληψης και παρέμβασης που να αναγνωρίζουν και τις ιδιαίτερες ανάγκες των αγοριών, χωρίς να τα αντιμετωπίζουν ως «προβληματικά αγόρια» που πρέπει απλώς να προσαρμοστούν.
Η απουσία οργανωμένων, ορατών και εύκολα προσβάσιμων δομών για εφήβους και νέους άνδρες αφήνει ένα σημαντικό κενό ακριβώς στην ηλικία όπου πολλά προβλήματα μπορούν είτε να αντιμετωπιστούν έγκαιρα είτε να μετατραπούν σε βαθύτερα προβλήματα στην ενήλικη ζωή.Η πρόληψη για τον άνδρα πρέπει να αρχίζει όταν είναι ακόμη αγόρι.
Το κενό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην πατρότητα. Ένας πατέρας που χάνει την καθημερινή επαφή με τα παιδιά του, που αντιμετωπίζει παρατεταμένη δικαστική διαμάχη ή που αισθάνεται ότι η γονική του ιδιότητα απαξιώνεται, δεν χρειάζεται ιδεολογική αντιμετώπιση.
Χρειάζεται θεσμούς που να εξετάζουν τα πραγματικά περιστατικά και να προστατεύουν το παιδί και τη γονική σχέση χωρίς προκαταλήψεις. Ο Ν. 4800/2021 αποτέλεσε σημαντική μεταρρύθμιση στις σχέσεις γονέων και τέκνων και στο οικογενειακό δίκαιο.
Η εφαρμογή του όμως πρέπει να αξιολογείται με πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο με τη διατύπωση του νόμου.
Στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας έχει δημιουργηθεί μια έντονα μονοπλευρή δημόσια και θεσμική αφήγηση, στην οποία ο άνδρας εμφανίζεται κατά κανόνα ως δράστης και η γυναίκα ως θύμα. Η πολιτική ενίσχυσης της προστασίας των θυμάτων είναι αναγκαία, όμως η διαδικασία πρέπει να παραμένει αντικειμενική από την πρώτη καταγγελία μέχρι την τελική δικαστική κρίση. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις περιπτώσεις αμφισβητούμενων ή ψευδών καταγγελιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε καταγγελία είναι ψευδής ή ότι πρέπει να αποθαρρύνονται τα πραγματικά θύματα.
Το ίδιο ισχύει για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται ψυχολογικές εκτιμήσεις, ιατροδικαστικές γνωματεύσεις και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία: χρειάζεται επιστημονική ανεξαρτησία, σαφή μεθοδολογία και δυνατότητα ελέγχου, ιδιαίτερα όταν τέτοιες διαδικασίες μπορούν να επηρεάσουν ποινικές και οικογενειακές υποθέσεις.
Η ίδια η ΕΛ.ΑΣ. καταγράφει σημαντικό αριθμό ανδρών ως θυμάτων — 5.583 στο πρώτο δεκάμηνο του 2024, έναντι 15.571 γυναικών — γεγονός που δείχνει ότι ο άνδρας δεν μπορεί να απουσιάζει από την πολιτική προστασίας. Παράλληλα, η στατιστική προσέγγιση πρέπει να είναι πιο ολοκληρωμένη: οι αριθμοί των καταγγελιών, των συλλήψεων και των δικογραφιών δεν ταυτίζονται με αποδεδειγμένες πράξεις και δεν μπορούν από μόνοι τους να χρησιμοποιούνται ως τελική απόδειξη για το σύνολο του φαινομένου.
Ακόμη και το EIGE επισημαίνει περιορισμούς στα διαθέσιμα ελληνικά δεδομένα, μεταξύ άλλων ως προς τη σύνδεση φύλου θύματος και δράστη στα στάδια δίωξης και καταδίκης.
Το πρόβλημα επεκτείνεται και στη δημόσια εκπροσώπηση. Όταν στα ΜΜΕ, στις ημερίδες και στις δημόσιες συζητήσεις καλούνται επανειλημμένα κυρίως γυναικείες οργανώσεις και όταν οι περισσότερες καμπάνιες και δομές — από ευρωπαϊκό επίπεδο μέχρι δήμους — σχεδιάζονται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τις γυναίκες, δημιουργείται μια εικόνα όπου ο άνδρας ως θύμα, πατέρας ή κοινωνικά ευάλωτο πρόσωπο παραμένει εκτός συζήτησης.
Η ισότητα όμως δεν μπορεί να είναι μόνο προστασία της μίας πλευράς.
Χρειάζεται συμμετοχή διαφορετικών επιστημονικών και κοινωνικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ασχολούνται με τα ανδρικά ζητήματα, την πατρότητα και τα αγόρια.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τις γυναίκες χωρίς να προκαταλαμβάνει την ενοχή των ανδρών και να αντιμετωπίζει κάθε υπόθεση με τα ίδια αποδεικτικά κριτήρια, την ίδια επιστημονική αυστηρότητα και την ίδια θεσμική σοβαρότητα.
Υπάρχει ακόμη το κενό των δομών. Για τις γυναίκες έχουν αναπτυχθεί αναγνωρίσιμες υπηρεσίες, καμπάνιες και δίκτυα υποστήριξης.
Για τους άνδρες που αντιμετωπίζουν βία, ψυχολογική κακοποίηση, οικογενειακή αποξένωση ή κρίση πατρότητας, η εικόνα είναι πολύ λιγότερο ορατή και οργανωμένη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφαιρεθεί προστασία από τις γυναίκες.
Σημαίνει ότι η προστασία πρέπει να γίνει πραγματικά καθολική.
Το ίδιο ισχύει στην εργασία και στη δημόσια συζήτηση.
Η απαξίωση ενός άνδρα, η χλεύη για την πατρότητα, η αντιμετώπισή του ως οικονομικού πόρου ή η αυτόματη σύνδεση του φύλου του με την επιθετικότητα δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη διάκρισης σε κάθε περίπτωση. Όταν όμως γίνονται επαναλαμβανόμενο κοινωνικό μοτίβο και δεν υπάρχουν μηχανισμοί καταγραφής και αντιμετώπισης, δημιουργείται ένα θεσμικό τυφλό σημείο.
Χρειάζεται επομένως έρευνα, καταγραφή και λογοδοσία: πόσοι άνδρες καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία, πόσοι ζητούν ψυχολογική ή κοινωνική υποστήριξη, πόσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα επικοινωνίας με τα παιδιά τους, πόσες καταγγελίες διερευνώνται, ποια είναι η πρόσβαση των ανδρών σε δομές και ποια εκπαίδευση λαμβάνουν οι επαγγελματίες που χειρίζονται αυτές τις υποθέσεις.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ζητείται να πάψει η προστασία να θεωρείται ολοκληρωμένη όταν ο άνδρας απουσιάζει από την εικόνα. Το αγόρι που δυσκολεύεται στο σχολείο, ο νέος που μένει μόνος με το τραύμα του, ο άνδρας που υφίσταται κακοποίηση, ο πατέρας που χάνει την καθημερινή σχέση με το παιδί του και ο άνθρωπος που αντιμετωπίζεται εξαρχής ως πιθανός δράστης χρειάζονται θεσμούς που θα τους ακούσουν χωρίς προκατάληψη. Η πραγματική ισότητα δεν μετριέται από το πόσες φορές χρησιμοποιούμε τη λέξη «ισότητα». Μετριέται από το αν ένας άνθρωπος μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς να κρίνεται πρώτα από το φύλο του. Μετριέται από το αν μια καταγγελία ερευνάται με τα ίδια κριτήρια, αν τα στοιχεία αξιολογούνται αντικειμενικά, αν η πατρότητα προστατεύεται, αν τα αγόρια έχουν χώρο να ζητήσουν βοήθεια και αν υπάρχουν πραγματικές δομές για εκείνους που σήμερα παραμένουν αόρατοι. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε έναν νέο πόλεμο μεταξύ ανδρών και γυναικών. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα σύστημα στο οποίο κανείς δεν είναι εκ προοιμίου θύτης και κανείς δεν είναι εκ προοιμίου αόρατος. Η «ανδροφαγία» δεν προτείνεται ως νομικός όρος. Είναι μια λέξη για να περιγράψει ένα κενό που μέχρι σήμερα δυσκολευόμαστε να συζητήσουμε. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα: να μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε για τα προβλήματα των ανδρών χωρίς να θεωρείται ότι αρνούμαστε τα προβλήματα των γυναικών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
— ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΩΣ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Η συζήτηση για την αντιμετώπιση των ανδρών, την πατρότητα, την ενδοοικογενειακή βία και την ισότητα δεν μπορεί να περιορίζεται σε κοινωνικές απόψεις. Υπάρχει ένα ευρύ εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο που προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότητα, την οικογενειακή ζωή, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την προστασία από κάθε μορφή βίας ή διάκρισης.
Στο ελληνικό Σύνταγμα, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αρχές της ανθρώπινης αξίας, της ισότητας ενώπιον του νόμου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της προστασίας της οικογένειας και της αρχής του κοινωνικού κράτους. Η προστασία αυτή δεν αφορά μόνο μία κοινωνική ομάδα. Αφορά κάθε άνθρωπο και συνεπώς πρέπει να εφαρμόζεται και στους άνδρες όταν βρίσκονται σε θέση θύματος, γονικής αποξένωσης, κοινωνικού αποκλεισμού ή άλλης μορφής άνισης μεταχείρισης.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ισότητα ενώπιον του νόμου και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προστασία μόνο εκείνων των ομάδων που διαθέτουν ισχυρότερη δημόσια εκπροσώπηση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο Ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Η έννοια του θύματος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από στερεότυπα φύλου. Η προστασία από τη βία πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και όχι σε προκατασκευασμένη αντίληψη ότι ο άνδρας είναι πάντοτε ο δράστης και η γυναίκα πάντοτε το θύμα.
Στο οικογενειακό δίκαιο, ο Ν. 4800/2021 εισήγαγε σημαντικές ρυθμίσεις για τις σχέσεις γονέων και τέκνων, τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία. Η εφαρμογή οποιουδήποτε σχετικού πλαισίου πρέπει να αξιολογείται με βάση την πραγματική προστασία του παιδιού και της σχέσης του με κάθε γονέα, χωρίς αυτόματη απαξίωση της πατρικής ιδιότητας.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείου συντρόφου βίας αποτελεί σημαντικό μέρος του σύγχρονου ευρωπαϊκού πλαισίου. Η εφαρμογή της πρέπει να συνδυάζεται με τη γενικότερη αρχή της πρόσβασης κάθε θύματος σε προστασία και δικαιοσύνη, ώστε η αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών να μην οδηγεί σε αόρατη αντιμετώπιση των ανδρών θυμάτων.
Το κρίσιμο ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο τι προβλέπει ο νόμος. Είναι εάν η εφαρμογή του είναι πραγματικά ουδέτερη, εάν οι υπηρεσίες είναι προσβάσιμες σε όλους και εάν ένας άνδρας μπορεί να προσέλθει σε μια υπηρεσία ως θύμα χωρίς να αντιμετωπιστεί εξαρχής ως ύποπτος ή ως λιγότερο αξιόπιστος.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 — ΘΕΣΜΟΙ, ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΜΕΝΑ ΚΕΝΑ: ΠΟΙΟΣ ΑΚΟΥΕΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ;
Η ισότητα δεν κρίνεται μόνο από τους νόμους αλλά και από τους θεσμούς που τους εφαρμόζουν. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι δημόσιοι και επαγγελματικοί φορείς αντιμετωπίζουν ζητήματα που αφορούν άνδρες, πατέρες και αγόρια.
Η Αστυνομία, τα αρμόδια Υπουργεία, οι Εισαγγελικές Αρχές, ο Συνήγορος του Πολίτη, το ΚΕΘΙ, το ΙΕΠ, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η ΕΣΗΕΑ, οι επιτροπές ισότητας και οι λοιποί αρμόδιοι φορείς αποτελούν διαφορετικούς κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Απαιτείται να εξεταστεί ποια πολιτική ακολουθεί κάθε φορέας για τους άνδρες ως πιθανά θύματα βίας, για την πατρότητα, για την οικογενειακή αποξένωση, για τα αγόρια, για την ανδρική ψυχική και κοινωνική ευαλωτότητα και για τις διακρίσεις λόγω φύλου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκπαίδευση των επαγγελματιών. Αστυνομικοί, δικηγόροι, εισαγγελείς, εκπαιδευτικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, δημοσιογράφοι και άλλοι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με οικογενειακές και κοινωνικές συγκρούσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζουν και τον άνδρα ως πιθανό θύμα. Η αναγνώριση αυτή δεν σημαίνει ότι αμφισβητείται η ύπαρξη της βίας κατά των γυναικών. Σημαίνει ότι η αξιολόγηση κάθε περιστατικού πρέπει να βασίζεται στα στοιχεία του συγκεκριμένου περιστατικού.
Απαιτείται επίσης έλεγχος της δημόσιας χρηματοδότησης, των προγραμμάτων, των εκστρατειών ενημέρωσης και των διαθέσιμων υπηρεσιών. Πόσες δομές είναι διαθέσιμες σε άνδρες; Πόσα προγράμματα απευθύνονται σε πατέρες; Πόσες έρευνες καταγράφουν άνδρες ως θύματα; Υπάρχουν ειδικές γραμμές υποστήριξης; Υπάρχει ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη; Υπάρχουν δεδομένα για την πατρική αποξένωση; Υπάρχει αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων πολιτικών;
Η απουσία τέτοιων δεδομένων δεν αποδεικνύει από μόνη της διάκριση. Δημιουργεί όμως ένα σημαντικό θεσμικό κενό γνώσης. Χωρίς καταγραφή δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη πολιτική.
Επομένως, χρειάζεται ένας συστηματικός έλεγχος όλων των αρμόδιων φορέων ως προς τέσσερις άξονες: πολιτικές, δομές, δεδομένα και εκπαίδευση. Μόνο έτσι μπορεί να διαπιστωθεί εάν η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 — ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ, #MeToo ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ
Η σύγχρονη δημόσια συζήτηση για το φύλο έχει επηρεαστεί σημαντικά από τα κοινωνικά δίκτυα, τις ψηφιακές καμπάνιες και το #MeToo. Οι εξελίξεις αυτές ανέδειξαν πραγματικές εμπειρίες βίας και παρενόχλησης και συνέβαλαν στο να συζητηθούν δημόσια περιστατικά που παλαιότερα έμεναν σιωπηλά.
Ταυτόχρονα, η δημόσια συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι πάντοτε ισορροπημένη. Η ανάγκη καταπολέμησης της βίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε συλλογική ενοχοποίηση ενός φύλου. Ο άνδρας δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως εν δυνάμει κακοποιητής μόνο και μόνο επειδή είναι άνδρας, όπως αντίστοιχα καμία γυναίκα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως λιγότερο αξιόπιστη επειδή είναι γυναίκα.
Χρειάζεται επίσης προσεκτική συζήτηση για την ανδρική βιολογία και την αρρενωπότητα. Η επιθετικότητα, η τεστοστερόνη, η σεξουαλικότητα, η ανταγωνιστικότητα ή άλλες βιολογικές και κοινωνικές διαστάσεις της ανδρικής συμπεριφοράς δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ούτε με απλουστευτική βιολογική ντετερμινιστική λογική ούτε με άρνηση των βιολογικών διαφορών. Η επιστημονική συζήτηση πρέπει να παραμένει ξεχωριστή από τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η πατρότητα. Ο πατέρας δεν είναι απλώς οικονομικός πάροχος, ούτε απλώς ο πιθανός δράστης μιας οικογενειακής σύγκρουσης. Είναι γονέας με σχέση, ευθύνη και συναισθηματικό δεσμό με το παιδί του.
Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να αποτελέσουν χώρο ενημέρωσης και έκφρασης, αλλά μπορούν επίσης να ενισχύσουν στερεότυπα, γενικεύσεις και δημόσια διαπόμπευση. Για αυτό απαιτείται μια πιο ώριμη δημόσια συζήτηση: να αναγνωρίζεται η γυναικεία εμπειρία χωρίς να εξαφανίζεται η ανδρική, να καταδικάζεται η βία χωρίς συλλογική ενοχοποίηση και να προστατεύεται η βιολογική και κοινωνική πραγματικότητα και των δύο φύλων.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 — Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ, ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ, ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η απουσία ενός επαρκώς οργανωμένου και θεσμικά αναγνωρίσιμου πεδίου εκπροσώπησης για ζητήματα που αφορούν τους άνδρες, τα αγόρια και την πατρότητα. Η ισότητα δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο όταν υπάρχει ισχυρή κοινωνική εκπροσώπηση μιας πλευράς. Χρειάζεται να υπάρχουν φορείς που να μπορούν να καταγράφουν προβλήματα, να πραγματοποιούν έρευνα, να παρέχουν υποστήριξη και να μεταφέρουν τεκμηριωμένες προτάσεις προς την Πολιτεία.
Απαιτείται επομένως η ενίσχυση ή δημιουργία ανεξάρτητων συλλόγων, οργανώσεων, ερευνητικών φορέων, συμβουλευτικών δομών και υπηρεσιών που θα ασχολούνται με τα ανδρικά ζητήματα χωρίς να στρέφονται εναντίον των γυναικών. Αντικείμενό τους μπορεί να είναι η πατρότητα, η οικογενειακή ζωή, η πρόληψη της βίας, η υποστήριξη ανδρών θυμάτων, η ψυχική και κοινωνική ευημερία των αγοριών και ανδρών, η εκπαίδευση, η εργασία, η αντιμετώπιση στερεοτύπων και η ίση πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Μια τέτοια δομή δεν θα πρέπει να αποτελεί «αντίπαλο» των υφιστάμενων γυναικείων οργανώσεων. Ο ρόλος της θα πρέπει να είναι συμπληρωματικός: να διασφαλίζει ότι ζητήματα που αφορούν τους άνδρες δεν παραμένουν χωρίς εκπροσώπηση και ότι η πολιτική ισότητας εξετάζει το σύνολο της κοινωνίας.
Ιδιαίτερη θέση πρέπει να έχει η πατρότητα. Η σχέση πατέρα και παιδιού αποτελεί κοινωνικό και οικογενειακό αγαθό και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσα από τη σύγκρουση των γονέων. Χρειάζονται δομές ενημέρωσης, διαμεσολάβησης, συμβουλευτικής και υποστήριξης για πατέρες που αντιμετωπίζουν οικογενειακές συγκρούσεις, προβλήματα επικοινωνίας ή κίνδυνο απομάκρυνσης από τα παιδιά τους.
Παράλληλα, χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα εθνικό παρατηρητήριο για την ισότητα των φύλων και των ανδρικών ζητημάτων, ή αντίστοιχος ανεξάρτητος μηχανισμός, ο οποίος θα συγκεντρώνει στοιχεία από διαφορετικούς φορείς και θα δημοσιεύει ετήσια έκθεση. Η έκθεση θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ενδοοικογενειακή βία, τους άνδρες ως θύματα, την πατρότητα, την οικογενειακή δικαιοσύνη, την εκπαίδευση των αγοριών, την εργασία, την κοινωνική προστασία, την ψυχική υγεία και τις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.
Χρειάζεται επίσης γραμμή υποστήριξης και δίκτυο παραπομπών για άνδρες και πατέρες, ώστε ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει βία, απειλές, ψυχολογική κακοποίηση, οικογενειακή κρίση ή σοβαρή διακοπή της σχέσης του με τα παιδιά του να γνωρίζει πού μπορεί να απευθυνθεί. Η ύπαρξη μιας τέτοιας υπηρεσίας δεν θα πρέπει να λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις υφιστάμενες υπηρεσίες προστασίας των γυναικών αλλά να συμπληρώνει το σύστημα κοινωνικής προστασίας.
Η Πολιτεία θα μπορούσε επίσης να υποστηρίξει επιστημονική έρευνα για τα ανδρικά ζητήματα, με ανοικτές και διαφανείς διαδικασίες χρηματοδότησης. Δεν είναι δυνατό να σχεδιάζεται αποτελεσματική πολιτική όταν σημαντικές κατηγορίες πληθυσμού δεν καταγράφονται επαρκώς.
Τέλος, απαιτείται εκπροσώπηση των σχετικών θεμάτων στον δημόσιο διάλογο. Πανεπιστήμια, επαγγελματικοί φορείς, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και αρμόδια Υπουργεία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα μόνιμο φόρουμ διαλόγου για την ισότητα, την πατρότητα και τα ανδρικά ζητήματα. Στόχος δεν θα ήταν η δημιουργία μιας νέας αντιπαράθεσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά η δημιουργία ενός πεδίου όπου και οι ανδρικές εμπειρίες θα μπορούν να μελετώνται, να ακούγονται και να αντιμετωπίζονται θεσμικά.
Η ισότητα χρειάζεται θεσμούς. Χρειάζεται δεδομένα, έρευνα, εκπροσώπηση και δομές. Εάν μια κοινωνία θέλει πραγματικά να αντιμετωπίζει τα προβλήματα των φύλων, δεν μπορεί να αφήνει τον άνδρα χωρίς φωνή όταν βρίσκεται σε θέση αδυναμίας.
Η δημιουργία δομών για τους άνδρες δεν αφαιρεί δικαιώματα από τις γυναίκες. Προσθέτει προστασία, γνώση και ισορροπία στο σύστημα κοινωνικής πολιτικής.

Comments are closed.