ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:
Σας αποστέλλουμε συνημμένα κείμενο και σχετικά παραρτήματα με αφορμή την υπόθεση της Κυψέλης και, ειδικότερα, τις σοβαρές αναφορές σχετικά με την αναζήτηση κατάλληλου πλαισίου φιλοξενίας για δύο ανήλικα αγόρια που είχαν τεθεί υπό εισαγγελική προστασία.
Δεν επιχειρούμε να υποκαταστήσουμε τη Δικαιοσύνη ούτε να προκαταλάβουμε την απόδοση οποιασδήποτε ατομικής ευθύνης. Θέτουμε, όμως, ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα που αφορά όλους τους αρμόδιους φορείς: τι συμβαίνει στην πράξη όταν ένα ανήλικο παιδί πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα από το οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά δεν υπάρχει άμεσα διαθέσιμη και κατάλληλη δομή προστατευμένης φιλοξενίας;
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην περίπτωση των ανήλικων αγοριών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Η προστασία από τη βία δεν μπορεί να εξαρτάται από το φύλο του παιδιού ούτε η ύπαρξη θεσμικού πλαισίου να θεωρείται επαρκής εάν στην πράξη δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις, κατάλληλο προσωπικό και σαφείς διαδικασίες άμεσης τοποθέτησης.
Για τον λόγο αυτό ζητούμε η συγκεκριμένη υπόθεση να αποτελέσει αφορμή για πραγματικό θεσμικό έλεγχο της επάρκειας του συστήματος: των διαθέσιμων δομών, των θέσεων για αγόρια, των διαδικασιών μεταξύ Εισαγγελίας, Αστυνομίας, κοινωνικών υπηρεσιών, νοσοκομείων και δομών παιδικής προστασίας, καθώς και του πρωτοκόλλου που εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση.
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μία ακόμη τραγική υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων, ούτε να εξαντληθεί στην αναζήτηση του ποιος έκανε τι, ποια υπηρεσία καθυστέρησε ή ποιος υπάλληλος δεν ανταποκρίθηκε όπως όφειλε.
Υπάρχει ένα πολύ πιο βαθύ και άβολο ερώτημα:
Τι ακριβώς προσφέρει το ελληνικό κράτος σε ένα ανήλικο αγόρι που πρέπει να απομακρυνθεί επειγόντως από το οικογενειακό του περιβάλλον λόγω σοβαρής παραμέλησης ή ενδοοικογενειακής βίας;
Στην υπόθεση της Κυψέλης, η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να δοθεί χωρίς να εκτεθεί ένα σοβαρό θεσμικό κενό.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, σύμφωνα με το χρονολόγιο που παρουσιάστηκε στη Βουλή, δόθηκε νέα εισαγγελική παραγγελία για την εξεύρεση πλαισίου φιλοξενίας των δύο ανηλίκων, ενώ παράλληλα ζητήθηκε νέα κοινωνική έρευνα.
Όμως η ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλης δομής δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον Σεπτέμβριο του 2025.
Σύμφωνα με το δημοσιευμένο ρεπορτάζ, τα δύο αγόρια είχαν μεταφερθεί ήδη τον Ιούνιο του 2025 στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» με εισαγγελική παραγγελία και, παρά τις προσπάθειες της κοινωνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου, τα αιτήματα για μεταφορά τους σε δομή φιλοξενίας φέρεται να έλαβαν αρνητική απάντηση τουλάχιστον οκτώ φορές.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το νοσοκομείο δεν είναι δομή φιλοξενίας κακοποιημένων παιδιών.
Δεν είναι χώρος μακροχρόνιας προστατευμένης διαμονής. Δεν είναι υποκατάστατο κοινωνικής δομής. Δεν μπορεί ένα παιδί που χρειάζεται προστασία να παραμένει σε νοσοκομειακό περιβάλλον απλώς επειδή το κράτος δεν διαθέτει κατάλληλη θέση.
Ακόμη και οι ίδιοι οι επαγγελματίες του νοσοκομείου έχουν επισημάνει ότι το νοσοκομειακό περιβάλλον δεν είναι κατάλληλο για παιδιά που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση.
Και τότε προκύπτει το αυτονόητο ερώτημα:
Πού ακριβώς έπρεπε να πάει ένα κακοποιημένο ανήλικο αγόρι;
Σε ποια εξειδικευμένη δομή;
Σε ποιο ασφαλές πλαίσιο;
Με ποιο προσωπικό;
Με ποια ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη;
Και κυρίως:
Πόσες διαθέσιμες θέσεις υπήρχαν πραγματικά για αγόρια που απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον λόγω ενδοοικογενειακής βίας ή σοβαρής παραμέλησης;
Αυτό δεν είναι δευτερεύον διοικητικό ζήτημα. Είναι ο πυρήνας της κρατικής προστασίας του παιδιού.
Την ίδια στιγμή, η χώρα έχει αναπτύξει έναν ολόκληρο θεσμικό λόγο γύρω από την «ορατότητα» της έμφυλης βίας, τη δημιουργία δομών, την ευαισθητοποίηση και την ανάγκη να αναγνωρίζονται τα θύματα.
Πολύ σωστά.
Αλλά η ορατότητα της βίας δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Αν ένα ανήλικο κορίτσι είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, το κράτος οφείλει να διαθέτει μηχανισμό άμεσης προστασίας.
Αν ένα ανήλικο αγόρι είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, οφείλει ακριβώς το ίδιο.
Δεν υπάρχει «δεύτερη κατηγορία» παιδιού.
Δεν υπάρχει δικαιολογία ότι το ένα φύλο χρειάζεται προστασία ενώ το άλλο μπορεί να περιμένει σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι μέχρι να βρεθεί κάποια λύση.
Και τα ίδια τα επίσημα στοιχεία αποδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Η Εθνική Στρατηγική για τη Βία και την Παραβατικότητα Ανηλίκων καταγράφει 3.542 ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας το 2024, έναντι 1.760 το 2023. Από αυτά, το 2024 καταγράφηκαν 1.686 αγόρια/άνδρες και 1.865 κορίτσια/γυναίκες.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν αγόρια θύματα.
Υπάρχουν. Και τα επίσημα στοιχεία το καταγράφουν.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει αντίστοιχη επιχειρησιακή ικανότητα του κράτους να τα προστατεύσει όταν χρειάζεται άμεση απομάκρυνση από το περιβάλλον τους.
Γιατί εάν η απάντηση είναι ότι υπάρχουν εισαγγελικές παραγγελίες αλλά δεν υπάρχουν κατάλληλες διαθέσιμες δομές, τότε έχουμε ένα θεμελιώδες πρόβλημα:
η εισαγγελική προστασία μετατρέπεται σε προστασία στα χαρτιά.
Και αυτό είναι κάτι που η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει καθαρά.
Δεν αρκεί να αναζητούμε εκ των υστέρων τις ατομικές ευθύνες. Πρέπει να εξεταστεί και η συστημική ευθύνη.
Ποια υπηρεσία είχε την ευθύνη να εξασφαλίσει κατάλληλη θέση;
Πόσες δομές ενημερώθηκαν;
Πόσες αρνήθηκαν;
Για ποιο λόγο;
Υπήρχε διαθέσιμη δομή για αγόρια;
Υπήρχε ειδική δομή για ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας;
Υπήρχε πρωτόκολλο για την περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση;
Και αν δεν υπήρχε, γιατί δεν υπήρχε;
Δεν μπορεί η απάντηση σε ένα παιδί που βρίσκεται υπό εισαγγελική προστασία να είναι ότι «αναζητείται πλαίσιο φιλοξενίας».
Το πλαίσιο πρέπει να υπάρχει πριν συμβεί η κρίση.
Αλλιώς δεν μιλάμε για ολοκληρωμένο σύστημα παιδικής προστασίας. Μιλάμε για ένα σύστημα που ενεργοποιείται αφού συμβεί η καταστροφή και στη συνέχεια προσπαθεί να βρει πού θα τοποθετήσει το θύμα.
Και υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα.
Η προστασία από την ενδοοικογενειακή βία δεν μπορεί να σχεδιάζεται με βάση στερεότυπα για το ποιος θεωρείται «τυπικό» θύμα.
Ένα αγόρι που υφίσταται βία, παραμέληση ή κακοποίηση δεν παύει να είναι παιδί επειδή είναι αγόρι.
Δεν χρειάζεται λιγότερη προστασία.
Χρειάζεται ίση προστασία.
Επομένως, η υπόθεση της Κυψέλης πρέπει να οδηγήσει σε πλήρη θεσμικό έλεγχο όχι μόνο των συγκεκριμένων ενεργειών και παραλείψεων, αλλά και της επάρκειας των δομών παιδικής προστασίας για ανήλικα αγόρια.
Πόσες θέσεις υπάρχουν σήμερα;
Πόσες είναι ειδικά διαθέσιμες για αγόρια;
Πόσες αφορούν θύματα ενδοοικογενειακής βίας;
Πόσα παιδιά βρίσκονται σήμερα σε νοσοκομεία επειδή δεν υπάρχει κατάλληλη δομή;
Πόσα εισαγγελικά αιτήματα φιλοξενίας έχουν απορριφθεί ή παραμείνει εκκρεμή λόγω έλλειψης θέσεων;
Πόσα αγόρια επιστρέφουν ή παραμένουν σε ακατάλληλο περιβάλλον επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο ασφαλές πλαίσιο;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν.
Και πρέπει να απαντηθούν με αριθμούς, δομές, διαθέσιμες θέσεις, πρωτόκολλα και συγκεκριμένες ευθύνες — όχι με γενικόλογες ανακοινώσεις περί ευαισθητοποίησης.
Γιατί όταν ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο, η «ορατότητα» από μόνη της δεν προστατεύει κανέναν.
Η προστασία απαιτεί διαθέσιμη κλίνη, ασφαλή δομή, εξειδικευμένο προσωπικό και άμεση δυνατότητα απομάκρυνσης.
Και αν αυτά δεν υπάρχουν για τα ανήλικα αγόρια, τότε η Πολιτεία οφείλει να το αναγνωρίσει δημόσια και να εξηγήσει γιατί.
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν πρέπει να κλείσει με την αναζήτηση ενός ή περισσότερων προσώπων που θα χρεωθούν την αποτυχία.
Πρέπει να απαντήσει και σε κάτι πολύ μεγαλύτερο:
Πόσο πραγματικά προστατευμένο είναι ένα παιδί στην Ελλάδα όταν η Πολιτεία αποφασίζει ότι πρέπει να απομακρυνθεί από το σπίτι του, αλλά δεν έχει πού να το πάει;
ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η προστασία ενός παιδιού πρέπει να υπάρχει στην πράξη
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως μία ακόμη μεμονωμένη υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων. Αποτελεί αφορμή για ένα πολύ ευρύτερο θεσμικό ερώτημα: όταν ένα ανήλικο παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και χρειάζεται να απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, υπάρχει πράγματι, εκείνη τη στιγμή, κατάλληλος και ασφαλής χώρος όπου μπορεί να μεταφερθεί;
Η υπόθεση δεν πρέπει να αποτελέσει ακόμη μία περίπτωση όπου, μετά την αποκάλυψη μιας τραγωδίας, όλοι αναζητούν εκ των υστέρων ποιος γνώριζε, ποιος ενημερώθηκε, ποιος έπρεπε να ενεργήσει και ποιος τελικά δεν ενήργησε. Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλούστερο και πολύ πιο δύσκολο:
Όταν ένα παιδί χρειάζεται άμεση προστασία, υπάρχει πράγματι κάπου να πάει;
Η έκδοση μιας εισαγγελικής παραγγελίας αποτελεί αναγκαίο βήμα προστασίας. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί και το τελευταίο. Η πραγματική προστασία αρχίζει όταν η απόφαση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, με διαθέσιμη και κατάλληλη δομή, εξειδικευμένο προσωπικό, ασφαλείς συνθήκες φιλοξενίας και σαφή συντονισμό μεταξύ Εισαγγελίας, Αστυνομίας, κοινωνικών υπηρεσιών, νοσοκομείων και φορέων παιδικής προστασίας.
Εάν ένα παιδί παραμένει σε νοσοκομείο επειδή δεν έχει βρεθεί κατάλληλη δομή, εάν η ευθύνη μεταφέρεται από υπηρεσία σε υπηρεσία ή εάν η προστασία εξαρτάται από το αν θα βρεθεί εκ των υστέρων μια διαθέσιμη θέση, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η διαχείριση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Είναι ζήτημα επάρκειας του ίδιου του συστήματος παιδικής προστασίας.
Και το ερώτημα αυτό πρέπει να απαντηθεί χωρίς διακρίσεις: για κάθε παιδί, κάθε ηλικία και κάθε φύλο. Ένα αγόρι που βρίσκεται σε κατάσταση κακοποίησης, παραμέλησης ή ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να θεωρείται λιγότερο επείγουσα περίπτωση επειδή οι διαθέσιμες δομές, οι διαδικασίες ή τα πρωτόκολλα δεν έχουν προβλέψει επαρκώς τη δική του ανάγκη προστασίας.
Γιατί ένα σύστημα προστασίας κρίνεται όχι μόνο από το πόσο καλά λειτουργεί όταν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις και ομαλές συνθήκες, αλλά κυρίως από το τι κάνει όταν ένα παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και όλες οι εύκολες λύσεις έχουν τελειώσει.
Εάν υπάρχει εισαγγελική εντολή αλλά δεν υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη δομή, τότε η Πολιτεία έχει εκπληρώσει μόνο το πρώτο μισό της υποχρέωσής της. Η προστασία δεν είναι ένα έγγραφο, μία παραγγελία, μία παραπομπή ή μία θέση σε έναν κατάλογο φορέων. Προστασία είναι το παιδί να βρίσκεται πραγματικά, άμεσα και με ασφάλεια σε κατάλληλο περιβάλλον.
Και όταν αυτό δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, δεν αρκεί να αναζητηθεί ένας τελευταίος κρίκος για να του αποδοθεί η ευθύνη. Οφείλει να εξεταστεί ολόκληρη η αλυσίδα: Εισαγγελία, Αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες, νοσοκομεία, δομές παιδικής προστασίας, εποπτευόμενοι φορείς και αρμόδια Υπουργεία. Πρέπει να εξεταστεί πού ακριβώς δημιουργήθηκε το κενό, ποιος είχε την αρμοδιότητα να το προλάβει και ποιος είχε την ευθύνη να εξασφαλίσει ότι η προστασία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄
ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΑΠΟ ΒΙΑ, ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ
1. Σύνταγμα της Ελλάδας
Το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Το άρθρο 4 κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου και την ίση προστασία των πολιτών.
Το άρθρο 21 παρ. 1 και 3 αναγνωρίζει την προστασία της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας και επιβάλλει ειδική μέριμνα του Κράτους.
Το άρθρο 25 κατοχυρώνει την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και επιβάλλει στα κρατικά όργανα την υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο του ανηλίκου.
2. Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού – Ν. 2101/1992
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού αποτελεί βασικό διεθνές νομικό πλαίσιο για την προστασία κάθε παιδιού.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- άρθρο 2: απαγόρευση διακρίσεων,
- άρθρο 3: το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα,
- άρθρο 6: δικαίωμα στη ζωή, επιβίωση και ανάπτυξη,
- άρθρο 19: προστασία του παιδιού από κάθε μορφή σωματικής ή ψυχικής βίας, τραυματισμού ή κακομεταχείρισης, παραμέλησης ή εκμετάλλευσης,
- άρθρο 20: ειδική προστασία και βοήθεια παιδιών που στερούνται προσωρινά ή μόνιμα το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Επομένως, η υποχρέωση προστασίας δεν εξαντλείται στην καταγραφή ενός περιστατικού ή στην έκδοση μιας εισαγγελικής παραγγελίας. Απαιτείται αποτελεσματικός μηχανισμός προστασίας του παιδιού όταν αυτό απομακρύνεται από το οικογενειακό του περιβάλλον.
3. Ν. 3500/2006 – Αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας
Ο Ν. 3500/2006 αποτελεί τον βασικό ελληνικό νόμο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Ο νόμος περιλαμβάνει ρητά στην έννοια της οικογένειας κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- άρθρο 1: πεδίο εφαρμογής και έννοια της οικογένειας,
- άρθρο 6: ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη,
- άρθρο 7: ενδοοικογενειακή απειλή και παράνομη βία,
- άρθρο 9: ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας,
- άρθρο 19: ειδικές ρυθμίσεις για την εξέταση ανηλίκων,
- άρθρο 20: προστασία της εμπιστευτικότητας των στοιχείων θυμάτων,
- άρθρο 21: κοινωνική συμπαράσταση και αναγκαία υλική συνδρομή στα θύματα.
Το άρθρο 21 είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την παρούσα επιστολή, καθώς προβλέπει ηθική συμπαράσταση και αναγκαία υλική συνδρομή στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας μέσω αρμόδιων φορέων και κοινωνικών υπηρεσιών.
4. Ν. 4800/2021 – Βέλτιστο συμφέρον του τέκνου
Με τον Ν. 4800/2021 τροποποιήθηκε το άρθρο 1511 ΑΚ και κατοχυρώθηκε ρητά ότι κάθε απόφαση σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.
Η αρχή αυτή πρέπει να συνδέεται με την πραγματική ασφάλεια του παιδιού και όχι μόνο με τη θεωρητική διατήρηση της οικογενειακής σχέσης.
5. Ν. 5029/2023 – «Ζούμε Αρμονικά Μαζί – Σπάμε τη Σιωπή»
Ο Ν. 5029/2023 εντάσσεται στο ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας και της κακοποίησης ανηλίκων. Η Εθνική Στρατηγική 2025–2030 τον περιλαμβάνει μεταξύ των βασικών νομοθετικών παρεμβάσεων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των ανηλίκων.
6. Ν. 5090/2024
Η Εθνική Στρατηγική 2025–2030 αναφέρει τον Ν. 5090/2024 ως νομοθετική παρέμβαση για τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου πρόληψης και καταπολέμησης της ενδοοικογενειακής βίας και για την αυστηροποίηση της αντιμετώπισης αδικημάτων σε βάρος ανηλίκων.
Η ύπαρξη αυστηρότερου ποινικού πλαισίου, όμως, δεν υποκαθιστά την ανάγκη ύπαρξης πραγματικών δομών άμεσης προστασίας.
7. Εθνική Στρατηγική 2025–2030 για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων
Η Εθνική Στρατηγική 2025–2030 δηλώνει ως βασικό στόχο την πρόληψη της βίας κατά των παιδιών σε όλες τις εκφάνσεις της, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, με επίκεντρο την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.
Η ίδια στρατηγική προβλέπει 29 πολιτικές, 69 δράσεις και 38 δείκτες παρακολούθησης και συντονίζει τη δράση πολλών Υπουργείων και φορέων.
Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να απαντήσει με συγκεκριμένα στοιχεία ως προς το εάν υπάρχει επαρκές δίκτυο άμεσης φιλοξενίας και προστασίας για ανήλικα θύματα βίας, συμπεριλαμβανομένων των αγοριών.
8. Απαγόρευση διάκρισης λόγω φύλου
Το σύνολο του ανωτέρω πλαισίου πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς διάκριση λόγω φύλου. Η ανάγκη ειδικής προστασίας των κοριτσιών από συγκεκριμένες μορφές βίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μειωμένη ορατότητα ή μειωμένη επιχειρησιακή προστασία των αγοριών.
Η αρχή της ισότητας επιβάλλει το κράτος να διαθέτει αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας για κάθε ανήλικο θύμα.
9. Το κρίσιμο θεσμικό ερώτημα
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ένα πρακτικό ερώτημα που η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει:
Όταν εισαγγελική ή δικαστική αρχή κρίνει ότι ένα ανήλικο πρέπει να απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον λόγω κινδύνου, ποιος είναι ο συγκεκριμένος διαθέσιμος μηχανισμός άμεσης και ασφαλούς φιλοξενίας του;
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄
ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Α. Επίσημες κρατικές και θεσμικές πηγές
- Ελληνική Κυβέρνηση – Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025–2030 – «Δίπλα στα Παιδιά, Απέναντι στη Βία».
Η επίσημη στρατηγική αποτελεί το βασικό κυβερνητικό κείμενο για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των ανηλίκων και περιλαμβάνει ειδική αναφορά στην ενδοοικογενειακή βία. - Γενική Γραμματεία Συντονισμού – Εθνική Στρατηγική 2025–2030.
Η επίσημη σελίδα παρουσιάζει τη στρατηγική ως ολιστικό πλαίσιο με 29 πολιτικές, 69 δράσεις και 38 δείκτες παρακολούθησης. - Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη – παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής 2025–2030, 5.5.2025.
- Εθνική Στρατηγική – πλήρες κείμενο.
Το επίσημο κείμενο αναφέρει ως στρατηγικό στόχο την προστασία των παιδιών από κάθε μορφή βίας και παραπέμπει ειδικά στα άρθρα 19 και 34 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Β. Ελληνική νομοθεσία
- Ν. 2101/1992 – Κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
- Ν. 3500/2006 – Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις.
Ιδιαίτερα άρθρα 1, 6, 7, 9, 19, 20 και 21. - Ν. 4800/2021 – Μεταρρυθμίσεις στις σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές διατάξεις.
Ιδιαίτερα άρθρο 5, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 1511 ΑΚ και κατοχυρώθηκε η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. - Ν. 5029/2023 – «Ζούμε Αρμονικά Μαζί – Σπάμε τη Σιωπή».
Εντάσσεται στο σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας και προστασίας των ανηλίκων. - Ν. 5090/2024 – Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις.
Σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με την επικαιροποίηση του πλαισίου αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας και αδικημάτων σε βάρος ανηλίκων.
Γ. Διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο
- Convention on the Rights of the Child (UN CRC) – ιδίως άρθρα 2, 3, 6, 19 και 20.
- European Convention on Human Rights (ECHR) – ιδίως άρθρα 3, 8 και 14.
- Charter of Fundamental Rights of the European Union – ιδίως άρθρα 20, 21, 24 και 47.
- Council of Europe – Convention on preventing and combating violence against women and domestic violence (Istanbul Convention) – ιδίως ως προς την υποχρέωση πρόληψης, προστασίας θυμάτων και ανάπτυξης κατάλληλων υπηρεσιών.
Δ. Πηγές για την υπόθεση της Κυψέλης
- Δημοσιευμένα ρεπορτάζ και αναφορές σχετικά με το χρονολόγιο της υπόθεσης, τις εισαγγελικές ενέργειες, τη μεταφορά των ανηλίκων στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» και τις προσπάθειες εξεύρεσης κατάλληλου πλαισίου φιλοξενίας.
- Η αναφορά ότι στις 9 Σεπτεμβρίου 2025 δόθηκε νέα εισαγγελική παραγγελία για την εξεύρεση πλαισίου φιλοξενίας πρέπει, στην τελική έκδοση της επιστολής, να παραπέμπει στην πρωτογενή πηγή ή στο επίσημο κοινοβουλευτικό υλικό όπου καταγράφηκε, εφόσον αυτό είναι διαθέσιμο.
Ε. Κεντρικό ζήτημα προς θεσμικό έλεγχο
Η παρούσα αναφορά δεν υποστηρίζει ότι η έλλειψη διαθέσιμης δομής αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγκεκριμένης ποινικής ή πειθαρχικής ευθύνης συγκεκριμένου προσώπου.
Θέτει διαφορετικό και ευρύτερο θεσμικό ερώτημα:
Εάν το κράτος έχει θεσπίσει υποχρέωση άμεσης προστασίας των ανηλίκων από βία και εάν εκδίδεται εισαγγελική εντολή απομάκρυνσης ενός παιδιού από το οικογενειακό περιβάλλον, διαθέτει πράγματι το κράτος επαρκείς, κατάλληλες και άμεσα διαθέσιμες δομές για την εφαρμογή της απόφασης αυτής;
Η απάντηση πρέπει να δοθεί με συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία:
- αριθμός διαθέσιμων θέσεων,
- αριθμός δομών,
- ηλικιακή καταλληλότητα,
- διαθεσιμότητα θέσεων για αγόρια,
- διαθεσιμότητα ειδικών θέσεων για θύματα ενδοοικογενειακής βίας,
- αριθμός αιτημάτων φιλοξενίας που δεν κατέστη δυνατό να ικανοποιηθούν,
- χρόνος αναμονής μέχρι την τοποθέτηση,
- αριθμός ανηλίκων που παραμένουν προσωρινά σε νοσοκομεία λόγω έλλειψης κατάλληλης δομής,
- προβλεπόμενο πρωτόκολλο όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση,
- αρμόδιος φορέας για την άμεση εξεύρεση εναλλακτικής ασφαλούς λύσης.
Αυτά τα στοιχεία είναι απαραίτητα ώστε η συζήτηση για την υπόθεση της Κυψέλης να μην περιοριστεί στην αναζήτηση εκ των υστέρων ατομικών ευθυνών, αλλά να εξεταστεί εάν το ίδιο το σύστημα παιδικής προστασίας διαθέτει την απαιτούμενη επιχειρησιακή επάρκεια.
SUBJECT: The Kypseli Case and the
Institutional Adequacy of Protection for
Minor Boys – Where Are the Structures
When the Victim Is a Boy?
The Kypseli case cannot be treated merely as another tragic case of child abuse, nor
should it be reduced solely to determining who did what, which service was delayed,
or which official may have failed to respond as required.
There is a much deeper and more difficult institutional question:
What exactly does the Greek state provide for a minor boy who must be urgently
removed from his family environment because of serious neglect or domestic
violence?
In the Kypseli case, this question is particularly significant, as the publicly reported
information and the chronology presented to Parliament raise serious questions
regarding the ability to secure an appropriate placement for the two minor boys.
According to published reports and the chronology made public, on 9 September 2025
a new prosecutorial order was issued seeking an appropriate residential placement for
the two minors, while a new social investigation was also requested.
However, the need to find an appropriate placement did not suddenly arise in
September 2025. According to published reports, the two boys had already been
transferred in June 2025 to the Agia Sofia Children’s Hospital under a prosecutorial
order and, according to the information made public, repeated efforts had been made
by the hospital’s social services to secure their transfer to an appropriate residential
facility.
This is where the central institutional question lies.
A hospital is not a residential facility for abused children.
It is not a long-term child-protection setting, nor can it function as a substitute for an
appropriate social-care structure. If a child requires protection and removal from the
family environment, remaining in a hospital because an appropriate placement cannot
be found cannot be regarded as a normal or adequate solution.
The obvious question therefore arises:
Where exactly was an abused minor boy supposed to go?
To which specialised facility?
To what safe environment?
2
With what staff?
With what psychological and social support?
And above all:
How many places are actually available for boys who need to be removed from
their family environment because of domestic violence or serious neglect?
This is not a secondary administrative issue. It lies at the heart of effective child
protection.
Greece now has a National Strategy for the Prevention of Violence and the Prevention
and Response to Juvenile Delinquency for 2025–2030. The Strategy expressly
includes domestic violence among the principal forms of violence affecting minors
and identifies the prevention of violence against children and the protection of
children’s rights as strategic objectives. It also provides for inter-ministerial and inter-
institutional cooperation and monitoring mechanisms through specific indicators.
For precisely this reason, it is important that the State be able to provide concrete
information concerning the actual availability and suitability of child-protection
facilities.
The protection of children cannot be designed around stereotypes concerning who is
considered a “typical” victim.
If a minor girl is a victim of domestic violence, the State must have a mechanism for
immediate protection.
If a minor boy is a victim of domestic violence, it must have the same obligation and
capacity.
There is no second category of child.
The need for specific protection of girls from particular forms of violence cannot
result in reduced visibility or reduced operational protection for boys.
The central question, therefore, is not whether boys are victims.
They are.
The question is whether the State has the corresponding operational capacity to
protect them when they need to be removed immediately from their environment.
If prosecutorial orders exist but no appropriate placement is immediately available,
then a serious question arises concerning the effectiveness of protection:
prosecutorial protection risks becoming protection on paper.
Issuing a prosecutorial order is a necessary step. It cannot, however, be the final step.
3
Effective protection begins when that decision can be implemented immediately,
through an available and appropriate facility, specialised personnel, safe
accommodation and clear coordination between prosecutors, police, social services,
hospitals and child-protection providers.
Accordingly, it is not sufficient to look retrospectively for individual responsibility.
The entire institutional and administrative chain of responsibility must also be
examined.
Which service was responsible for securing an appropriate placement?
How many facilities were contacted?
How many suitable places were actually available?
Was an appropriate facility available for boys?
Was there a specialised framework for minor victims of domestic violence?
Was there a protocol for situations in which no suitable place was available?
And if there was not, why not?
The protection framework must be available before the crisis occurs, rather than
being improvised after a child has already been removed from the family home.
The National Strategy for 2025–2030 provides for 69 actions and 38 monitoring
indicators, involving competent ministries and supervised bodies.
This also creates a concrete institutional need for transparency: the State should be
able to determine and report, at least in aggregated form, whether its immediate child-
protection mechanisms are adequate for all categories of minors.
The Kypseli case should therefore lead to a full institutional review not only of the
specific actions and omissions involved, but also of the adequacy of child-protection
facilities for minor boys.
How many appropriate places exist today?
How many are available for boys?
How many are suitable for victims of domestic violence?
How many children remain in hospital settings because an appropriate
placement has not been found?
How many placement requests remain pending because suitable places are
unavailable?
4
Are there cases in which boys remain in, or are returned to, unsuitable
environments because no safe alternative is available?
These are questions that should be answered through numbers, facilities, available
places, protocols and clearly defined responsibilities — not merely through general
statements about awareness.
Because when a child is in danger, “visibility” alone does not protect anyone.
Protection requires a real capacity for immediate removal, a safe facility,
appropriate personnel and continuing support.
Responsibility for protecting a minor at risk cannot simply be transferred from one
service to another or disappear within a chain of prosecutorial orders, police actions,
judicial proceedings, legal representation and administrative referrals.
The Prosecution Service has the authority to order the necessary protective
measures; the Police must intervene and ensure immediate protection when there is a
risk; lawyers and legal representatives must safeguard the child’s rights and best
interests; social services and child-protection facilities must have a genuine capacity
to provide safe accommodation and support; and the competent Ministries and
supervised bodies must have secured the necessary network, staffing, places and
protocols so that no protection order reaches an institutional dead end.
When, despite a protection order, a child remains without appropriate accommodation
or is required to remain in a hospital because no suitable facility can be found, the
State should examine not only any potential individual responsibility of those who
handled the particular case, but also the chain of institutional and administrative
responsibility that allowed such a gap to arise.
Child protection does not end with the issuance of a prosecutorial order.
It is completed only when the child is actually placed in a safe, appropriate and
protected environment.
CONCLUSION – Child Protection Must Exist in
Practice
The Kypseli case should not be treated merely as another isolated case of child abuse.
It raises a much broader institutional question:
When a minor child is in immediate danger and needs to be removed from the
family environment, is there actually, at that moment, a suitable and safe place
to which the child can be transferred?
The question is even simpler: When a child needs immediate protection, is there
actually somewhere for that child to go?
5
A prosecutorial order is a necessary protective measure. It cannot, however, be the
final step. Effective protection begins when that decision can actually be implemented
immediately.
If a child remains in hospital because an appropriate facility has not been found, if
responsibility is passed from one service to another, or if protection depends on
finding an available place after the crisis has already occurred, then the issue is no
longer merely the management of an individual case.
It becomes a question of the adequacy of the child-protection system itself.
And this question must be answered without discrimination:
for every child, every age and every sex.
A boy who is experiencing abuse, neglect or domestic violence cannot be regarded as
a less urgent case because available facilities, procedures or protocols have not
adequately anticipated his particular protection needs.
A protection system should be assessed not only by how well it functions when places
are available and circumstances are orderly, but above all by what it does when a
child is in immediate danger and all the easy solutions have run out.
No child should become “a pending case.”
No boy should become invisible because the system has failed to adequately
anticipate his need for protection.
And the discussion cannot end with childhood. The way in which a system treats boys
as children and young men as they grow older is also a matter worthy of institutional
examination.
If recurring gaps appear in different areas — domestic violence, child protection,
social care, mental health, education or access to support services — that affect boys
and young men, they should neither be ignored nor treated as inevitable.
They should be documented, measured and examined institutionally.
Equality in protection is not demonstrated only through general declarations. It is
demonstrated through the actual ability of every child to access a safe environment,
appropriate care, social and psychological support and effective protection when such
protection is required.
If, even in a case of immediate danger, there is no genuine capacity to transfer a child
to a safe and appropriate environment, then this is not merely a problem in the
implementation of child protection.
It may indicate a structural gap in child protection itself — and the way in which
such a gap affects boys and, subsequently, young men is an issue that the State
should now examine openly, on the basis of evidence and without exclusion.
ΘΕΜΑ:θεσμική επάρκεια προστασίας
ανήλικων αγοριών – Πού είναι οι δομές
όταν το θύμα είναι αγόρι;
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μία ακόμη τραγική
υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων ούτε να εξαντληθεί στην αναζήτηση του ποιος έκανε
τι, ποια υπηρεσία καθυστέρησε ή ποιος υπάλληλος δεν ανταποκρίθηκε όπως όφειλε.
Υπάρχει ένα πολύ βαθύτερο και κρίσιμο θεσμικό ερώτημα:
Τι ακριβώς προσφέρει το ελληνικό κράτος σε ένα ανήλικο αγόρι που πρέπει να
απομακρυνθεί επειγόντως από το οικογενειακό του περιβάλλον λόγω σοβαρής
παραμέλησης ή ενδοοικογενειακής βίας;
Στην υπόθεση της Κυψέλης, το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα
δημοσιευμένα στοιχεία και το χρονολόγιο που παρουσιάστηκε στη Βουλή εγείρουν
σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα εξεύρεσης κατάλληλου πλαισίου
φιλοξενίας για τα δύο ανήλικα αγόρια.
Σύμφωνα με το δημοσιευμένο ρεπορτάζ και το σχετικό χρονολόγιο, στις 9
Σεπτεμβρίου 2025 δόθηκε νέα εισαγγελική παραγγελία για την εξεύρεση πλαισίου
φιλοξενίας των δύο ανηλίκων, ενώ παράλληλα ζητήθηκε νέα κοινωνική έρευνα.
Ωστόσο, η ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλης δομής δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον
Σεπτέμβριο του 2025. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ, τα δύο αγόρια είχαν
μεταφερθεί ήδη τον Ιούνιο του 2025 στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» με
εισαγγελική παραγγελία και, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, είχαν προηγηθεί
επανειλημμένες προσπάθειες της κοινωνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου για τη
μεταφορά τους σε κατάλληλη δομή.
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό θεσμικό ερώτημα.
Το νοσοκομείο δεν είναι δομή φιλοξενίας κακοποιημένων παιδιών.
Δεν αποτελεί χώρο μακροχρόνιας κοινωνικής προστασίας ούτε μπορεί να λειτουργεί
ως υποκατάστατο μιας κατάλληλης δομής παιδικής προστασίας. Εάν ένα παιδί
χρειάζεται προστασία και απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον, η
παραμονή του σε νοσοκομειακό περιβάλλον λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κατάλληλης
δομής δεν μπορεί να θεωρείται κανονική λύση.
Και τότε προκύπτει το αυτονόητο ερώτημα:
Πού ακριβώς έπρεπε να πάει ένα κακοποιημένο ανήλικο αγόρι;
Σε ποια εξειδικευμένη δομή;
Σε ποιο ασφαλές πλαίσιο;
2
Με ποιο προσωπικό;
Με ποια ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη;
Και κυρίως:
Πόσες διαθέσιμες θέσεις υπάρχουν πραγματικά για αγόρια που πρέπει να
απομακρυνθούν από το οικογενειακό τους περιβάλλον λόγω ενδοοικογενειακής
βίας ή σοβαρής παραμέλησης;
Αυτό δεν είναι δευτερεύον διοικητικό ζήτημα. Είναι ο πυρήνας της πρακτικής
προστασίας του παιδιού.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον Εθνική Στρατηγική 2025–2030 για την πρόληψη της βίας
και την αντιμετώπιση της παραβατικότητας ανηλίκων. Η ίδια η Στρατηγική
αναγνωρίζει την ενδοοικογενειακή βία ως μία από τις βασικές μορφές βίας που
αφορούν ανηλίκους και θέτει ως στρατηγικό στόχο την πρόληψη της βίας κατά των
παιδιών και την προστασία των δικαιωμάτων τους. Προβλέπει επίσης διυπουργική
και διαθεσμική συνεργασία και μηχανισμούς παρακολούθησης μέσω δεικτών.
Ακριβώς γι’ αυτό το πλαίσιο καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό να μπορεί η Πολιτεία
να απαντήσει με συγκεκριμένα στοιχεία για την πραγματική διαθεσιμότητα και
καταλληλότητα των δομών παιδικής προστασίας.
Η προστασία της παιδικής ηλικίας δεν μπορεί να εξαρτάται από στερεότυπα για το
ποιος θεωρείται «τυπικό» θύμα.
Αν ένα ανήλικο κορίτσι είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, το κράτος οφείλει να
διαθέτει μηχανισμό άμεσης προστασίας.
Αν ένα ανήλικο αγόρι είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, οφείλει ακριβώς το ίδιο.
Δεν υπάρχει δεύτερη κατηγορία παιδιού.
Η ανάγκη ειδικής προστασίας των κοριτσιών από συγκεκριμένες μορφές βίας δεν
μπορεί να οδηγεί σε μειωμένη ορατότητα ή μειωμένη επιχειρησιακή προστασία των
αγοριών.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν αγόρια θύματα.
Υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει αντίστοιχη επιχειρησιακή ικανότητα του κράτους να τα
προστατεύσει όταν χρειάζεται άμεση απομάκρυνση από το περιβάλλον τους.
Γιατί εάν υπάρχουν εισαγγελικές παραγγελίες αλλά δεν υπάρχει άμεσα διαθέσιμη και
κατάλληλη δομή, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα αποτελεσματικότητας της
προστασίας:
η εισαγγελική προστασία κινδυνεύει να μετατραπεί σε προστασία στα χαρτιά.
3
Η έκδοση μιας εισαγγελικής παραγγελίας αποτελεί αναγκαίο βήμα. Δεν μπορεί όμως
να αποτελεί και το τελευταίο.
Η πραγματική προστασία αρχίζει όταν η απόφαση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα,
με διαθέσιμη και κατάλληλη δομή, εξειδικευμένο προσωπικό, ασφαλείς συνθήκες
φιλοξενίας και σαφή συντονισμό μεταξύ Εισαγγελίας, Αστυνομίας, κοινωνικών
υπηρεσιών, νοσοκομείων και φορέων παιδικής προστασίας.
Επομένως, δεν αρκεί να αναζητούνται εκ των υστέρων ατομικές ευθύνες. Πρέπει να
εξεταστεί και η θεσμική και διοικητική αλυσίδα ευθύνης.
Ποια υπηρεσία είχε την ευθύνη να εξασφαλίσει κατάλληλη θέση;
Πόσες δομές ενημερώθηκαν;
Πόσες υπήρχαν πραγματικά διαθέσιμες;
Υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη δομή για αγόρια;
Υπήρχε ειδικό πλαίσιο για ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας;
Υπήρχε πρωτόκολλο για την περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση;
Και αν δεν υπήρχε, γιατί δεν υπήρχε;
Το πλαίσιο προστασίας πρέπει να είναι διαθέσιμο πριν από την κρίση και όχι να
αναζητείται αφού το παιδί έχει ήδη απομακρυνθεί από το σπίτι του.
Η Εθνική Στρατηγική 2025–2030 προβλέπει 69 δράσεις και 38 δείκτες
παρακολούθησης, με συμμετοχή συναρμόδιων Υπουργείων και εποπτευόμενων
φορέων.
Αυτό δημιουργεί και μια συγκεκριμένη θεσμική υποχρέωση διαφάνειας: η Πολιτεία
πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει και να δημοσιοποιεί, τουλάχιστον σε
συγκεντρωτικό επίπεδο, εάν οι μηχανισμοί άμεσης προστασίας επαρκούν για όλες τις
κατηγορίες ανηλίκων.
Επομένως, η υπόθεση της Κυψέλης πρέπει να οδηγήσει σε πλήρη θεσμικό έλεγχο όχι
μόνο των συγκεκριμένων ενεργειών και παραλείψεων, αλλά και της επάρκειας των
δομών παιδικής προστασίας για ανήλικα αγόρια.
Πόσες κατάλληλες θέσεις υπάρχουν σήμερα;
Πόσες είναι διαθέσιμες για αγόρια;
Πόσες αφορούν θύματα ενδοοικογενειακής βίας;
Πόσα παιδιά παραμένουν σε νοσοκομειακό περιβάλλον επειδή δεν έχει βρεθεί
κατάλληλη δομή;
4
Πόσα αιτήματα φιλοξενίας παραμένουν εκκρεμή λόγω έλλειψης κατάλληλων
θέσεων;
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αγόρια παραμένουν ή επιστρέφουν σε ακατάλληλο
περιβάλλον επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο ασφαλές πλαίσιο;
Αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν με αριθμούς, δομές, διαθέσιμες
θέσεις, πρωτόκολλα και συγκεκριμένες αρμοδιότητες — όχι μόνο με γενικόλογες
ανακοινώσεις περί ευαισθητοποίησης.
Γιατί όταν ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο, η «ορατότητα» από μόνη της δεν
προστατεύει κανέναν.
Η προστασία απαιτεί πραγματική δυνατότητα άμεσης απομάκρυνσης, ασφαλή
δομή, κατάλληλο προσωπικό και συνεχή υποστήριξη.
Η ευθύνη για την προστασία ενός ανηλίκου που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν μπορεί να
μετακυλίεται από υπηρεσία σε υπηρεσία ούτε να εξαφανίζεται μέσα στην αλληλουχία
εισαγγελικών παραγγελιών, αστυνομικών ενεργειών, δικαστικών διαδικασιών,
νομικών εκπροσωπήσεων και διοικητικών παραπομπών.
Η Εισαγγελία έχει την αρμοδιότητα να διατάσσει τα αναγκαία μέτρα προστασίας, η
Αστυνομία να παρεμβαίνει και να διασφαλίζει την άμεση προστασία όταν συντρέχει
κίνδυνος, οι δικηγόροι και οι νομικοί εκπρόσωποι να διασφαλίζουν τα δικαιώματα
και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι δομές
παιδικής προστασίας να διαθέτουν πραγματική δυνατότητα ασφαλούς φιλοξενίας
και υποστήριξης και τα αρμόδια Υπουργεία και οι εποπτευόμενοι φορείς να έχουν
εξασφαλίσει το αναγκαίο δίκτυο, το προσωπικό, τις θέσεις και τα πρωτόκολλα ώστε
καμία εντολή προστασίας να μην καταλήγει σε αδιέξοδο.
Όταν, παρά την έκδοση εντολής προστασίας, ένα παιδί παραμένει χωρίς κατάλληλο
χώρο φιλοξενίας ή αναγκάζεται να παραμένει σε νοσοκομειακό περιβάλλον επειδή
δεν βρίσκεται διαθέσιμη κατάλληλη δομή, η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει όχι μόνο
την ενδεχόμενη ατομική ευθύνη όσων χειρίστηκαν τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά
και την αλυσίδα της θεσμικής και διοικητικής ευθύνης που επέτρεψε να δημιουργηθεί
αυτό το κενό.
Διότι η προστασία του παιδιού δεν ολοκληρώνεται με την έκδοση μιας εισαγγελικής
παραγγελίας.
Ολοκληρώνεται μόνο όταν το παιδί βρίσκεται πράγματι σε ασφαλές, κατάλληλο
και προστατευμένο περιβάλλον.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η προστασία ενός παιδιού πρέπει να
υπάρχει στην πράξη
5
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως μία ακόμη
μεμονωμένη υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων. Αποτελεί αφορμή για ένα ευρύτερο
θεσμικό ερώτημα:
Όταν ένα ανήλικο παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και χρειάζεται να
απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, υπάρχει πράγματι, εκείνη τη
στιγμή, κατάλληλος και ασφαλής χώρος όπου μπορεί να μεταφερθεί;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ακόμη απλούστερο:
Όταν ένα παιδί χρειάζεται άμεση προστασία, υπάρχει πράγματι κάπου να πάει;
Η έκδοση μιας εισαγγελικής παραγγελίας αποτελεί αναγκαίο βήμα προστασίας. Δεν
μπορεί όμως να αποτελεί και το τελευταίο. Η πραγματική προστασία αρχίζει όταν η
απόφαση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα.
Εάν ένα παιδί παραμένει σε νοσοκομείο επειδή δεν έχει βρεθεί κατάλληλη δομή, εάν
η ευθύνη μεταφέρεται από υπηρεσία σε υπηρεσία ή εάν η προστασία εξαρτάται από
το αν θα βρεθεί εκ των υστέρων μια διαθέσιμη θέση, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον
μόνο η διαχείριση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης.
Είναι ζήτημα επάρκειας του ίδιου του συστήματος παιδικής προστασίας.
Και το ερώτημα αυτό πρέπει να απαντηθεί χωρίς διακρίσεις:
για κάθε παιδί, κάθε ηλικία και κάθε φύλο.
Ένα αγόρι που βρίσκεται σε κατάσταση κακοποίησης, παραμέλησης ή
ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να θεωρείται λιγότερο επείγουσα περίπτωση
επειδή οι διαθέσιμες δομές, οι διαδικασίες ή τα πρωτόκολλα δεν έχουν προβλέψει
επαρκώς τη δική του ανάγκη προστασίας.
Ένα σύστημα προστασίας κρίνεται όχι μόνο από το πόσο καλά λειτουργεί όταν
υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις και ομαλές συνθήκες, αλλά κυρίως από το τι κάνει όταν
ένα παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και όλες οι εύκολες λύσεις έχουν
τελειώσει.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να γίνεται «περίπτωση που εκκρεμεί».
Κανένα αγόρι δεν πρέπει να γίνεται αόρατο επειδή το σύστημα δεν έχει
προβλέψει επαρκώς τη δική του ανάγκη προστασίας.
Και η συζήτηση δεν μπορεί να σταματήσει στην παιδική ηλικία. Ο τρόπος με τον
οποίο ένα σύστημα αντιμετωπίζει τα αγόρια όταν είναι παιδιά και τους νεαρούς
άνδρες όταν μεγαλώνουν αποτελεί επίσης ζήτημα που αξίζει θεσμικής εξέτασης.
Εάν σε διαφορετικά πεδία —στην ενδοοικογενειακή βία, στην παιδική προστασία,
στην κοινωνική φροντίδα, στην ψυχική υγεία, στην εκπαίδευση ή στην πρόσβαση σε
υποστηρικτικές υπηρεσίες— εμφανίζονται επανειλημμένα κενά που αφορούν αγόρια
6
και νεαρούς άνδρες, τότε αυτά δεν πρέπει ούτε να αγνοούνται ούτε να θεωρούνται
αυτονόητα.
Πρέπει να καταγράφονται, να μετρώνται και να εξετάζονται θεσμικά.
Η ισότητα στην προστασία δεν αποδεικνύεται μόνο από γενικές διακηρύξεις.
Αποδεικνύεται από την πραγματική δυνατότητα κάθε παιδιού να έχει πρόσβαση σε
ασφαλές περιβάλλον, κατάλληλη φροντίδα, κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη
και αποτελεσματική προστασία όταν αυτή απαιτείται.
Γιατί, εάν ακόμη και σε μια περίπτωση άμεσου κινδύνου δεν υπάρχει η πραγματική
δυνατότητα να μεταφερθεί ένα παιδί σε ασφαλές και κατάλληλο περιβάλλον, τότε δεν
έχουμε απλώς ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της προστασίας του παιδιού.
Έχουμε ένα πιθανό δομικό κενό στην ίδια την προστασία του παιδιού — και ο
τρόπος με τον οποίο αυτό το κενό επηρεάζει τα αγόρια και, στη συνέχεια, τους
νεαρούς άνδρες είναι ένα ζήτημα που η Πολιτεία οφείλει πλέον να εξετάσει
ανοιχτά, με στοιχεία και χωρίς αποκλεισμούς.

Comments are closed.