Ψυχολογική βία, εκφοβισμός, εργαλειοποίηση της κρατικής προστασίας, έμφυλα στερεότυπα, άνδρες ως θύματα οικογενειακής βίας, προστασία της πατρότητας και θεσμική ευθύνη της Πολιτείας

Από Γιάννη Ζαχαρόπουλο

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ακολουθεί η Εκτελεστική Σύνοψη της συνοδευτικής έκθεσης, η οποία αφορά την αναγνώριση, την προστασία και την ίση μεταχείριση ανδρών και πατέρων που ενδέχεται να βιώνουν ενδοοικογενειακή, οικογενειακή, ψυχολογική, λεκτική, οικονομική ή σωματική βία στην Ελλάδα.

Η έκθεση θέτει σοβαρά θεσμικά και πρακτικά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσον οι υφιστάμενοι μηχανισμοί προστασίας, καταγγελίας, υποστήριξης και παραπομπής είναι εξίσου προσβάσιμοι και αποτελεσματικοί για όλα τα θύματα, ανεξαρτήτως φύλου. Παράλληλα, εξετάζει τον πιθανό αντίκτυπο των έμφυλων στερεοτύπων στην αναγνώριση της ανδρικής θυματοποίησης, στην αντιμετώπιση καταγγελιών, στην πατρότητα και στις οικογενειακές σχέσεις, στη δημόσια επικοινωνία, στη μιντιακή αναπαράσταση και στις πολιτικές ισότητας.

Σκοπός της έκθεσης δεν είναι να αμφισβητήσει ή να περιορίσει την ουσιαστική προστασία που πρέπει να παρέχεται στις γυναίκες και στα παιδιά, ούτε να ζητήσει προνομιακή μεταχείριση υπέρ των ανδρών. Αντίθετα, ζητεί να καταστεί έμπρακτα και αποδεικτά εφαρμοσμένη η αρχή της ίσης προστασίας, μέσω προσβάσιμων διαδικασιών, κατάλληλης υποστήριξης, διαφανούς και αναλυτικής καταγραφής δεδομένων, αμερόληπτης αξιολόγησης των καταγγελιών και αποτελεσματικών θεσμικών εγγυήσεων.

Όπου τίθενται ζητήματα πιθανών κενών, άνισης μεταχείρισης ή θεσμικών «τυφλών σημείων», η έκθεση δεν προδικάζει ευθύνες ούτε αποδίδει εκ των προτέρων παραβιάσεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή φορείς. Ζητεί, αντιθέτως, τα ζητήματα αυτά να εξεταστούν με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, την ισχύουσα νομοθεσία, την εφαρμοζόμενη διοικητική πρακτική και μια αντικειμενική θεσμική αξιολόγηση.

Το κεντρικό ερώτημα είναι, επομένως, ζήτημα ουσιαστικής ισότητας:

Όταν ένας άνδρας δηλώνει ότι είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, μπορεί να είναι βέβαιος ότι το Κράτος θα αναγνωρίσει την κατάστασή του, θα ακούσει την καταγγελία του, θα τον προστατεύσει και θα του εξασφαλίσει έναν πραγματικό, ασφαλή και προσβάσιμο δρόμο εξόδου από την κακοποίηση, σε ισότιμη βάση;

Η Εκτελεστική Σύνοψη που ακολουθεί παρουσιάζει τα βασικά ζητήματα, το σχετικό νομικό και θεσμικό πλαίσιο και τα ερωτήματα που αναπτύσσονται αναλυτικά στην πλήρη έκθεση.

 
COVERING NOTE

Please find below an Executive Summary of the accompanying report concerning the recognition, protection and equal treatment of male victims of domestic and family violence in Greece.

The report raises a number of institutional, legal and practical questions regarding access to protection, the treatment of complaints, gender stereotypes, fatherhood, public communication and the effectiveness of existing support mechanisms. It does not seek preferential treatment for men or a reduction of protections available to women, but asks whether the principle of equal protection is effectively applied to every victim, regardless of sex.

The executive summary in English in PDF FILE presents the main concerns, legal framework and institutional questions addressed in the full report.

«ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΡΕΖΙΛΙ»

Ψυχολογική βία, εκφοβισμός, εργαλειοποίηση της κρατικής προστασίας, έμφυλα στερεότυπα, άνδρες ως θύματα οικογενειακής βίας, προστασία της πατρότητας και ευθύνη της Πολιτείας.

 Η ΦΡΑΣΗ «ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΡΕΖΙΛΙ»

Η συγκεκριμένη φράση δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη τέλεσης ποινικού αδικήματος. Η νομική αξιολόγηση κάθε περιστατικού απαιτεί εξατομικευμένη εξέταση των πραγματικών περιστατικών, του πλαισίου στο οποίο διατυπώθηκε, της συχνότητας, της έντασης και των συνεπειών της συμπεριφοράς.

Όταν όμως μια τέτοια έκφραση χρησιμοποιείται επανειλημμένα μέσα σε ευρύτερο μοτίβο εκφοβισμού, ταπείνωσης, απειλών, ελέγχου ή κοινωνικής απαξίωσης, δεν μπορεί να απορρίπτεται εκ των προτέρων ως «γυναικεία αντίδραση», «οικογενειακός καβγάς» ή ασήμαντη λεκτική συμπεριφορά. Το ίδιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο του προσώπου που την εκφέρει και του προσώπου που την υφίσταται. Εάν ένας άνδρας χρησιμοποιεί απειλές, εκφοβισμό ή ψυχολογική πίεση εναντίον γυναίκας, η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει την υπόθεση όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Εάν μια γυναίκα χρησιμοποιεί αντίστοιχη συμπεριφορά εναντίον άνδρα, το ίδιο ακριβώς ζήτημα οφείλει να εξεταστεί με τα ίδια νομικά και πραγματικά κριτήρια.

ΙΑ. Η φράση ως μέρος ευρύτερου μοτίβου λεκτικής, ψυχολογικής, οικονομικής και σωματικής βίας

Η φράση «ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΡΕΖΙΛΙ» δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εκφέρεται. Σε πραγματικές οικογενειακές ή συντροφικές συγκρούσεις, μια τέτοια φράση ενδέχεται να αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης και επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει συνεχή λεκτική επιθετικότητα, εξυβρίσεις, προσβολές, ταπεινώσεις, ψυχολογική πίεση, απειλές, εκφοβισμό, απειλές προσφυγής στην αστυνομία με σκοπό την τρομοκράτηση ή κοινωνική διαπόμπευση, απειλές σχετικά με την επαφή με τα παιδιά, οικονομικές απειλές ή οικονομικό έλεγχο, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σωματική βία.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η αξιολόγηση ενός περιστατικού δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε εκείνη τη μορφή βίας που αφήνει εμφανή ή εύκολα αποδεικτά σωματικά ίχνη. Η λεκτική, ψυχολογική, συναισθηματική και οικονομική πίεση μπορεί να λειτουργεί σωρευτικά και να δημιουργεί ένα περιβάλλον φόβου, εξάρτησης και διαρκούς ανασφάλειας. Όταν μάλιστα συνδυάζεται με απειλές που αφορούν την αστυνομία, τα παιδιά, την οικονομική επιβίωση, την κοινωνική εικόνα ή την πιθανότητα απομάκρυνσης από την οικογένεια, η συνολική κατάσταση μπορεί να αποκτά πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτήν που θα είχε η κάθε επιμέρους φράση εξεταζόμενη αυτοτελώς.

Ανάλογη προσοχή απαιτείται και για περιστατικά σωματικής βίας σε βάρος ανδρών, τα οποία δεν πρέπει να θεωρούνται εκ των προτέρων «ασήμαντα», «ακίνδυνα» ή λιγότερο σοβαρά επειδή το θύμα είναι άνδρας. Η κοινωνική αντίληψη ότι ένας άνδρας «μπορεί να αμυνθεί», «είναι πιο δυνατός», «δεν μπορεί να φοβάται» ή «οφείλει να αντέχει» μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας υποβάθμισης μιας πραγματικής θυματοποίησης. Το γεγονός ότι ένας άνδρας ενδέχεται να έχει μεγαλύτερη σωματική δύναμη σε σχέση με μια γυναίκα δεν σημαίνει ότι κάθε σωματική επίθεση εναντίον του είναι χωρίς συνέπειες, ούτε ότι η ψυχολογική ή σωματική βία παύει να είναι βία.

Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται ακόμη εντονότερα όταν δημιουργείται η κοινωνική προσδοκία ότι ο άνδρας «πρέπει να αντέξει». Η ανοχή στην εξύβριση, στην ταπείνωση, στις απειλές, στην οικονομική πίεση, στον εκφοβισμό ή ακόμη και σε περιστατικά σωματικής βίας δεν αποτελεί θεμιτό στοιχείο του ανδρικού ρόλου. Η αντίληψη ότι ένας άνδρας οφείλει να παραμένει σιωπηλός, να μη ζητά βοήθεια και να μην αποχωρεί από ένα τοξικό οικογενειακό ή συντροφικό περιβάλλον επειδή «είναι άνδρας» αποτελεί η ίδια μορφή κοινωνικού στερεοτύπου.

Απαιτείται συνεπώς να εξεταστεί και η πρακτική δυνατότητα διαφυγής και προστασίας ενός άνδρα από ένα τοξικό ή κακοποιητικό περιβάλλον. Η ύπαρξη θεωρητικά διαθέσιμων δικαιωμάτων δεν αρκεί εάν στην πράξη ο άνδρας φοβάται ότι η καταγγελία του δεν θα ληφθεί σοβαρά, ότι θα αντιμετωπιστεί ως ο αυτονόητος δράστης και όχι ως πιθανό θύμα, ότι θα χάσει την επαφή με τα παιδιά του, ότι θα υποστεί οικονομικές συνέπειες ή ότι θα γελοιοποιηθεί κοινωνικά επειδή ζήτησε προστασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι μόνο η ύπαρξη της βίας, αλλά και η αδυναμία του θύματος να βρει έναν ασφαλή και αποτελεσματικό δρόμο εξόδου.

Για τον λόγο αυτό, κάθε αξιολόγηση μιας φράσης όπως η «ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΡΕΖΙΛΙ» θα πρέπει, όπου υπάρχουν σχετικές καταγγελίες ή ενδείξεις, να λαμβάνει υπόψη τη συχνότητα, τη διάρκεια, την κλιμάκωση, το σύνολο των λεκτικών και ψυχολογικών συμπεριφορών, τυχόν οικονομικό έλεγχο ή απειλές, ζητήματα που αφορούν τα παιδιά, τυχόν περιστατικά σωματικής βίας και τις πραγματικές συνέπειες που έχουν όλα αυτά για το πρόσωπο που τα υφίσταται. Δεν είναι ορθό ούτε νομικά ασφαλές να προδικάζεται ότι κάθε τέτοια συμπεριφορά συνιστά αυτομάτως συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Είναι όμως εξίσου προβληματικό να αντιμετωπίζεται μια τέτοια φράση ως «απλή κουβέντα» όταν αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου και επαναλαμβανόμενου μοτίβου φόβου, ελέγχου, ταπείνωσης ή βίας.

Το ουσιώδες θεσμικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ένας άνδρας μπορεί θεωρητικά να προσφύγει στην Αστυνομία ή στη Δικαιοσύνη. Είναι εάν στην πράξη διαθέτει έναν πραγματικό, ασφαλή, προσβάσιμο και αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας και εξόδου από ένα κακοποιητικό περιβάλλον, χωρίς να θεωρείται ότι λόγω φύλου οφείλει να αντέχει περισσότερο, να σιωπά περισσότερο ή να αποδεικνύει ότι υπέστη «αρκετά σοβαρή» βία ώστε να δικαιούται να ζητήσει βοήθεια. Η αρχή της ισότητας απαιτεί η ανάγκη προστασίας να κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και όχι από την προϋπόθεση ότι ο άνδρας, επειδή είναι άνδρας, είναι υποχρεωμένος να αντέχει.

II. Ο ΑΝΔΡΑΣ ΩΣ ΘΥΜΑ

Μία από τις σοβαρότερες δυσκολίες στον δημόσιο διάλογο για την ενδοοικογενειακή βία είναι ο κίνδυνος δημιουργίας προκαθορισμένων ρόλων, σύμφωνα με τους οποίους ο άνδρας αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως πιθανός δράστης και η γυναίκα ως εκ προοιμίου θύμα. Μια τέτοια προσέγγιση δεν συνιστά εξατομικευμένη αξιολόγηση ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαστική και διοικητική κρίση.

Κάθε καταγγελία πρέπει να αξιολογείται βάσει πραγματικών περιστατικών, στοιχείων, μαρτυριών και των προβλεπόμενων νόμιμων διαδικασιών και όχι βάσει κοινωνικών στερεοτύπων. Η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η αρχή αυτή δεν επιτρέπει να δημιουργείται, έστω και άτυπα, μια κατάσταση στην οποία ένας άνδρας πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δικαιούται να θεωρηθεί θύμα προτού η καταγγελία του αντιμετωπιστεί με την ίδια σοβαρότητα.

III. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ

Η ενδοοικογενειακή βία δεν περιορίζεται στη σωματική επίθεση. Η ψυχολογική πίεση, ο εξευτελισμός, ο εκφοβισμός, οι απειλές και μορφές ελέγχου μπορούν, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, να αποτελούν κρίσιμα στοιχεία ενός ευρύτερου μοτίβου κακοποιητικής συμπεριφοράς. Η ίδια η Ελληνική Αστυνομία αναγνωρίζει δημόσια την ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.

Επομένως, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το φύλο του προσώπου που δηλώνει ότι υφίσταται τέτοια συμπεριφορά. Εάν η ψυχολογική κακοποίηση θεωρείται σοβαρό στοιχείο αξιολόγησης όταν θύμα είναι γυναίκα, πρέπει να εξετάζεται με την ίδια θεσμική σοβαρότητα όταν θύμα δηλώνει ότι είναι άνδρας. Η ουσία βρίσκεται στα πραγματικά περιστατικά και όχι στην κοινωνική αντίληψη για το ποιος θεωρείται «πιθανό» θύμα.

IV. Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

Η Ελληνική Αστυνομία έχει αναπτύξει οργανωμένη δομή για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, με ειδικά Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας και σχετικές δράσεις ενημέρωσης και πρόληψης. Η ίδια η ΕΛ.ΑΣ. δημοσιεύει τις δράσεις αυτές και καλεί τους πολίτες να καταγγέλλουν περιστατικά βίας. Η ύπαρξη αυτής της θεσμικής δομής καθιστά εύλογο και αναγκαίο τον έλεγχο όχι μόνο της επιχειρησιακής λειτουργίας της, αλλά και του τρόπου με τον οποίο το φαινόμενο παρουσιάζεται προς την κοινωνία.

Το Γραφείο Τύπου και οι αρμόδιες υπηρεσίες επικοινωνίας της ΕΛ.ΑΣ., μέσω ανακοινώσεων, δελτίων Τύπου, εκστρατειών και δημόσιων μηνυμάτων, συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση της κοινωνικής αντίληψης για την ενδοοικογενειακή βία. Για τον λόγο αυτό είναι θεμιτό να εξεταστεί εάν η δημόσια επικοινωνία παρουσιάζει το φαινόμενο με τρόπο ουδέτερο ως προς την ταυτότητα του θύματος και του δράστη ή εάν δημιουργείται συστηματικά η εντύπωση ότι η ενδοοικογενειακή βία αφορά σχεδόν αποκλειστικά άνδρες δράστες και γυναίκες θύματα.

Η εκστρατεία της ΕΛ.ΑΣ. «Σπάσε τη Σιωπή – Είμαστε Εδώ» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οργανωμένης δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες εκστρατείες, αλλά εάν στον σχεδιασμό και στην επικοινωνία τους υπάρχει πραγματικός και ορατός χώρος και για τον άνδρα που χρειάζεται βοήθεια και προστασία.

V. ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ.

Η δημιουργία εξειδικευμένων Γραφείων Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας αποτελεί σημαντική θεσμική εξέλιξη. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας δομής δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι η πρόσβαση και η λειτουργία της είναι στην πράξη ισότιμες για όλες τις κατηγορίες θυμάτων. Για τον λόγο αυτό απαιτείται να εξεταστεί εάν οι άνδρες γνωρίζουν ότι μπορούν να απευθυνθούν στα συγκεκριμένα Γραφεία, εάν ενημερώνονται με τρόπο αντίστοιχο με τις γυναίκες, εάν αντιμετωπίζονται ισότιμα κατά την προσέλευσή τους και εάν οι καταγγελίες τους καταγράφονται και αξιολογούνται με τα ίδια ουσιαστικά κριτήρια.

Παράλληλα, χρειάζεται να εξεταστεί εάν το προσωπικό διαθέτει επαρκή εκπαίδευση για την αναγνώριση ανδρών θυμάτων, εάν υπάρχουν πραγματικά διαθέσιμες υπηρεσίες ψυχολογικής, κοινωνικής και νομικής υποστήριξης για αυτούς και εάν υφίσταται αποτελεσματικός μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου σε περίπτωση καταγγελίας για στερεοτυπική ή απαξιωτική αντιμετώπιση. Η ΕΛ.ΑΣ. δημοσιεύει ήδη στατιστικά στοιχεία εγκληματικότητας και ειδικά στοιχεία για την ενδοοικογενειακή βία. Επομένως, το εύλογο επόμενο βήμα είναι η μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια ως προς το φύλο των θυμάτων, την πρόσβασή τους στις υπηρεσίες και την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης προστασίας.

VI. Η ΕΡΤ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το ζήτημα στον δημόσιο διάλογο. Η ΕΡΤ, ως δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη ιδιωτικό σχολιαστή της κοινωνικής πραγματικότητας. Όταν οργανώνονται συζητήσεις, συνεντεύξεις, πάνελ και αφιερώματα για την οικογενειακή βία, έχει σημασία ποιοι προσκαλούνται, ποιες εμπειρίες εκπροσωπούνται και ποιες πλευρές του φαινομένου παρουσιάζονται στο κοινό.

Η δημόσια συζήτηση για τη βία κατά των γυναικών είναι αναγκαία, αλλά δεν εξαντλεί το σύνολο του φαινομένου. Χρειάζεται να υπάρχει χώρος και για άνδρες θύματα, πατέρες, ειδικούς από διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις, νομικούς, κοινωνικούς επιστήμονες και φορείς που ασχολούνται με την ανδρική θυματοποίηση. Το ίδιο το ΕΡΤnews έχει ήδη φιλοξενήσει περιεχόμενο που αναγνωρίζει ότι άνδρες μπορούν να είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και ότι γύρω από την ανδρική θυματοποίηση υπάρχει σιωπή και κοινωνικό στίγμα. Συνεπώς, η αναγνώριση του ζητήματος δεν είναι θεωρητική· ζητούμενο είναι η συνέπεια και η συνέχεια στην παρουσίασή του.

Το ίδιο ζήτημα πρέπει να εξετάζεται και ως προς τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, τα ενημερωτικά μέσα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου η δημόσια εικόνα της ενδοοικογενειακής βίας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό. Δεν ζητείται περιορισμός της δημοσιογραφικής ή εκδοτικής ελευθερίας ούτε επιβολή συγκεκριμένης άποψης. Ζητείται να εξεταστεί κατά πόσο ο δημόσιος λόγος, ιδιαίτερα όταν αφορά πραγματικές καταγγελίες, παρουσιάζει το φύλο του θύματος και του φερόμενου δράστη χωρίς προκατασκευασμένους ρόλους και χωρίς να μετατρέπει την ανδρική θυματοποίηση σε αντικείμενο χλευασμού, δυσπιστίας ή κοινωνικής απαξίωσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου η διάδοση στερεοτυπικών αντιλήψεων μπορεί να είναι ταχύτατη και να επηρεάζει την κοινωνική στάση απέναντι σε έναν άνδρα που δηλώνει ότι είναι θύμα.

Παράλληλα, το ζήτημα αφορά και τους θεσμούς και τις επιτροπές ισότητας, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο για την Ισότητα των Φύλων (ΕΣΔΙΦ) και κάθε άλλο αρμόδιο συμβουλευτικό ή γνωμοδοτικό όργανο που συμμετέχει στη διαμόρφωση ή αξιολόγηση πολιτικών ισότητας και αντιμετώπισης της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Το ερώτημα δεν είναι εάν οι πολιτικές προστασίας των γυναικών πρέπει να συνεχιστούν, αλλά εάν στο πλαίσιο της αρχής της ισότητας εξετάζεται επαρκώς και η θέση των ανδρών και των αγοριών ως πιθανών θυμάτων. Επομένως, είναι θεμιτό να ζητείται από τους αρμόδιους θεσμούς να παρουσιάζουν τα δεδομένα και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούν την ισότιμη πρόσβαση όλων των θυμάτων στην προστασία, καθώς και να αποσαφηνίζουν εάν υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές, μηχανισμοί ή δράσεις που αφορούν την αναγνώριση και υποστήριξη ανδρών θυμάτων.

Η ευθύνη για έναν ισόρροπο δημόσιο διάλογο δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στα μέσα ενημέρωσης ή στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Όταν δημόσιοι φορείς, επιτροπές ισότητας και θεσμοί συμμετέχουν στη χάραξη πολιτικής, οφείλουν να μπορούν να τεκμηριώσουν ότι η ισότητα αντιμετωπίζεται ως πραγματική θεσμική αρχή και όχι μόνο ως προστασία μιας συγκεκριμένης κατηγορίας θυμάτων. Η αναγνώριση των ιδιαίτερων κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δεν αναιρεί την ανάγκη να αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ότι και ένας άνδρας μπορεί να είναι θύμα και ότι η πολιτεία οφείλει να διαθέτει πραγματικό μηχανισμό προστασίας και για αυτόν.

VII. ΟΙ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Οι φεμινιστικές οργανώσεις έχουν κάθε δικαίωμα να εκφράζουν τις θέσεις τους και να υπερασπίζονται τις γυναίκες που υφίστανται βία. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί στοιχείο του δημόσιου διαλόγου και δεν αμφισβητείται. Παράλληλα, όμως, η δημόσια πολιτική και η θεσμική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά στην οπτική μίας κοινωνικής ή ιδεολογικής ομάδας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη όλες οι κατηγορίες θυμάτων.

Εάν συγκεκριμένες δημόσιες δηλώσεις, εκστρατείες ή δράσεις δημιουργούν συστηματικά την εικόνα ότι ο άνδρας αποτελεί κατεξοχήν το πρόβλημα και η γυναίκα κατεξοχήν το θύμα, είναι θεμιτό να εξεταστεί εάν παράγεται ή ενισχύεται ένα κοινωνικό ή θεσμικό στερεότυπο. Δεν ζητείται περιορισμός της φεμινιστικής δράσης ούτε αποκλεισμός της από τον δημόσιο διάλογο. Ζητείται, αντίθετα, οι επιμέρους κοινωνικές ή πολιτικές αφηγήσεις να μην υποκαθιστούν την εξατομικευμένη νομική κρίση ούτε να καθορίζουν εκ των προτέρων ποιος μπορεί να είναι θύμα και ποιος δράστης.

VIII. ΔΗΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Το ίδιο ζήτημα αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, καθώς Δήμοι και Περιφέρειες πραγματοποιούν ενημερωτικές εκστρατείες, ημερίδες, δράσεις ευαισθητοποίησης και συνεργασίες σχετικά με την ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία. Οι δράσεις αυτές είναι αναγκαίες, αλλά η αποτελεσματικότητά τους δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά από τον αριθμό των εκδηλώσεων ή των εκστρατειών που πραγματοποιούνται.

 Η ανάγκη για πραγματικά συμπεριληπτική πολιτική ισότητας

Ιδιαίτερη εξέταση απαιτείται και σε επίπεδο Δήμων και Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι Δήμοι αποτελούν κρίσιμο επίπεδο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, ενημέρωσης, πρόληψης και παροχής ή διασύνδεσης με υπηρεσίες υποστήριξης. Ωστόσο, όταν οι δημοτικές πολιτικές ισότητας, οι Επιτροπές Ισότητας, οι εκστρατείες ενημέρωσης και οι δράσεις για την έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία παρουσιάζουν κατά κύριο λόγο τη βία μέσα από το σχήμα «γυναίκα ως θύμα – άνδρας ως δράστης», προκύπτει εύλογο θεσμικό ερώτημα ως προς το κατά πόσον αναγνωρίζεται επαρκώς και η ύπαρξη ανδρών και αγοριών ως πιθανών θυμάτων.

Το ζήτημα δεν είναι να περιοριστούν οι υφιστάμενες δράσεις προστασίας των γυναικών, αλλά να εξεταστεί εάν η τοπική πολιτική ισότητας εφαρμόζεται με τρόπο πραγματικά συμπεριληπτικό και εάν υπάρχουν αντίστοιχες δυνατότητες ενημέρωσης, αναφοράς, υποστήριξης και παραπομπής για έναν άνδρα ή πατέρα που αντιμετωπίζει βία ή κακοποίηση. Η ισότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στην ύπαρξη θεσμών και σχεδίων δράσης· πρέπει να αποτυπώνεται και στο ποιος θεωρείται ορατός ως δυνητικό θύμα και ποιος μπορεί στην πράξη να απευθυνθεί στις δημοτικές υπηρεσίες χωρίς να αντιμετωπίσει προκαταλήψεις ή στερεοτυπικές αντιλήψεις.

Ως εκ τούτου, ζητείται να εξεταστεί κατά πόσον οι Δήμοι, οι Δημοτικές Επιτροπές Ισότητας και οι σχετικές κοινωνικές δομές διαθέτουν σαφείς και προσβάσιμους μηχανισμούς ενημέρωσης και υποστήριξης για όλα τα θύματα ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, ανεξαρτήτως φύλου, καθώς και κατά πόσον τα σχετικά προγράμματα, δεδομένα και μηνύματα δημόσιας ενημέρωσης αποτυπώνουν επαρκώς αυτή την αρχή.

 

Απαιτείται να εξεταστεί εάν οι τοπικές πολιτικές πρόληψης και ενημέρωσης αναγνωρίζουν στην πράξη όλα τα θύματα και εάν ένας άνδρας που θεωρεί ότι υφίσταται βία γνωρίζει πού μπορεί να απευθυνθεί, ποια υπηρεσία μπορεί να τον καθοδηγήσει και ποια υποστήριξη είναι διαθέσιμη. Η δυνατότητα ενός άνδρα να δηλώσει ότι είναι θύμα χωρίς να αισθανθεί ότι αποτελεί το «λάθος φύλο» για να ζητήσει βοήθεια αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αποτελεσματικής προστασίας και πρέπει να αξιολογείται με πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο με βάση την ύπαρξη επικοινωνιακών δράσεων.

IX. ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Εάν το ελληνικό κράτος δηλώνει ότι εφαρμόζει μηδενική ανοχή στην οικογενειακή βία, προκύπτει ένα συγκεκριμένο θεσμικό ερώτημα: πού ακριβώς βρίσκεται ο μηχανισμός ίσης και αποτελεσματικής προστασίας του άνδρα που καταγγέλλει ότι είναι θύμα; Το ερώτημα αυτό αφορά την πολιτική ηγεσία, την Ελληνική Αστυνομία, τα Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας, τις αρμόδιες υπηρεσίες επικοινωνίας, τους δημόσιους φορείς ενημέρωσης, την ΕΡΤ, τους Δήμους και τις Περιφέρειες, τους θεσμούς ισότητας και όλους τους φορείς που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής.

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη γενική διαβεβαίωση ότι «η νομοθεσία προστατεύει όλους». Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν οι μηχανισμοί προστασίας λειτουργούν στην πράξη για όλους, εάν είναι προσβάσιμοι, εάν εφαρμόζονται με τα ίδια βασικά κριτήρια και εάν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που επιτρέπουν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους.

X. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Η ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία που οδήγησε στην Οδηγία 2024/1385 αναγνωρίζει ότι, ενώ οι γυναίκες πλήττονται δυσανάλογα από ορισμένες μορφές βίας, η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών. Η Οδηγία 2024/1385 βρίσκεται πλέον σε ισχύ και η ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζεται ο άνδρας ως αόρατος ή εξ ορισμού μη πιθανός δικαιούχος προστασίας.

Το σημείο αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη για ισχυρή προστασία των γυναικών, αλλά ενισχύει την ανάγκη για μια θεσμική προσέγγιση που αναγνωρίζει όλα τα θύματα και αποφεύγει την εφαρμογή στερεοτυπικών ρόλων. Η προστασία από την ενδοοικογενειακή βία πρέπει να αξιολογείται με βάση το πραγματικό πρόσωπο που υφίσταται τη βία και όχι με βάση μια προκαθορισμένη εικόνα για το φύλο του θύματος ή του δράστη.

XI. Η ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ

Η προστασία του άνδρα σε οικογενειακές συγκρούσεις δεν αφορά αποκλειστικά τη δική του προσωπική ασφάλεια. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει ένας δεύτερος κρίσιμος παράγοντας, το παιδί, και επομένως η αξιολόγηση της συμπεριφοράς των γονέων και των κρατικών παρεμβάσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τη διατήρηση της οικογενειακής σχέσης όπου αυτό υπηρετεί το συμφέρον του παιδιού.

Ο Ν. 4800/2021 καθιερώνει την κοινή και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας και προβλέπει ότι η σχετική κρίση πρέπει να σέβεται την ισότητα των γονέων χωρίς διακρίσεις, ιδίως λόγω φύλου. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεσμική προστασία του πατέρα συνδέεται και με την προστασία της οικογενειακής σχέσης και του παιδιού. Όταν σε μια γονική σύγκρουση χρησιμοποιούνται απειλές, εκφοβισμός ή η επίκληση της Αστυνομίας ως μέσο πίεσης, απαιτείται εξατομικευμένη εξέταση του εάν πρόκειται απλώς για έντονη διαφωνία ή εάν υπάρχει ευρύτερο μοτίβο συμπεριφοράς που επηρεάζει τη σχέση του παιδιού με τον άλλο γονέα.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρείται εκ των προτέρων ότι η μητέρα αποτελεί τον φυσικό φορέα προστασίας και ο πατέρας τον φυσικό φορέα κινδύνου. Η γονική ιδιότητα και το φύλο δεν μπορούν να υποκαθιστούν την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών.

XII. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος προστατεύει την αξία του ανθρώπου, το άρθρο 4 κατοχυρώνει την ισότητα, το άρθρο 21 προστατεύει την οικογένεια και το παιδί και το άρθρο 25 θέτει τα κρατικά όργανα υπό την υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να εξετάζονται συνδυαστικά όταν αξιολογείται η αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας σε ζητήματα οικογενειακής και ενδοοικογενειακής βίας.

Η συνταγματική ισότητα δεν εξαντλείται σε μια γενική διακήρυξη ότι όλοι προστατεύονται από τον νόμο. Απαιτεί να εξετάζεται εάν η προστασία παρέχεται στην πράξη, εάν οι κρατικοί μηχανισμοί είναι προσβάσιμοι και εάν η αντιμετώπιση των καταγγελιών βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και όχι σε στερεοτυπικές παραδοχές για το φύλο. Εφόσον διαπιστώνονται συγκεκριμένες αποκλίσεις, αυτές πρέπει να μπορούν να εντοπιστούν, να τεκμηριωθούν και να διορθωθούν μέσω των προβλεπόμενων θεσμικών διαδικασιών.

XIII. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ EΥΘΥΝΗ?

Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη έχει αυξημένη ευθύνη για τον σχεδιασμό, την εποπτεία και τη συνολική κατεύθυνση της αστυνομικής πολιτικής. Η παρούσα αναφορά, ωστόσο, δεν αποδίδει αυτομάτως ποινική ευθύνη στον αρμόδιο Υπουργό. Διακρίνει μεταξύ πολιτικής, διοικητικής, συνταγματικής και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ποινικής ευθύνης, οι οποίες αποτελούν διαφορετικά επίπεδα θεσμικής αξιολόγησης.

Σε επίπεδο πολιτικής ευθύνης, εάν διαπιστωθεί ότι η δημόσια πολιτική είναι ελλιπής, μονόπλευρη ή δεν παρέχει αποτελεσματική προστασία σε συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων, προκύπτει ζήτημα πολιτικής λογοδοσίας. Σε διοικητικό επίπεδο, εάν συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν εφαρμόζουν ορθά το ισχύον πλαίσιο, απαιτείται ο προβλεπόμενος διοικητικός έλεγχος και, όπου χρειάζεται, διορθωτική παρέμβαση. Σε συνταγματικό επίπεδο, εφόσον συγκεκριμένη κρατική πρακτική δημιουργεί ζήτημα ισότητας ή αποτελεσματικής προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, πρέπει να εξετάζεται η συμβατότητά της με τα άρθρα 4, 21 και 25 του Συντάγματος.

Ως προς την ποινική ευθύνη Υπουργού, αυτή μπορεί να εξεταστεί μόνο υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και του ειδικού νομοθετικού πλαισίου περί ευθύνης Υπουργών. Δεν είναι νομικά επιτρεπτό να προδικαστεί ποινική ευθύνη χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στοιχεία και την προβλεπόμενη διαδικασία. Αυτό όμως δεν εμποδίζει την υποβολή αναφοράς και την απαίτηση θεσμικού ελέγχου για τυχόν συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις.

Το ζήτημα, συνεπώς, απαιτεί έλεγχο, συγκεκριμένα στοιχεία, συγκρίσιμα δεδομένα και πλήρη θεσμική διαφάνεια. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι να αποσαφηνιστεί ποιος είναι ο πραγματικός μηχανισμός προστασίας, υποστήριξης, παραπομπής και, όπου απαιτείται, φιλοξενίας για έναν άνδρα που καταγγέλλει ότι υφίσταται ενδοοικογενειακή ή ψυχολογική βία. Ποιες δομές είναι διαθέσιμες, πού μπορεί να απευθυνθεί, ποια υπηρεσία τον υποδέχεται, ποια διαδικασία ακολουθείται και ποια υποστήριξη παρέχεται στον ίδιο και, όπου απαιτείται, στα παιδιά του; Η απλή διαβεβαίωση ότι «η προστασία παρέχεται σε όλους» δεν αρκεί εάν στην πράξη δεν υπάρχουν ισοδύναμες και προσβάσιμες οδοί προστασίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης τυχόν ειρωνικές, απαξιωτικές ή στερεοτυπικές απαντήσεις προς άνδρες που ζητούν προστασία ή αναφέρουν ότι είναι θύματα. Εφόσον τέτοιες συμπεριφορές έχουν πράγματι διατυπωθεί από δημόσιους λειτουργούς, υπηρεσίες ή πρόσωπα που ενεργούν στο πλαίσιο θεσμικού ρόλου, πρέπει να εξεταστεί εάν αντανακλούν έμφυλα στερεότυπα, εάν μπορούν να αποθαρρύνουν την καταγγελία και εάν είναι συμβατές με την υποχρέωση αντιμετώπισης κάθε θύματος με αξιοπρέπεια, σοβαρότητα και ίση μεταχείριση.

Δεν ζητείται προνομιακή μεταχείριση των ανδρών. Ζητείται να μην θεωρείται ο άνδρας εκ προοιμίου δράστης, να μην αποκλείεται ως πιθανό θύμα και να μην αντιμετωπίζεται η καταγγελία του ως λιγότερο αξιόπιστη ή λιγότερο σοβαρή επειδή είναι άνδρας. Η πραγματική ισότητα δεν κρίνεται μόνο από τη διατύπωση μιας πολιτικής ή μιας εκστρατείας, αλλά από το τι συμβαίνει όταν ένας πραγματικός άνθρωπος απευθύνεται στον κρατικό μηχανισμό και ζητά προστασία.

Για τον λόγο αυτό, η παρούσα επιστολή ζητά να διερευνηθεί σε ποιο βαθμό, μέσω ποιων μηχανισμών και με ποιες συνέπειες, καθώς και εάν υπάρχουν πραγματικές και αποτελεσματικές οδοί προστασίας για τους άνδρες. Εάν η Πολιτεία διαθέτει ισότιμους μηχανισμούς, τα στοιχεία οφείλουν να το επιβεβαιώνουν. Εάν υπάρχουν κενά, αυτά πρέπει να αναγνωριστούν και να διορθωθούν.

XIV. ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Με βάση τα ανωτέρω, ζητείται καταρχάς να αναγνωρίζεται ρητά στην πολιτική και θεσμική επικοινωνία ότι άνδρες και πατέρες μπορούν να είναι θύματα ενδοοικογενειακής και ψυχολογικής βίας και να εξεταστεί η πρακτική λειτουργία των Γραφείων Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας της ΕΛ.ΑΣ. ως προς την πρόσβαση και την ισότιμη αντιμετώπιση των ανδρών θυμάτων. Στο ίδιο πλαίσιο, ζητείται να εξεταστεί η δημόσια επικοινωνία της ΕΛ.ΑΣ. και κατά πόσο αποφεύγονται στερεοτυπικές παρουσιάσεις θυμάτων και δραστών.

Ζητείται επίσης να δημοσιοποιηθούν, στον βαθμό που επιτρέπεται από το ισχύον πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων και στατιστικής δημοσίευσης, αναλυτικά και συγκρίσιμα στοιχεία για άνδρες και γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και να εξεταστεί εάν το προσωπικό των αρμόδιων υπηρεσιών διαθέτει επαρκή εκπαίδευση για την αναγνώριση και αντιμετώπιση ανδρών θυμάτων. Παράλληλα, απαιτείται να αποσαφηνιστεί εάν υπάρχει επαρκής και πραγματικά προσβάσιμη πρόσβαση ανδρών σε υπηρεσίες ψυχολογικής, κοινωνικής και νομικής υποστήριξης.

Περαιτέρω, ζητείται να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η ανδρική θυματοποίηση στα δημόσια μέσα ενημέρωσης και ειδικότερα στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, καθώς και εάν οι δημόσιες καμπάνιες, δράσεις και δηλώσεις Δήμων και Περιφερειών αναγνωρίζουν ισότιμα όλες τις κατηγορίες θυμάτων. Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί η δημόσια ρητορική οργανώσεων που συμμετέχουν στη διαμόρφωση πολιτικών για την ενδοοικογενειακή βία, όχι ως περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης, αλλά ως προς το εάν οι δημόσιες τοποθετήσεις περιέχουν γενικεύσεις ή στερεοτυπικές παραδοχές που μπορούν να επηρεάσουν τη θεσμική αντιμετώπιση των θυμάτων.

Ζητείται ακόμη να εξεταστεί η συμβατότητα των σχετικών πολιτικών και πρακτικών με τα άρθρα 2, 4, 21 και 25 του Συντάγματος, με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένης της Οδηγίας 2024/1385. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί εάν υπάρχει σαφής και προσβάσιμος μηχανισμός μέσω του οποίου ένας άνδρας μπορεί να καταγγείλει ότι δεν έλαβε ισότιμη προστασία από κρατική υπηρεσία και να ζητήσει ουσιαστικό έλεγχο της καταγγελίας του.

Τέλος, ζητείται θεσμική αξιολόγηση της προστασίας της πατρότητας στο πλαίσιο οικογενειακών συγκρούσεων, εξέταση κάθε συγκεκριμένης καταγγελίας περί άνισης μεταχείρισης όταν αυτή συνοδεύεται από πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία και σαφής γνωστοποίηση του αρμόδιου φορέα που έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της προστασίας των ανδρών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Ο σκοπός των αιτημάτων αυτών δεν είναι η δημιουργία διαφορετικής κατηγορίας προστασίας, αλλά η διαπίστωση, με συγκεκριμένα στοιχεία και θεσμικό έλεγχο, ότι η ήδη διακηρυγμένη αρχή της ίσης προστασίας εφαρμόζεται αποτελεσματικά στην πράξη.

XV. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η φράση «θα πάρω την Αστυνομία και θα σε κάνω ρεζίλι» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να γενικεύσει εις βάρος των γυναικών ούτε να υποβαθμίσει την πραγματική βία που υφίστανται. Όταν όμως χρησιμοποιείται ως μέσο εκφοβισμού, ταπείνωσης ή ψυχολογικής πίεσης εναντίον ενός άνδρα, οφείλει να αξιολογείται με τα ίδια ακριβώς νομικά και πραγματικά κριτήρια που θα εφαρμόζονταν σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση, μαζί με όλα τα υπόλειπα ειδη βίας. Ειδικά με το δόγμα Χρυσοχοίδη, για την χρήση ηλεκτρονικού βραχιολιού, η ψευδής καταγγελία που δεν είναι ένα απλό φαινομενο, γίνεται μια πολύ βαριά ποινική πράξη.

Η ύπαρξη ειδικών Γραφείων, εκστρατειών και κρατικών μηχανισμών αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε ισότητα ούτε ανισότητα. Γι’ αυτό η παρούσα αναφορά δεν προδικάζει αποτέλεσμα. Ζητά να εξεταστούν με στοιχεία η πραγματική πρόσβαση των ανδρών στις δομές προστασίας, η ύπαρξη αντίστοιχων υπηρεσιών υποστήριξης, ο τρόπος καταγραφής και αξιολόγησης των καταγγελιών τους και η αντιμετώπισή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Το ίδιο πρέπει να ισχύει για τυχόν ειρωνικές, απαξιωτικές ή στερεοτυπικές απαντήσεις προς άνδρες που ζητούν προστασία. Εφόσον τέτοιες συμπεριφορές τεκμηριώνονται, δεν μπορούν να θεωρούνται αδιάφορες, διότι ενδέχεται να αποθαρρύνουν την καταγγελία και να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς. Παράλληλα, τυχόν έλλειψη επαρκών δομών για άνδρες θύματα πρέπει να καταγραφεί και να αξιολογηθεί με τον ίδιο τρόπο που θα αξιολογούνταν οποιοδήποτε άλλο κενό προστασίας.

Η ίδια η επίσημη ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία αναγνωρίζει ότι η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών, ενώ η Οδηγία 2024/1385 βρίσκεται σε ισχύ. Η προστασία των γυναικών, οι οποίες πλήττονται δυσανάλογα από ορισμένες μορφές βίας, δεν αποκλείει ούτε περιορίζει την υποχρέωση αναγνώρισης και προστασίας άλλων θυμάτων.

Κατά συνέπεια, δεν ζητείται προνομιακή μεταχείριση των ανδρών ούτε περιορισμός της προστασίας των γυναικών. Ζητείται να αποδειχθεί στην πράξη ότι η κρατική προστασία παρέχεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και όχι το φύλο, ότι οι καταγγελίες αξιολογούνται χωρίς προκατασκευασμένους ρόλους και ότι κάθε άνθρωπος που ζητά προστασία έχει πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση στους αρμόδιους μηχανισμούς.

Εάν οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν ισότιμα, τα στοιχεία μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Εάν υπάρχουν ελλείψεις, διαφορές στην αντιμετώπιση ή θεσμικά στερεότυπα, αυτά πρέπει να εντοπιστούν και να διορθωθούν. Αυτό είναι το αντικείμενο της παρούσας αναφοράς: όχι η προδικασμένη καταδίκη ενός θεσμού, αλλά ο έλεγχος του κατά πόσο η αρχή της ίσης προστασίας εφαρμόζεται πραγματικά.

Το τελικό ερώτημα, επομένως, είναι απλό και απαιτεί συγκεκριμένη απάντηση: εάν το ελληνικό κράτος δηλώνει μηδενική ανοχή στην οικογενειακή βία, ποιος είναι ο πραγματικός και αποτελεσματικός μηχανισμός προστασίας για τον άνδρα που καταγγέλλει ότι είναι θύμα;

=============

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Άρθρο 2 παρ. 1: αξία του ανθρώπου.

Άρθρο 4: ισότητα ενώπιον του νόμου και ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανδρών και γυναικών.

Άρθρο 21: προστασία της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.

Άρθρο 25: εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το κράτος, αποτελεσματική άσκησή τους και απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Άρθρο 86: ειδικό συνταγματικό πλαίσιο για την ποινική ευθύνη Υπουργών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Ν. 3500/2006

Αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.

Ν. 4800/2021

Μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο, γονική μέριμνα και ισότητα των γονέων.

Ν. 3126/2003

Ποινική ευθύνη των Υπουργών, όπως ισχύει.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ

Άρθρο 20 – Ισότητα ενώπιον του νόμου.

Άρθρο 21 – Απαγόρευση διακρίσεων, μεταξύ άλλων λόγω φύλου.

Άρθρο 23 – Ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση – άρθρο 2

Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ελευθερία, δημοκρατία, ισότητα, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα.

Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385

Η Οδηγία είναι σε ισχύ από το 2024 και αποτελεί το βασικό σύγχρονο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

Η ευρωπαϊκή νομοθετική βάση αναγνωρίζει ότι η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να έχει ως θύμα οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ

ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Η αναφορά ζητά να εξεταστεί:

α) η πολιτική ευθύνη για τον σχεδιασμό της πολιτικής αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας,

β) η διοικητική ευθύνη για την ορθή λειτουργία των υπηρεσιών,

γ) η συνταγματική συμβατότητα των πολιτικών με την ισότητα και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων,

δ) η συμμόρφωση προς το δίκαιο της ΕΕ,

ε) και, μόνο εφόσον προκύψουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και τα νόμιμα στοιχεία, τυχόν ποινική ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος και τον Ν. 3126/2003.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ

  1. Σύνταγμα της Ελλάδος, άρθρα 2, 4, 21, 25, 86.
  2. Ν. 3500/2006 – Αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.
  3. Ν. 4800/2021 – Μεταρρυθμίσεις οικογενειακού δικαίου και γονική μέριμνα.
  4. Ν. 3126/2003 – Ποινική ευθύνη Υπουργών, όπως ισχύει.
  5. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  6. Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρο 2.
  7. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385.
  8. Ελληνική Αστυνομία – Οδηγίες και υπηρεσίες αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας.
  9. Ελληνική Αστυνομία – δημόσιες δράσεις πρόληψης και ενημέρωσης για την ενδοοικογενειακή βία.
  10. Συνηγορος – δημόσιος διάλογος για την ανδρική θυματοποίηση και την ενδοοικογενειακή βία.

Comments are closed.