300 θεατές, 50 εκατομμύρια €: η Βουλή-φάντασμα
Το ετήσιο κόστος λειτουργίας της Βουλής, χωρίς μισθούς βουλευτών, υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια ευρώ μόνο για συνεργάτες και αποσπασμένους , ένα ποσό που θα έφτανε για 10.000 νέες θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα.
Η αλήθεια είναι ένα σκληρό, άβολο πράγμα.
Και η πιο σκληρή, η πιο άβολη αλήθεια της ελληνικής πολιτικής ζωής είναι ότι το κέντρο της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας, η Βουλή των Ελλήνων, έχει μετατραπεί σε ένα ακριβό, φωτογραφικό σκηνικό.
Ένα θέατρο σκιών όπου οι πρωταγωνιστές εισπράττουν τον μισθό τους όχι για την παρουσία τους, αλλά για την απουσία τους.
Δεν είναι υπερβολή.
Είναι η γυμνή, αδιαμφισβήτητη, αριθμητική πραγματικότητα την οποία το πολιτικό σύστημα, έχει μάθει να συγκαλύπτει πίσω από θεσμικούς μύθους και ρητορικές κορώνες.
Ήρθε η ώρα να ξεσκεπάσουμε αυτό το καθεστώς της ντροπής, όχι με μεμψιμοιρίες, αλλά με τα δεδομένα που καίνε, γιατί η ανοχή μας σε αυτή την απάτη είναι η ίδια η προδοσία της δημοκρατίας.
Ας ξεκινήσουμε από τον πυρήνα του προβλήματος, το περίφημο άρθρο 63 του Συντάγματος, ένα κείμενο που θα έπρεπε να λειτουργεί ως θεμέλιο λίθος της κοινοβουλευτικής ευθύνης.
Το άρθρο αυτό ορίζει με κρυστάλλινη σαφήνεια ότι αν ένας βουλευτής απουσιάσει αδικαιολόγητα σε περισσότερες από πέντε συνεδριάσεις τον μήνα, τότε του παρακρατείται υποχρεωτικά το ένα τριακοστό της μηνιαίας αποζημίωσής του για κάθε απουσία.
Μια διάταξη δηλαδή που μοιάζει βγαλμένη από ένα εγχειρίδιο στοιχειώδους εργασιακής λογικής.
Κι όμως, αυτή η συνταγματική επιταγή είναι νεκρό γράμμα.
Ένα σκονισμένο χαρτί που απλώς υπάρχει για να καθησυχάζει τις συνειδήσεις, χωρίς καμία απολύτως ισχύ.
Γιατί, όπως έχει καταγγελθεί επανειλημμένα, στη Βουλή των Ελλήνων δεν υπάρχει ουσιαστικό παρουσιολόγιο.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, μηχανισμός καταγραφής για να εφαρμοστεί ο νόμος.
Η πιο ακριβοπληρωμένη ελίτ της χώρας, αυτή που νομοθετεί για τη ζωή μας, αρνείται να υποβληθεί στον πιο στοιχειώδη έλεγχο παρουσίας που εφαρμόζεται σε κάθε φτηνό ιδιωτικό γραφείο.
Πώς είναι δυνατόν να συζητάμε για κράτος δικαίου, όταν οι ίδιοι οι νομοθέτες του αρνούνται να λογοδοτήσουν ακόμη και για το αν πατούν το πόδι τους στη δουλειά τους; Αυτή δεν είναι απλώς υποκρισία.
Είναι η θεσμοθέτηση της ασυδοσίας, η οποία λειτουργεί ως ανοχή στην ατιμωρησία.
Και μην νομίσει κανείς ότι μιλάμε για μεμονωμένες απουσίες ή για ασήμαντες συνεδριάσεις.
Αντίθετα, η μαζική φυγή επέρχεται ακριβώς στις πιο κρίσιμες στιγμές, όταν η πολιτική ιστορία γράφεται, όταν η μνήμη των νεκρών θυσιάζεται στον βωμό της βολής του καναπέ.
Το πιο πρόσφατο, το πιο κραυγαλέο παράδειγμα, ήρθε κατά τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2026, μια από τις κορυφαίες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, όπου μίλησαν συνολικά 255 βουλευτές σε μια πενθήμερη διαδικασία.
Ναι, 255 μίλησαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά όταν η εικόνα στην αίθουσα της Ολομέλειας τις πρώτες κιόλας ημέρες ήταν, κατά την περιγραφή της Καθημερινής, «προσβλητική για τους πολίτες, τον πολιτισμό και τη δημοκρατία».
Η μαζική απουσία βουλευτών όλων των κομμάτων, όπως σημειώθηκε, δεν δείχνει απλώς αδιαφορία και ανευθυνότητα, αλλά μια βαθιά, δομική περιφρόνηση προς τους θεσμούς.
Πιο πριν, στην κορυφαία διαδικασία για το έγκλημα των Τεμπών, όπου κρίνονταν ευθύνες ζωής και θανάτου, τα έδρανα ήταν και πάλι άδεια.
Η ιστορία γράφεται μπροστά σε μια αίθουσα-φάντασμα, σαν να μην αφορά κανέναν. Κι αν η μνήμη 57 νεκρών δεν είναι αρκετή για να κρατήσει τους βουλευτές στις θέσεις τους, τότε τι είναι άραγε;
Η κορύφωση αυτής της γελοιότητας, ωστόσο, επήλθε στην ψηφοφορία της 22ας Απριλίου 2026 για την άρση της ασυλίας 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που εμπλέκονταν στις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ας το διαβάσουμε ξανά: βουλευτές που κατηγορούνταν και είχαν ζητήσει δημόσια να αρθεί η ασυλία τους για να πάνε στη Δικαιοσύνη.
Κι όμως, από την ψηφοφορία απουσίασαν εννέα βουλευτές.
Οι Μηταράκης, Πέτσας, Χρυσομάλλης από τη ΝΔ απουσίαζαν.
Οι ανεξάρτητοι Σαμαράς, Σαλμάς, Ασπιώτης, Σαράκης και ο Παρασκευαΐδης απουσίαζαν.
Ακόμη και από τον ΣΥΡΙΖΑ απουσίαζε η Νοτοπούλου.
Η εικόνα των απουσιών ήταν τόσο προκλητική που σχολιάστηκε έντονα ακόμη και στους διαδρόμους, την ίδια στιγμή που ο Κώστας Τσιάρας δεν ψήφιζε για τον εαυτό του και ο Χαράλαμπος Αθανασίου δήλωνε «παρών» στη δική του υπόθεση.
Το μήνυμα είναι σαφές.
Oύτε για την προσωπική τους υπόθεση, ούτε για τη δικαίωση ή την καταδίκη τους, δεν αξιώνονται να είναι παρόντες.
Αυτοί οι άνθρωποι, που διαχειρίζονται τη μοίρα μας, δεν σέβονται ούτε τον εαυτό τους.
Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι τυχαία.
Είναι η έκφραση μιας νοοτροπίας που έχει πλέον ριζώσει βαθιά: η Βουλή έχει πάψει να είναι το κέντρο της πολιτικής ζωής. Έχει γίνει ένα απλό πέρασμα.
Όπως έχει επισημανθεί, η παρουσία στη Βουλή θεωρείται πια δευτερεύουσα.
Οι βουλευτές είναι περισσότερο θεατές παρά ενεργοί συμμετέχοντες.
Ανεβαίνουν στο βήμα, εκφωνούν μια προετοιμασμένη ομιλία που συχνά γράφεται με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης για να ανέβει στα social media, και στη συνέχεια αποχωρούν.
Μόνο όταν ο αρχηγός του κόμματος απευθύνει λόγο γεμίζουν τα έδρανα.
Η υπόλοιπη διαδικασία είναι ένα κενό, μια αγγαρεία, ένα διάλειμμα από την πραγματική δουλειά που γίνεται έξω: σε τηλεοπτικά πλατό, σε συναντήσεις με επιχειρηματίες, σε περιοδείες, στο TikTok.
Αυτή η αποσύνδεση δεν είναι απλώς θλιβερή.
Είναι η κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού όπως τον ξέραμε.
Όμως, η πιο προσβλητική πτυχή αυτού του φαινομένου δεν είναι η απουσία καθαυτή. Είναι το γεγονός ότι αυτή η απουσία επιβραβεύεται με ένα υπέρογκο, αδιανόητο χρηματικό τίμημα, το οποίο πληρώνουμε εμείς.
Η ελληνική Βουλή δεν είναι απλώς άδεια. Είναι βαθιά, σκανδαλωδώς ακριβή.
Πέρα από τις αποζημιώσεις των 300 βουλευτών, που ορισμένοι, όπως ο βουλευτής της ΝΔ Δημήτρης Κυριαζίδης, τολμούν να δηλώσουν ανεπαρκείς, υπάρχει ολόκληρος «στρατός» υποστήριξης.
Οι 300 βουλευτές διαθέτουν 900 επιστημονικούς συνεργάτες (τρεις ο καθένας) με ετήσιο κόστος 32,4 εκατομμύρια ευρώ.
Διαθέτουν άλλους 600 αποσπασμένους δημόσιους υπαλλήλους (δύο ο καθένας) με επιπλέον ετήσιο κόστος 18 εκατομμύρια ευρώ.
Συνολικά, 1.500 συνεργάτες κοστίζουν στους φορολογούμενους 50,4 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Πενήντα εκατομμύρια ευρώ ετησίως για να υποστηριχθεί μια Βουλή της οποίας τα έδρανα αδειάζουν στις κρίσιμες στιγμές!
Για να συντηρηθεί ένας θεσμός-φάντασμα, ένας πολυτελής μηχανισμός αδράνειας και φωτογραφικών εμφανίσεων.
Αυτά τα χρήματα δεν πηγαίνουν σε κάποιον παραγωγικό σκοπό.
Πηγαίνουν στη συντήρηση ενός συστήματος που έχει απαξιώσει την ίδια του την ύπαρξη.
Πρόκειται για μια τεράστια, συνεχιζόμενη ληστεία της δημόσιας περιουσίας, η οποία επενδύεται στην αδράνεια, στην απουσία και στην αλαζονεία μιας πολιτικής κάστας.
Η «απουσιολόγος» της Βουλής, όπως αποκαλείται η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μπορεί να καταγράφει τις απουσίες.
Όμως η δική μας απουσία, η απουσία του λαού από τις εξελίξεις και η σιωπή μας, είναι αυτή που επιτρέπει σε αυτή την απάτη να συνεχίζεται.
Όσο η εικόνα των άδειων εδράνων κανονικοποιείται, όσο αποδεχόμαστε ότι αυτή είναι η «πολιτική», τόσο η ελληνική δημοκρατία θα βαθαίνει την κρίση της.
Δεν μπορούμε να ζητάμε σοβαρότητα από τους θεσμούς όταν εμείς οι ίδιοι ανεχόμαστε ένα Κοινοβούλιο που λειτουργεί ως ακριβό σαλόνι για μια κάστα θεατών.
Απαιτείται μια ριζοσπαστική αφύπνιση, μια οργισμένη απόρριψη αυτού του μοντέλου.
Διαφορετικά, η ιστορία θα μας καταγράψει όχι ως θύματα, αλλά ως συνένοχους στην πιο θλιβερή, πιο ακριβή φάρσα της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας.
Το τίμημα της ανοχής μας είναι η ίδια η υπόσταση της δημοκρατίας.

Comments are closed.