Aπό Γιάννη Ζαχαρόπουλο
Θέμα: Ιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε περιστατικά βίας και στη δημοσιογραφική κάλυψη
Σας αποστέλλω συνημμένα επιστολη σχετικά με την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στη δημοσιογραφική, αστυνομική και θεσμική αντιμετώπιση περιστατικών ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας, ανθρωποκτονιών και σχετικών καταγγελιών.
Η αναφορά θέτει προς εξέταση το ενδεχόμενο ασύμμετρης αντιμετώπισης ανάλογα με το φύλο, μεταξύ άλλων ως προς την αντιμετώπιση ανδρών και πατέρων που καταγγέλλουν βία, τις αλληλοκαταγγελίες και τις ψευδείς ή αβάσιμες καταγγελίες, τη δημοσιογραφική ορολογία, το τεκμήριο αθωότητας και τη χρήση έμφυλων γενικεύσεων.
Δεν ζητείται η υποβάθμιση της προστασίας των γυναικών. Ζητείται ίση προστασία όλων των θυμάτων και αντικειμενική, εξατομικευμένη και φύλο-ουδέτερη αξιολόγηση κάθε υπόθεσης, με βάση πραγματικά και επαληθεύσιμα στοιχεία.
Παρακαλώ για την εξέταση των ζητημάτων που τίθενται και, όπου εμπίπτει στην αρμοδιότητά σας, για σχετική ενημέρωση ή τοποθέτηση.
Σημειώνεται ότι η επιστολη συνοδεύεται και από αγγλική έκδοση (English Synopsis), για διευκόλυνση των ευρωπαϊκών και διεθνών φορέων.
«Από τη θεμιτή ενημέρωση στη δημόσια προκατάληψη: η έμφυλη γενίκευση, η συλλογική ενοχοποίηση, η πρόωρη διαμόρφωση δικαστικής κρίσης και η δημοσιοποίηση στοιχείων ενεργών ερευνών σε υποθέσεις ανθρωποκτονιών και οικογενειακών διαφορών»
Θεσμική επιστολή – Αίτημα ελέγχου της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της κρατικής επικοινωνίας, της προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας, της ισότητας των φύλων και της προστασίας προσωπικών δεδομένων
1. Η ποινική ευθύνη είναι εξατομικευμένη και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε συλλογική ευθύνη φύλου
Βασική αρχή κάθε κράτους δικαίου αποτελεί η εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης. Η αξιόποινη πράξη αποδίδεται σε συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και κρίνεται βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, αποδεικτικών στοιχείων και εφαρμοστέων διατάξεων του ποινικού δικαίου. Δεν είναι συμβατή με αυτή την αρχή η μετατροπή μιας συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης σε συλλογικό χαρακτηρισμό ενός ολόκληρου φύλου ή μιας ευρύτερης κοινωνικής κατηγορίας.
Η ανθρωποκτονία που φέρεται να τελέστηκε από έναν άνδρα αποτελεί, εφόσον αποδειχθεί, πράξη του συγκεκριμένου δράστη και όχι πράξη «των ανδρών». Ομοίως, μια ανθρωποκτονία που τελείται από γυναίκα δεν μπορεί να μετατραπεί σε χαρακτηρισμό του γυναικείου φύλου στο σύνολό του.
Η αρχή αυτή δεν είναι απλώς ζήτημα καλής δημοσιογραφικής πρακτικής. Συνδέεται άμεσα με την αρχή της ισότητας, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την προσωπικότητα και την απαγόρευση αυθαίρετων γενικεύσεων.
Κατά συνέπεια, όταν ένα ρεπορτάζ ξεκινά από ένα συγκεκριμένο έγκλημα και σταδιακά μετακινείται από την εξατομικευμένη περιγραφή της πράξης σε γενικές αναφορές περί «των ανδρών», «της ανδρικής βίας», «της πατριαρχίας» ή της υποτιθέμενης γενικής επικινδυνότητας των ανδρών στο πλαίσιο οικογενειακών σχέσεων, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δημιουργείται στον μέσο τηλεθεατή η εντύπωση ότι η εγκληματική συμπεριφορά αποτελεί χαρακτηριστικό ολόκληρης κοινωνικής ομάδας.
Η δημοσιογραφία οφείλει να περιγράφει το έγκλημα χωρίς να κατασκευάζει συλλογικό κατηγορητήριο.
2. Η χρήση έμφυλων όρων δεν πρέπει να υποκαθιστά την ποινική και δικαστική περιγραφή της πράξης
Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» αποτελεί αντικείμενο ευρύτερης κοινωνικής, πολιτικής, επιστημονικής και νομικής συζήτησης. Η παρούσα επιστολή δεν επιχειρεί να επιβάλει στα μέσα ενημέρωσης συγκεκριμένο λεξιλόγιο ούτε να περιορίσει την ελευθερία έκφρασης.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό: αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας κοινωνικός ή δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται και το εάν, μέσα στο συνολικό πλαίσιο του ρεπορτάζ, καταλήγει να λειτουργεί ως υποκατάστατο της εξατομικευμένης νομικής αξιολόγησης.
Η ύπαρξη μιας γυναίκας ως θύματος ανθρωποκτονίας δεν αποδεικνύει αυτομάτως το κίνητρο του δράστη. Το φύλο του θύματος αποτελεί πραγματικό περιστατικό. Το εάν η πράξη συνδέεται αιτιωδώς με το φύλο, με έλεγχο, με μισογυνισμό, με ζήλια, με χωρισμό, με οικονομική διαφορά, με ψυχική κατάσταση, με οικογενειακή σύγκρουση ή με οποιοδήποτε άλλο κίνητρο αποτελεί ζήτημα πραγματικής και αποδεικτικής διερεύνησης.
Η δημοσιογραφική ορολογία, επομένως, δεν πρέπει να οδηγεί σε προκατασκευή του κινήτρου.
Όταν η ορολογία προηγείται της έρευνας και στη συνέχεια χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, δημιουργείται ο κίνδυνος κυκλικής επιχειρηματολογίας: το γεγονός χαρακτηρίζεται εξαρχής ως συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο και στη συνέχεια κάθε πληροφορία ερμηνεύεται ως απόδειξη αυτού του ήδη προαποφασισμένου χαρακτηρισμού.
Αυτό αποτελεί σοβαρό ζήτημα δημοσιογραφικής μεθοδολογίας.
3. Η ακραία γενίκευση από το ατομικό γεγονός στο κοινωνικό σύνολο
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η μετάβαση από την περιγραφή ενός συγκεκριμένου περιστατικού σε γενικευτικά συμπεράσματα για το σύνολο των ανδρών, των πατέρων, των συζύγων ή των πρώην συντρόφων.
Η λογική ακολουθία:
«ένας άνδρας κατηγορείται για ανθρωποκτονία»,
«οι άνδρες είναι συχνότερα δράστες»,
«η ανδρική βία αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα»,
«η ανδρική συμπεριφορά στις οικογενειακές σχέσεις πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παράγοντας κινδύνου»,
δεν αποτελεί ενιαίο πραγματολογικό συμπέρασμα. Κάθε στάδιο απαιτεί διαφορετικά στοιχεία, διαφορετική τεκμηρίωση και διαφορετική στατιστική ανάλυση.
Η ύπαρξη ενός πραγματικού κοινωνικού φαινομένου δεν επιτρέπει την αυθαίρετη γενίκευσή του σε κάθε μέλος της αντίστοιχης κοινωνικής ομάδας.
Η δημοσιογραφική ανάλυση οφείλει συνεπώς να διακρίνει αυστηρά μεταξύ στατιστικής παρατήρησης, κοινωνιολογικής υπόθεσης, επιστημονικού συμπεράσματος και ατομικής ποινικής ευθύνης.
Η σύγχυση αυτών των διαφορετικών επιπέδων μπορεί να οδηγήσει σε στερεοτυπική παρουσίαση ενός ολόκληρου φύλου.
4. Η συλλογική ενοχοποίηση δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ισότητας
Η συνεχής σύνδεση της ανδρικής ταυτότητας με έννοιες όπως η βία, ο έλεγχος, η επιθετικότητα, η ζήλια, η εξουσία και η επικινδυνότητα δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα όταν παρουσιάζεται όχι ως αντικείμενο συγκεκριμένης επιστημονικής ανάλυσης αλλά ως αυτονόητο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Ο άνδρας που βρίσκεται σε διαδικασία διαζυγίου δεν είναι εξ αυτού του γεγονότος βίαιος.
Ο πατέρας που ζητά επικοινωνία με τα παιδιά του δεν είναι εξ αυτού του γεγονότος ελεγκτικός.
Ο πρώην σύζυγος δεν είναι εξ αυτού του γεγονότος επικίνδυνος.
Ο καταγγελλόμενος δεν είναι εξ αυτού του γεγονότος ένοχος.
Ο άνδρας που εμπλέκεται σε οικογενειακή δικαστική διαφορά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μέλος μιας συλλογικά ύποπτης κατηγορίας.
Αντιστρόφως, η ίδια αρχή θα έπρεπε να εφαρμόζεται σε κάθε κοινωνική ομάδα.
Η πραγματική ισότητα δεν σημαίνει απλώς ίση μεταχείριση όταν είναι κοινωνικά δημοφιλές να ζητείται. Σημαίνει ίση εφαρμογή της αρχής όταν το πρόσωπο που χρειάζεται προστασία, δικαιοσύνη ή τεκμήριο αθωότητας είναι κοινωνικά λιγότερο δημοφιλές.
5. Το τεκμήριο αθωότητας πρέπει να παραμένει ενεργό καθ’ όλη τη διάρκεια της δημόσιας ενημέρωσης
Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της ποινικής διαδικασίας. Δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια που αφορά αποκλειστικά την αίθουσα του δικαστηρίου.
Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 προβλέπει ότι οι ύποπτοι και κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι έως ότου αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο. Η ίδια Οδηγία προβλέπει ειδικά ότι οι δημόσιες αρχές δεν πρέπει, πριν από την απόδειξη της ενοχής, να αναφέρονται σε πρόσωπο ως ένοχο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Οδηγία αναφέρεται ρητά σε δικαστικές αρχές, αστυνομία, λοιπές αρχές επιβολής του νόμου, υπουργούς και άλλους δημόσιους αξιωματούχους.
Κατά συνέπεια, η δημόσια επικοινωνία μιας ποινικής υπόθεσης πρέπει να διακρίνει με ακρίβεια ανάμεσα στο τι είναι αποδεδειγμένο, τι καταγγέλλεται, τι εξετάζεται και τι αποτελεί εκτίμηση.
Η διαφορά ανάμεσα στις φράσεις «φέρεται να», «σύμφωνα με την Αστυνομία», «εξετάζεται το ενδεχόμενο» και «ο δράστης έκανε» δεν είναι γλωσσική λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδης διαφορά ως προς το επίπεδο βεβαιότητας που μεταδίδεται στο κοινό.
6. Η δημόσια παρουσίαση μιας υπόθεσης δεν μπορεί να υποκαθιστά τη δικαστική διαδικασία
Η τηλεοπτική ενημέρωση διαθέτει τεράστια δυνατότητα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Για τον λόγο αυτό, η παρουσίαση ενός προσώπου ως ουσιαστικά ενόχου πριν από τη δικαστική κρίση μπορεί να προκαλέσει συνέπειες πολύ πέραν της ίδιας της ενημέρωσης.
Η κοινωνική καταδίκη μπορεί να προηγηθεί κατά πολύ της δικαστικής διαδικασίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταστήσει πρακτικά αδύνατη την αποκατάσταση της φήμης ενός προσώπου ακόμη και σε περίπτωση απαλλαγής του.
Επομένως, η χρήση δραματοποιημένων τίτλων, απόλυτων χαρακτηρισμών, ψυχολογικών ερμηνειών, δηλώσεων περί κινήτρου και αναπαραγωγής μη επιβεβαιωμένων πληροφοριών πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο με βάση το εάν είναι «ενδιαφέρουσα» τηλεοπτικά, αλλά και με βάση τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τα δικαιώματα των εμπλεκομένων.
7. Η δημοσιοποίηση στοιχείων ενεργών αστυνομικών ερευνών απαιτεί αυξημένο θεσμικό έλεγχο
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το ζήτημα της δημοσιοποίησης πληροφοριών που παρουσιάζονται ως προερχόμενες από «αστυνομικές πηγές» ενώ η σχετική έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Η δημοσιοποίηση αντικειμενικών πληροφοριών για μια ποινική διαδικασία δεν απαγορεύεται συλλήβδην. Η ίδια η Οδηγία 2016/343 αναγνωρίζει ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να δημοσιοποιούν πληροφορίες όταν αυτό είναι αυστηρά αναγκαίο για την ποινική έρευνα ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τονίζει όμως ταυτόχρονα ότι η δημοσιοποίηση πρέπει να είναι εύλογη και αναλογική και να μην δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ύποπτος είναι ένοχος.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται θεσμικός έλεγχος.
Όταν δημοσιοποιούνται πληροφορίες για καταθέσεις, ιατροδικαστικά ευρήματα, προσωπικές σχέσεις, προηγούμενες καταγγελίες, επικοινωνίες, οικογενειακές διαφορές, ψυχική κατάσταση ή υποτιθέμενα κίνητρα, πρέπει να εξετάζεται ποιος έδωσε την πληροφορία, με ποια ιδιότητα, για ποιο σκοπό και εάν η δημοσιοποίηση ήταν αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού.
8. Η επίκληση «αστυνομικών πηγών» δεν αποτελεί αυτοτελή εγγύηση αλήθειας ή νομιμότητας
Η φράση «σύμφωνα με αστυνομικές πηγές» χρησιμοποιείται συχνά ως ένδειξη αξιοπιστίας.
Ωστόσο, η ύπαρξη πηγής δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ούτε την πληρότητα ούτε την ορθότητα ούτε τη νομιμότητα της δημοσιοποίησης.
Μια πληροφορία μπορεί να είναι:
- προκαταρκτική εκτίμηση,
- επιχειρησιακή πληροφορία,
- ανεπιβεβαίωτος ισχυρισμός,
- στοιχείο που βρίσκεται υπό διασταύρωση,
- πληροφορία που αφορά μόνο μία πλευρά της υπόθεσης,
- ή πραγματικό εύρημα.
Η δημοσιογραφική ευθύνη επιβάλλει τη σαφή διάκριση αυτών των κατηγοριών.
Αντίστοιχα, η κρατική ευθύνη επιβάλλει να υπάρχει σαφές πλαίσιο για το ποια στοιχεία παρέχονται στα μέσα, από ποιο όργανο, σε ποιο στάδιο της έρευνας και με ποια διασφάλιση των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων.
9. Ποιος ελέγχει τις διαρροές και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την ακρίβειά τους;
Το ζήτημα αυτό απαιτεί συγκεκριμένες θεσμικές απαντήσεις.
Εάν μια πληροφορία προέρχεται πράγματι από υπηρεσιακή πηγή, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της διαδικασίας μέσω της οποίας κατέστη διαθέσιμη.
Ποιος αποφασίζει ότι μπορεί να κοινοποιηθεί;
Ποιος ελέγχει εάν αφορά απόρρητα ή προστατευόμενα στοιχεία;
Ποιος διασφαλίζει ότι δεν περιέχει προσωπικές εκτιμήσεις;
Ποιος ελέγχει την ακρίβεια;
Ποιος διορθώνει την πληροφορία όταν αποδειχθεί ανακριβής;
Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη βλάβη που ενδέχεται να προκλήθηκε σε ένα πρόσωπο από μια εσφαλμένη ή πρόωρη δημοσιοποίηση;
Η δημοσιογραφική φράση «σύμφωνα με πληροφορίες» δεν μπορεί να αποτελεί μηχανισμό απαλλαγής όλων των εμπλεκομένων από κάθε ευθύνη.
10. Ιδιαίτερη θεσμική ευθύνη της Ελληνικής Αστυνομίας και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη
Η Αστυνομία έχει αυτονόητη υποχρέωση να ενημερώνει την κοινωνία όταν αυτό επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον και την ασφάλεια.
Η ενημέρωση όμως πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε πλαίσιο θεσμικής ουδετερότητας, ακρίβειας, αναλογικότητας και σεβασμού των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων.
Ιδιαίτερα στις υποθέσεις οικογενειακής και συντροφικής βίας απαιτείται προσοχή ώστε η θεσμική επικοινωνία να μην αποκτά χαρακτήρα μονοδιάστατου έμφυλου αφηγήματος.
Το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να προστατεύονται οι γυναίκες. Αυτό είναι αυτονόητο.
Το ζήτημα είναι εάν η προστασία αυτή παρέχεται στο πλαίσιο μιας πραγματικά καθολικής πολιτικής προστασίας όλων των θυμάτων.
Όταν η δημόσια επικοινωνία παρουσιάζει συστηματικά το σχήμα «άνδρας δράστης – γυναίκα θύμα», χωρίς αντίστοιχη ορατότητα ανδρών θυμάτων και χωρίς αναφορά στην πολυπλοκότητα των οικογενειακών συγκρούσεων, δημιουργείται εύλογο ερώτημα ως προς την επικοινωνιακή ισορροπία της πολιτείας.
11. Η πολιτεία οφείλει να προστατεύει τα θύματα ανεξάρτητα από το φύλο τους
Η πραγματική πολιτική προστασίας δεν μπορεί να βασίζεται σε έναν μόνιμο διπολισμό στον οποίο η μία πλευρά αντιμετωπίζεται κατ’ αρχήν ως θύμα και η άλλη ως κατ’ αρχήν δράστης.
Οι γυναίκες που υφίστανται βία πρέπει να προστατεύονται αποτελεσματικά.
Το ίδιο πρέπει να ισχύει για τους άνδρες που υφίστανται βία.
Οι μητέρες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε προστασία.
Το ίδιο πρέπει να ισχύει για τους πατέρες.
Τα κορίτσια και τα αγόρια πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισότιμα πρόσωπα που δικαιούνται προστασία.
Η προστασία του ενός φύλου δεν πρέπει να προϋποθέτει την κοινωνική καχυποψία έναντι του άλλου.
Η ισότητα δεν είναι ανταγωνισμός μεταξύ θυμάτων.
Είναι καθολική αρχή προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
12. Oι Ανδρες θυματα δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύον ή περιθωριακό ζήτημα η με την τρομαχτικη αρνητικοτητα και υποκειμενικοτητα που ειδαμε σε δηλωσεις προσωπων που εχουν θεσμικους ρολους
Η δημόσια συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα πραγματικά θύματα.
Η ύπαρξη αυξημένης ανάγκης προστασίας γυναικών σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων δεν αποτελεί λόγο να αποκλείονται από την πολιτική, τη στατιστική καταγραφή ή τη δημοσιογραφική συζήτηση οι άνδρες που υφίστανται βία.
Η απουσία ορατότητας μπορεί να οδηγήσει σε απουσία καταγραφής και η απουσία καταγραφής σε εσφαλμένη αντίληψη για την πραγματική έκταση ενός προβλήματος.
Για τον λόγο αυτό απαιτούνται συγκρίσιμα στοιχεία και για τα δύο φύλα, ώστε η δημόσια πολιτική να βασίζεται σε δεδομένα και όχι σε προκαθορισμένες ιδεολογικές παραδοχές.
13. Η έλλειψη πλήρους και συμμετρικής στατιστικής εικόνας περιορίζει την ποιότητα της δημόσιας συζήτησης
Η πολιτεία, τα μέσα ενημέρωσης και οι επιστημονικοί φορείς οφείλουν να στηρίζουν τις γενικεύσεις τους σε επαρκή και συγκρίσιμα δεδομένα.
Είναι αναγκαίο να υπάρχουν στοιχεία για:
- τα θύματα ανά φύλο,
- τους φερόμενους δράστες ανά φύλο,
- τις ανθρωποκτονίες μεταξύ συντρόφων,
- τις ανθρωποκτονίες μεταξύ πρώην συντρόφων,
- τη σωματική και ψυχολογική βία,
- την οικονομική βία,
- τη βία μετά τον χωρισμό,
- την ηλικία των θυμάτων και των δραστών,
- τις καταγγελίες,
- την εξέλιξη των καταγγελιών,
- τις δικαστικές αποφάσεις,
- τις αθωώσεις και καταδίκες,
- και τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρχικές πληροφορίες δεν επιβεβαιώθηκαν.
Χωρίς ολοκληρωμένη εικόνα, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να στηρίζεται σε επιλεκτική προβολή περιστατικών.
Η επιλογή των περιστατικών που προβάλλονται στα μέσα δεν πρέπει να μετατρέπεται σιωπηρά σε υποκατάστατο στατιστικής.
14. Η τηλεοπτική εκπομπή δεν αποτελεί δικαστήριο ούτε υποκατάστατο της ποινικής διαδικασίας
Η σύγχρονη τηλεοπτική ενημέρωση διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, παρατηρείται η μετατροπή μιας ποινικής υπόθεσης σε πολυήμερη τηλεοπτική αφήγηση, στην οποία δημοσιογράφοι, παρουσιαστές, δικηγόροι, αστυνομικοί και άλλοι σχολιαστές αναλαμβάνουν διαδοχικά ρόλους ερευνητή, ανακριτή, ψυχολόγου και δικαστή.
Η πρακτική αυτή δημιουργεί σοβαρά ζητήματα.
Η τηλεοπτική δημοσιότητα δεν πρέπει να καθορίζει την ποινική ενοχή.
Δεν πρέπει να παράγει κοινωνική καταδίκη πριν από τη δικαστική κρίση.
Δεν πρέπει να μετατρέπει τις οικογενειακές λεπτομέρειες μιας υπόθεσης σε δημόσιο θέαμα.
Και δεν πρέπει να δημιουργεί στον τηλεθεατή την ψευδαίσθηση ότι έχει πρόσβαση σε ολόκληρη τη δικογραφία όταν στην πραγματικότητα βλέπει επιλεγμένα στοιχεία.
15. Η συμμετοχή δικηγόρων στις τηλεοπτικές εκπομπές απαιτεί αυξημένη θεσμική αυτοσυγκράτηση
Η παρουσία δικηγόρων στα μέσα ενημέρωσης είναι θεμιτή και μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση σύνθετων νομικών ζητημάτων.
Ακριβώς επειδή όμως ο δικηγόρος διαθέτει ειδική νομική γνώση, η δημόσια παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Είναι διαφορετικό να εξηγεί ένας δικηγόρος τι προβλέπει ο νόμος και διαφορετικό να παρουσιάζει ως βέβαιο το κίνητρο ενός προσώπου, να προβαίνει σε ψυχολογικές εκτιμήσεις χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική βάση, να παρουσιάζει επιλεγμένα στοιχεία μιας δικογραφίας ως συνολική εικόνα ή να προδικάζει την έκβαση μιας ποινικής διαδικασίας.
Η νομική ιδιότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τηλεοπτικό τεκμήριο αλήθειας.
Ούτε η τηλεοπτική προβολή πρέπει να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της δικαστικής διαδικασίας.
16. Ιδιαίτερη θεσμική ευθύνη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ως θεσμικός εκπρόσωπος ενός κατεξοχήν συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, οφείλει να αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη σοβαρότητα το ζήτημα της δημόσιας παρουσίας δικηγόρων σε ενεργές ποινικές υποθέσεις.
Είναι εύλογο να ζητηθεί από τον ΔΣΑ να διευκρινίσει ποιο είναι το θεσμικό και δεοντολογικό πλαίσιο που διέπει τις δημόσιες παρεμβάσεις δικηγόρων όταν αυτές αφορούν:
- ενεργές ποινικές διαδικασίες,
- στοιχεία δικογραφιών,
- πρόσωπα που δεν έχουν καταδικαστεί,
- ανήλικα παιδιά,
- οικογενειακές διαφορές,
- δημόσιες καταγγελίες,
- και ζητήματα που παρουσιάζονται με έντονη έμφυλη φόρτιση.
Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί εάν το ίδιο επίπεδο θεσμικής αυστηρότητας εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο του προσώπου που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης.
Η απαίτηση αυτή δεν αποτελεί επίθεση κατά των δικηγόρων. Αντιθέτως, αποτελεί απαίτηση ενίσχυσης της θεσμικής αξιοπιστίας του δικηγορικού λειτουργήματος.
17. Η ελευθερία του Τύπου είναι θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά δεν είναι δικαίωμα απεριόριστης ασυδοσίας
Η ελευθερία του Τύπου αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της δημοκρατικής κοινωνίας.
Ακριβώς όμως επειδή είναι τόσο σημαντική, συνοδεύεται από ευθύνη.
Η ελευθερία ενημέρωσης δεν καταργεί την προστασία της προσωπικότητας.
Δεν καταργεί την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
Δεν καταργεί την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Δεν καταργεί το τεκμήριο αθωότητας.
Δεν καταργεί την απαγόρευση δυσφημιστικών ή ανακριβών ισχυρισμών.
Δεν καταργεί την υποχρέωση διάκρισης μεταξύ πραγματικού γεγονότος και σχολίου.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι περιορισμός του Τύπου αλλά ενίσχυση της υπεύθυνης άσκησης της δημοσιογραφικής ελευθερίας.
18. Η ισότητα ανδρών και γυναικών δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά
Η συνταγματική αρχή της ισότητας απαιτεί ίση αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας και ίση προστασία των δικαιωμάτων.
Η προστασία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα δεν μπορεί να συνοδεύεται από απαξίωση ή συλλογική καχυποψία απέναντι στους άνδρες.
Αντίστοιχα, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων ενός άνδρα δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζεται η προστασία των γυναικών.
Το άρθρο 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου και προβλέπει ρητά ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.
Η αρχή αυτή πρέπει να διαπερνά όχι μόνο τη δικαστική διαδικασία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί και τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν κοινωνικές ομάδες.
19. Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμόζεται και στην ενημέρωση
Δεν είναι κάθε πραγματικό στοιχείο αναγκαίο να δημοσιοποιείται.
Η ύπαρξη δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος δεν σημαίνει ότι κάθε προσωπική λεπτομέρεια έχει δημόσιο ενδιαφέρον.
Πρέπει να εξετάζεται:
- εάν η πληροφορία είναι αναγκαία,
- εάν είναι ακριβής,
- εάν έχει διασταυρωθεί,
- εάν αφορά ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης,
- εάν προκαλεί δυσανάλογη βλάβη,
- εάν υπάρχουν ανήλικα πρόσωπα,
- εάν αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα,
- και εάν η δημοσιοποίησή της εξυπηρετεί πραγματικό δημόσιο συμφέρον.
Η αρχή «ό,τι μπορούμε να δημοσιεύσουμε, το δημοσιεύουμε» δεν αποτελεί κατάλληλο κανόνα για υπεύθυνη δημοσιογραφία.
Ο ορθός κανόνας είναι:
δημοσιεύουμε ό,τι είναι αναγκαίο, ακριβές και δικαιολογείται από το δημόσιο ενδιαφέρον.
20. Η προστασία των ανηλίκων επιβάλλει ακόμη αυστηρότερα όρια
Στις οικογενειακές ανθρωποκτονίες συχνά υπάρχουν παιδιά.
Τα παιδιά όμως δεν αποτελούν μέρος της δημόσιας αντιπαράθεσης των ενηλίκων.
Η δημοσιοποίηση λεπτομερειών για τη σχέση των γονέων, προηγούμενες καταγγελίες, οικογενειακές συγκρούσεις, προβλήματα υγείας, σχολικό περιβάλλον ή προσωπικές πληροφορίες μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για τους ίδιους τους ανηλίκους.
Η δημοσιογραφική δεοντολογία πρέπει επομένως να εφαρμόζεται με αυξημένη αυστηρότητα.
Το γεγονός ότι μια πληροφορία είναι διαθέσιμη σε μια πηγή δεν σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να μεταδοθεί στο πανελλήνιο κοινό.
21. Η δημοσιογραφία οφείλει να διακρίνει το γεγονός από τον ισχυρισμό, την πληροφορία από την εκτίμηση και την απόδειξη από την υπόθεση
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της τηλεοπτικής ενημέρωσης είναι η συχνή συγχώνευση διαφορετικών επιπέδων πληροφορίας.
Άλλο είναι ένα γεγονός που έχει διαπιστωθεί.
Άλλο είναι ένας ισχυρισμός συγγενή.
Άλλο είναι μια κατάθεση.
Άλλο είναι μια αστυνομική εκτίμηση.
Άλλο είναι ένα εύρημα που βρίσκεται υπό αξιολόγηση.
Άλλο είναι ένα συμπέρασμα πραγματογνώμονα.
Άλλο είναι ένα δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός.
Όταν όλα αυτά παρουσιάζονται με τον ίδιο τόνο βεβαιότητας, ο τηλεθεατής αδυνατεί να αντιληφθεί ποιο τμήμα της αφήγησης είναι αποδεδειγμένο και ποιο αποτελεί απλή υπόθεση.
Η δημοσιογραφική ακρίβεια δεν αφορά μόνο το εάν μια πρόταση είναι τεχνικά αληθής. Αφορά και το εάν ο τρόπος παρουσίασής της δημιουργεί παραπλανητική συνολική εντύπωση.
22. Η οικογενειακή διαφορά δεν αποτελεί αυτομάτως προοίμιο εγκλήματος
Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι η εκ των υστέρων ερμηνεία κάθε οικογενειακής διαφωνίας ως δήθεν προαναγγελίας μιας εγκληματικής πράξης.
Μετά από μια ανθρωποκτονία, κάθε προηγούμενος καβγάς, κάθε διαφωνία, κάθε μήνυμα, κάθε διαζυγιακή διαφορά και κάθε οικονομικό πρόβλημα μπορεί να αποκτήσει εκ των υστέρων διαφορετικό νόημα.
Η δημοσιογραφία όμως οφείλει να αποφεύγει την πλάνη της εκ των υστέρων βεβαιότητας.
Το ότι δύο άνθρωποι βρίσκονταν σε σύγκρουση δεν αποδεικνύει ότι η σύγκρουση θα οδηγούσε σε ανθρωποκτονία.
Το ότι υπήρχε διαδικασία διαζυγίου δεν αποδεικνύει το κίνητρο.
Το ότι υπήρχαν καταγγελίες δεν αποδεικνύει αυτομάτως κάθε μεταγενέστερο ισχυρισμό.
Κάθε στοιχείο πρέπει να αξιολογείται στο πραγματικό και δικονομικό του πλαίσιο.
23. Η δημόσια πολιτική για την οικογενειακή βία πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, αναλογική και καθολική
Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί σοβαρή υποχρέωση της Πολιτείας.
Ωστόσο, η αποτελεσματική πολιτική δεν μπορεί να οικοδομείται αποκλειστικά γύρω από ένα προκαθορισμένο σχήμα φύλου.
Χρειάζεται πολιτική που να αναγνωρίζει:
- γυναίκες θύματα,
- άνδρες θύματα,
- παιδιά θύματα,
- ηλικιωμένους,
- άτομα με αναπηρία,
- θύματα σωματικής βίας,
- θύματα ψυχολογικής βίας,
- θύματα οικονομικής βίας,
- θύματα βίας μετά τον χωρισμό.
Η πραγματική ισότητα δεν σημαίνει ότι όλα τα φαινόμενα έχουν την ίδια συχνότητα ή την ίδια μορφή.
Σημαίνει ότι κανένα πραγματικό θύμα δεν πρέπει να καθίσταται θεσμικά αόρατο επειδή δεν ταιριάζει στο κυρίαρχο αφήγημα.
24. Η ενημέρωση πρέπει να στηρίζεται σε δεδομένα και όχι σε ιδεολογικά προαποφασισμένα συμπεράσματα
Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης είναι να πληροφορούν, να ερευνούν, να ελέγχουν την εξουσία και να βοηθούν την κοινωνία να κατανοεί σύνθετα ζητήματα.
Δεν είναι ρόλος τους να επιβεβαιώνουν εκ των προτέρων ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο.
Εάν ένα κοινωνικό φαινόμενο υπάρχει, πρέπει να παρουσιάζεται με στοιχεία.
Εάν υπάρχουν στατιστικές διαφορές μεταξύ φύλων, πρέπει να παρουσιάζονται οι πραγματικές στατιστικές.
Εάν υπάρχουν άνδρες θύματα, πρέπει να καταγράφονται.
Εάν υπάρχουν γυναίκες δράστες, πρέπει να καταγράφονται.
Εάν υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι αρχικές καταγγελίες δεν επιβεβαιώθηκαν, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα αντικειμενικής αναφοράς χωρίς στιγματισμό.
Εάν υπάρχουν θεσμικές αποτυχίες, πρέπει να διερευνώνται ανεξάρτητα από το φύλο των εμπλεκομένων.
Η δημοσιογραφία οφείλει να ακολουθεί τα δεδομένα και όχι να επιλέγει τα δεδομένα που ταιριάζουν στην αφήγηση.
25. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην επαναλαμβανόμενη χρήση των ίδιων έμφυλων αφηγηματικών σχημάτων
Η επανάληψη ενός συγκεκριμένου αφηγηματικού μοτίβου μπορεί να έχει μεγαλύτερη κοινωνική επίδραση από ένα μεμονωμένο δημοσίευμα.
Όταν καθημερινά επαναλαμβάνονται εικόνες και φράσεις στις οποίες ο άνδρας εμφανίζεται ως δράστης, ελεγκτής, απειλή ή φορέας βίας και η γυναίκα ως θύμα, χωρίς αντίστοιχη παρουσίαση της πολυπλοκότητας των πραγματικών περιστατικών, δημιουργείται σταδιακά ένα στερεοτυπικό κοινωνικό πλαίσιο.
Το ζήτημα επομένως δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο σε επίπεδο μεμονωμένου άρθρου.
Χρειάζεται να εξεταστεί και η συνολική εικόνα της ενημέρωσης.
Η συστηματικότητα είναι κρίσιμη.
Εάν ένα συγκεκριμένο πρότυπο επαναλαμβάνεται σε μεγάλο αριθμό μέσων, εκπομπών και σχολιασμών, το αποτέλεσμα δεν είναι πλέον απλώς η ενημέρωση για μεμονωμένα εγκλήματα.
Είναι η διαμόρφωση κοινωνικής αντίληψης για ένα ολόκληρο φύλο.
26. Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο του θύματος και του κατηγορουμένου
Η αρχή της ουδετερότητας μπορεί να ελεγχθεί με ένα απλό κριτήριο:
θα χρησιμοποιούσε το ίδιο μέσο τις ίδιες λέξεις, την ίδια ένταση και την ίδια ερμηνευτική προσέγγιση εάν αντιστρέφονταν τα φύλα;
Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε απαιτείται σοβαρή εξέταση της δημοσιογραφικής πρακτικής.
Η πραγματική ισότητα δεν απαιτεί να παρουσιάζονται όλες οι υποθέσεις με πανομοιότυπο τρόπο.
Απαιτεί όμως οι θεμελιώδεις αρχές — τεκμήριο αθωότητας, προστασία προσωπικότητας, ακρίβεια, σεβασμός ιδιωτικής ζωής και εξατομίκευση της ευθύνης — να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο.
27. Η κριτική δεν στρέφεται κατά της προστασίας των γυναικών αλλά κατά της μονομέρειας
Είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστεί ότι η παρούσα παρέμβαση δεν ζητά περιορισμό της προστασίας των γυναικών από τη βία.
Δεν αμφισβητεί την ανάγκη πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας.
Δεν αμφισβητεί την ανάγκη αποτελεσματικής αστυνομικής προστασίας.
Δεν αμφισβητεί την ανάγκη στήριξης των θυμάτων.
Αμφισβητεί όμως την αντίληψη ότι η επίτευξη αυτών των στόχων προϋποθέτει τη δημιουργία μιας γενικής κοινωνικής εικόνας στην οποία ο άνδρας αντιμετωπίζεται ως εκ προοιμίου ύποπτος ή δυνητικά επικίνδυνος.
Η προστασία των γυναικών και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ανδρών δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι.
Σε ένα κράτος δικαίου είναι συμπληρωματικοί.
28. Το ζήτημα απαιτεί θεσμική και όχι μόνο δημοσιογραφική αντιμετώπιση
Το πρόβλημα, εφόσον επιβεβαιωθεί, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στα μέσα ενημέρωσης.
Αφορά ταυτόχρονα:
- τον τρόπο επικοινωνίας της Ελληνικής Αστυνομίας,
- την επικοινωνιακή πολιτική του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,
- τη διαχείριση πληροφοριών από ενεργές έρευνες,
- τη λειτουργία των τηλεοπτικών εκπομπών,
- τη δημοσιογραφική δεοντολογία,
- τη δημόσια παρουσία δικηγόρων,
- τη θεσμική στάση του ΔΣΑ,
- τη συλλογή και παρουσίαση στατιστικών δεδομένων,
- και τη γενικότερη δημόσια πολιτική για την οικογένεια και την ισότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται συνολικός θεσμικός έλεγχος και όχι απλώς μια ακόμη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ «υπέρ» και «κατά» των μέσων ενημέρωσης.
29. Αίτημα για θεσμικό έλεγχο και δημόσια λογοδοσία
Με βάση τα ανωτέρω, ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν συστηματικά:
- Την έκταση της χρήσης έμφυλων γενικεύσεων σε ρεπορτάζ για ανθρωποκτονίες.
- Τον τρόπο παρουσίασης ανδρών που φέρονται ως δράστες πριν από την οριστική δικαστική κρίση.
- Τον τρόπο παρουσίασης ανδρών που είναι θύματα οικογενειακής ή συντροφικής βίας.
- Τη διάκριση μεταξύ γεγονότων, ισχυρισμών, εκτιμήσεων και αποδεδειγμένων περιστατικών.
- Την προέλευση και τον τρόπο δημοσιοποίησης πληροφοριών από ενεργές αστυνομικές έρευνες.
- Την προστασία προσωπικών δεδομένων.
- Την προστασία ανηλίκων.
- Την τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας.
- Τη συμμόρφωση των δημόσιων αρχών με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για το τεκμήριο αθωότητας.
- Την ισορροπία της δημόσιας επικοινωνίας σχετικά με θύματα ανδρικού και γυναικείου φύλου.
- Τη δεοντολογική διάσταση της δημόσιας παρουσίας δικηγόρων σε ενεργές ποινικές υποθέσεις.
- Την ύπαρξη και δημοσιοποίηση πλήρων, συγκρίσιμων και κατά φύλο στατιστικών στοιχείων.
- Την ύπαρξη μηχανισμών διόρθωσης όταν δημοσιοποιούνται ανακριβείς ή πρόωρες πληροφορίες.
- Την ύπαρξη επαρκούς θεσμικού ελέγχου των διαρροών από υπηρεσιακές ή αστυνομικές πηγές.
30. Τελικό θεσμικό αίτημα
Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο απαιτητικό:
να εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές ακρίβειας, τεκμηρίωσης, αναλογικότητας, ισότητας, τεκμηρίου αθωότητας και προστασίας της προσωπικότητας σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από το φύλο τους.
Ζητείται τα μέσα ενημέρωσης να διακρίνουν την ενημέρωση από την ερμηνεία, την ερμηνεία από την υπόθεση και την υπόθεση από το αποδεδειγμένο γεγονός.
Ζητείται από την Ελληνική Αστυνομία και τις λοιπές δημόσιες αρχές να διασφαλίζουν ότι η δημόσια επικοινωνία για ενεργές ποινικές υποθέσεις δεν δημιουργεί πρόωρη εντύπωση ενοχής. Η Οδηγία 2016/343 προβλέπει ακριβώς αυτή την υποχρέωση και διευκρινίζει ότι ακόμη και όταν επιτρέπεται η δημοσιοποίηση πληροφοριών για λόγους έρευνας ή δημοσίου συμφέροντος, ο τρόπος και το πλαίσιο της δημοσιοποίησης δεν πρέπει να δημιουργούν εντύπωση ενοχής πριν από τη νόμιμη απόδειξή της.
Ζητείται από τα θεσμικά όργανα να μην αντιμετωπίζουν ως «αντιπαράθεση φύλων» κάθε αίτημα για ίση μεταχείριση των ανδρών.
Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Δημοκρατία δεν διασφαλίζεται με τη σιωπή των πολιτών, αλλά με την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών, την ελεύθερη άσκηση της κριτικής, τη διαφάνεια και την ουσιαστική λογοδοσία.
Η καταπολέμηση της εγκληματικότητας και η προστασία των θυμάτων αποτελούν αυτονόητες και θεμελιώδεις υποχρεώσεις της Πολιτείας. Εξίσου θεμελιώδεις, όμως, είναι η ισότητα ενώπιον του νόμου, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η προστασία της προσωπικότητας, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το τεκμήριο αθωότητας, η δίκαιη δίκη και η εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης.
Η ελευθερία του Τύπου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της Δημοκρατίας. Η άσκησή της, όμως, συνοδεύεται από αντίστοιχη ευθύνη απέναντι στην αλήθεια, στην ακρίβεια, στη δεοντολογία και στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που εμπλέκονται σε μια υπόθεση.
Μια ανθρωποκτονία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αφετηρία συλλογικής ενοχοποίησης. Η εγκληματική πράξη ενός συγκεκριμένου προσώπου δεν μπορεί να μεταφέρεται, μέσω γενικεύσεων, σε ολόκληρο το φύλο στο οποίο ανήκει ο φερόμενος ως δράστης. Ομοίως, η ύπαρξη μιας οικογενειακής ή συντροφικής διαφοράς δεν μπορεί να παρουσιάζεται αυτομάτως ως ένδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς, ούτε μια καταγγελία να υποκαθιστά την απόδειξη, ούτε μια αστυνομική εκτίμηση να παρουσιάζεται ως δικαστικά διαπιστωμένο γεγονός.
Ιδιαίτερα δε σε υποθέσεις που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση, η δημοσιοποίηση ή τηλεοπτική αναπαραγωγή πληροφοριών που προέρχονται από αστυνομικές ή άλλες μη δημόσιες πηγές απαιτεί αυξημένη προσοχή, διασταύρωση, θεσμική υπευθυνότητα και σεβασμό στη νομιμότητα. Η δημοσιογραφική αναφορά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της ανακριτικής ή δικαστικής διαδικασίας.
Ούτε είναι συμβατό με τις αρχές του κράτους δικαίου να διαμορφώνεται, μέσω επαναλαμβανόμενων τηλεοπτικών και δημοσιογραφικών παρουσιάσεων, η εντύπωση ότι ένα συγκεκριμένο φύλο αποτελεί εκ προοιμίου τον δράστη, ενώ το άλλο εκ προοιμίου το θύμα. Η πραγματικότητα των οικογενειακών και συντροφικών σχέσεων είναι σύνθετη και απαιτεί αντικειμενική, τεκμηριωμένη και απαλλαγμένη από ιδεολογικές προϋποθέσεις προσέγγιση.
Η ποινική Δικαιοσύνη απαιτεί αποδείξεις και δικαστική κρίση.
Η δημοσιογραφία απαιτεί ακρίβεια, διασταύρωση και διάκριση μεταξύ γεγονότος και ισχυρισμού.
Η δημόσια διοίκηση απαιτεί αμεροληψία, ουδετερότητα και ίση μεταχείριση.
Η δικηγορία απαιτεί επαγγελματική ευθύνη και τήρηση της δεοντολογίας.
Οι θεσμοί απαιτούν διαφάνεια και λογοδοσία.
Και η Δημοκρατία απαιτεί την ίση προστασία των δικαιωμάτων κάθε προσώπου, ανεξαρτήτως φύλου.
Για τον λόγο αυτό, η παρούσα παρέμβαση δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της ανάγκης προστασίας των γυναικών από κάθε μορφή βίας, ούτε στη μείωση της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατά γυναικών. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική προστασία των θυμάτων προϋποθέτει ένα αξιόπιστο και καθολικά εφαρμοζόμενο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν αποκλείει ούτε αόρατα θύματα ούτε πραγματικές μορφές βίας επειδή δεν εντάσσονται στο κυρίαρχο αφήγημα.
Ζητείται η συνεπής εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής του κράτους δικαίου:
«Η ίδια πράξη πρέπει να αξιολογείται με τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια, το ίδιο δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται με την ίδια θεσμική σοβαρότητα και η ίδια αρχή δικαίου πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο, την κοινωνική θέση ή την ιδιότητα του προσώπου που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης.»
Η αρχή αυτή δεν αποτελεί ιδεολογική τοποθέτηση ούτε αίτημα ειδικής μεταχείρισης. Αποτελεί αυτονόητη συνέπεια της ισότητας ενώπιον του νόμου, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του τεκμηρίου αθωότητας, της ελευθερίας του Τύπου, της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της θεμελιώδους αρχής του κράτους δικαίου.
Ως εκ τούτου, τίθεται ενώπιον των αρμόδιων θεσμικών και επαγγελματικών φορέων ένα συγκεκριμένο και απολύτως θεμιτό αίτημα: να εξεταστούν με αντικειμενικότητα, διαφάνεια και τεκμηρίωση οι πρακτικές που ακολουθούνται στην παρουσίαση υποθέσεων ανθρωποκτονιών, ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας, ιδίως ως προς τη χρήση έμφυλων γενικεύσεων, την παρουσίαση μη οριστικοποιημένων πληροφοριών, την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας, την προστασία προσωπικών δεδομένων και ανηλίκων και την ισότιμη αντιμετώπιση των θυμάτων ανεξαρτήτως φύλου.
Η θεσμική κριτική δεν αποτελεί επίθεση κατά της Δημοκρατίας. Αποτελεί άσκηση δημοκρατικού δικαιώματος και ταυτόχρονα υπενθύμιση της υποχρέωσης όλων των θεσμών να λειτουργούν με τρόπο συμβατό με τις αρχές που οι ίδιοι καλούνται να υπηρετούν.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΖΟΥΝ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
1. Σκοπός του Παραρτήματος
Το παρόν Παράρτημα δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της σοβαρότητας οποιουδήποτε εγκλήματος, στην απαξίωση των θυμάτων ή στην παροχή οποιασδήποτε μορφής δικαιολόγησης σε πρόσωπα που ενδέχεται να έχουν διαπράξει εγκληματικές πράξεις.
Αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός ευρύτερου ζητήματος που αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης υποθέσεις ανθρωποκτονιών, ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας, καθώς και σοβαρών οικογενειακών συγκρούσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει να εξετάζεται όχι μόνο τι δημοσιεύεται, αλλά και τι παραλείπεται, ποια περιστατικά αποκτούν εκτεταμένη τηλεοπτική και δημοσιογραφική προβολή, ποια αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα εγκληματικά περιστατικά και ποια εντάσσονται άμεσα σε ένα ευρύτερο έμφυλο κοινωνικό αφήγημα.
2. Περιπτώσεις ανδρών θυμάτων — η ανάγκη ισόρροπης καταγραφής
Ιδιαίτερη θέση πρέπει να έχουν οι περιπτώσεις σοβαρής, κακοποιητικής ή θανατηφόρας βίας με άνδρα θύμα, ιδίως όταν υπάρχει οικογενειακό ή συντροφικό υπόβαθρο.
Η παράθεση τέτοιων περιπτώσεων δεν αποσκοπεί στη δημιουργία ενός «αντίστροφου αφηγήματος» ούτε σε οποιαδήποτε συμψηφιστική λογική.
Αποσκοπεί στην εξέταση ενός απλού και αντικειμενικά ελέγξιμου ερωτήματος:
Εφαρμόζουν τα μέσα ενημέρωσης τα ίδια δημοσιογραφικά κριτήρια ανεξαρτήτως του φύλου του θύματος και του δράστη;
Εάν παρόμοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με διαφορετική ένταση, διαφορετική γλώσσα, διαφορετική διάρκεια τηλεοπτικής κάλυψης ή διαφορετικό επίπεδο κοινωνικής ανάλυσης, το ζήτημα αυτό πρέπει να αξιολογηθεί με πραγματικά στοιχεία και συγκριτική έρευνα.
3. Η απουσία ή περιορισμένη κάλυψη υποθέσεων με άνδρες θύματα
Ιδιαίτερη έρευνα απαιτείται για περιστατικά στα οποία άνδρες έχουν υποστεί σοβαρή ενδοοικογενειακή ή συντροφική βία, έχουν τραυματιστεί σοβαρά ή έχουν χάσει τη ζωή τους.
Η απλή αναφορά μιας υπόθεσης σε μία σύντομη αστυνομική είδηση, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, συνιστά διαφορετική δημοσιογραφική αντιμετώπιση από εκείνη που παρατηρείται σε άλλες υποθέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε πολυήμερη τηλεοπτική θεματολογία και συνδέονται με ευρύτερες κοινωνικές ή έμφυλες ερμηνείες.
Επομένως, είναι εύλογο να ζητηθεί από τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν εάν υφίσταται πραγματική και μετρήσιμη ασυμμετρία στην κάλυψη, και όχι να περιοριστούν σε γενικές διακηρύξεις περί ισότητας.
4. Η τηλεοπτική γλώσσα στις περιπτώσεις ανδρών θυμάτων
Στις περιπτώσεις όπου άνδρας είναι θύμα, πρέπει να εξετάζεται εάν χρησιμοποιούνται αντίστοιχα:
- ο χαρακτηρισμός «θύμα»,
- αναφορές στη σοβαρότητα της βίας,
- αναφορές στην ψυχολογική κακοποίηση,
- αναφορές στον φόβο του θύματος,
- αναφορές στον έλεγχο και στην οικονομική βία,
- αναφορές σε προηγούμενες καταγγελίες,
- αναφορές στις συνέπειες για τα παιδιά,
- συμμετοχή ειδικών,
- εκτεταμένη τηλεοπτική παρουσίαση,
- κοινωνική και θεσμική ανάλυση.
Η ισότητα δεν απαιτεί όλες οι υποθέσεις να έχουν τον ίδιο χρόνο μετάδοσης.
Απαιτεί όμως το φύλο του θύματος να μην αποτελεί, από μόνο του, κριτήριο που καθορίζει την αξία, τη σοβαρότητα ή την κοινωνική σημασία με την οποία παρουσιάζεται μία υπόθεση.
5. Δημόσιες δηλώσεις θεσμικών και πολιτικών προσώπων
Ιδιαίτερο αντικείμενο ελέγχου πρέπει να αποτελούν οι δημόσιες δηλώσεις υπουργών, βουλευτών, εκπροσώπων δημόσιων φορέων, δικηγόρων, δημοσιογράφων, παρουσιαστών και άλλων προσώπων με δημόσια επιρροή.
Πρέπει να καταγράφονται, όπου υπάρχουν επαρκή στοιχεία, δηλώσεις οι οποίες:
- αποδίδουν συλλογικά χαρακτηριστικά σε ένα φύλο,
- παρουσιάζουν τους άνδρες ως ενιαία κοινωνική κατηγορία δραστών,
- μετατρέπουν μεμονωμένα εγκλήματα σε γενικευμένα χαρακτηριστικά ενός φύλου,
- προδικάζουν κίνητρο πριν ολοκληρωθεί η έρευνα,
- παρουσιάζουν ως βεβαιότητα γεγονότα που δεν έχουν ακόμη δικαστικά κριθεί,
- παραλείπουν ή υποβαθμίζουν συστηματικά την ύπαρξη ανδρών θυμάτων,
- χρησιμοποιούν διατυπώσεις οι οποίες, εάν αντιστρέφονταν ως προς το φύλο, θα προκαλούσαν εύλογα σοβαρές αντιδράσεις.
Κάθε τέτοια δήλωση πρέπει να παρατίθεται αυτούσια, με ημερομηνία, εκπομπή ή μέσο, ομιλητή και, όπου είναι διαθέσιμο, σύνδεσμο προς την πρωτογενή πηγή.
Δεν ζητείται προκαταβολική αξιολόγηση της πρόθεσης του ομιλητή. Ζητείται θεσμικός έλεγχος του περιεχομένου και των συνεπειών της δημόσιας τοποθέτησης.
6. Διαρροές από αστυνομικές και δικαστικές υποθέσεις
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν μέσα ενημέρωσης επικαλούνται «αστυνομικές πηγές», «πηγές της έρευνας», «πληροφορίες από τη δικογραφία» ή άλλες μη δημόσιες πηγές.
Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται:
- η νομιμότητα της δημοσιοποίησης,
- η ακρίβεια των πληροφοριών,
- η πληρότητα του αποσπάσματος,
- η χρονική στιγμή της δημοσιοποίησης,
- η προστασία προσωπικών δεδομένων,
- η προστασία ανηλίκων,
- η προστασία του τεκμηρίου αθωότητας,
- η πιθανότητα επηρεασμού της κοινής γνώμης ή της δικαστικής διαδικασίας.
Το γεγονός ότι μία πληροφορία προέρχεται από «αστυνομική πηγή» δεν σημαίνει ότι αποτελεί αυτομάτως δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός.
7. Η ανάγκη συγκριτικής δημοσιογραφικής αξιολόγησης
Η ουσιαστική αξιολόγηση της ισότητας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε μεμονωμένα παραδείγματα.
Απαιτείται συγκριτική μελέτη για:
- τη συχνότητα δημοσιευμάτων,
- τη διάρκεια τηλεοπτικής κάλυψης,
- τη χρήση έμφυλων χαρακτηρισμών,
- την παρουσία ειδικών,
- την επανάληψη μιας υπόθεσης σε δελτία και εκπομπές,
- την παρουσίαση ανδρών ως θυμάτων,
- την παρουσίαση γυναικών ως δραστών,
- την αναφορά σε προηγούμενες καταγγελίες,
- την αναφορά σε οικογενειακές διαφορές,
- τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων,
- και τη χρήση γλώσσας που μπορεί να δημιουργεί συλλογικούς χαρακτηρισμούς.
Α2. Περιπτώσεις ανδρών θυμάτων και ασύμμετρη δημοσιογραφική κάλυψη
ι. Περιπτώσεις ανδρών θυμάτων ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας
Ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της δημοσιογραφικής ισότητας έχει η εξέταση περιπτώσεων κατά τις οποίες άνδρες υπήρξαν θύματα σοβαρής ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας.
Η ύπαρξη τέτοιων περιστατικών δεν πρέπει να χρησιμοποιείται συμψηφιστικά προς τη βία κατά των γυναικών. Ωστόσο, η συστηματική σύγκριση της έκτασης, της διάρκειας, της γλώσσας και της θεματολογικής πλαισίωσης της δημοσιογραφικής κάλυψης αποτελεί απολύτως θεμιτό αντικείμενο δημοσιογραφικού και θεσμικού ελέγχου.
Ενδεικτική είναι πρόσφατη περίπτωση στις Σέρρες, όπου δημοσιεύθηκε ότι 66χρονος άνδρας είχε προηγουμένως εμπλακεί σε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας με τον ίδιο ως φερόμενο θύμα και τον αδελφό του ως φερόμενο δράστη, ότι είχε απευθυνθεί στην Αστυνομία και είχε υποβάλει μήνυση και ότι στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε νεκρός.
Η συγκεκριμένη περίπτωση θέτει ένα αντικειμενικό ερώτημα: εάν ένα αντίστοιχο περιστατικό αφορούσε γυναίκα θύμα, θα είχε η υπόθεση την ίδια έκταση, συχνότητα τηλεοπτικής παρουσίας, ορολογία και ένταξη σε ευρύτερο κοινωνικό αφήγημα;
Η απάντηση δεν μπορεί να βασίζεται σε υποθέσεις ή προσωπικές εντυπώσεις. Απαιτεί συγκριτική καταγραφή και αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων.
ιι. Περίπτωση άνδρα που εμφανίστηκε αρχικά ως θύμα σοβαρής επίθεσης
Ενδεικτική είναι επίσης περίπτωση στη Ρόδο, κατά την οποία 50χρονος άνδρας αυτοπυρπολήθηκε και αρχικά κατήγγειλε δολοφονική επίθεση, ενώ στη συνέχεια η έρευνα οδήγησε σε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων και στη σύλληψή του.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα για τη δημοσιογραφική πρακτική: την ανάγκη αυστηρής διάκρισης μεταξύ αρχικής καταγγελίας, ιδιότητας φερόμενου θύματος, ευρημάτων της έρευνας και τελικών δικαστικών συμπερασμάτων.
Το γεγονός ότι μία αρχική εκδοχή μπορεί να ανατραπεί καταδεικνύει γιατί η δημοσιογραφία οφείλει να αποφεύγει την πρόωρη βεβαιότητα, ανεξαρτήτως φύλου του προσώπου που καταγγέλλει ή καταγγέλλεται.
ιιι. Ασυμμετρία στην παρουσίαση και αξιοποίηση των στατιστικών
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την ενδοοικογενειακή βία.
Όταν τα διαθέσιμα στοιχεία παρουσιάζονται χωρίς να επισημαίνονται τυχόν περιορισμοί ως προς την καταγραφή του φύλου των θυμάτων ή δραστών, υπάρχει κίνδυνος επιμέρους ή ελλιπή δεδομένα να μετατρέπονται σε απόλυτες διαπιστώσεις για το σύνολο ενός φύλου.
Επομένως, κάθε δημοσιογραφική ή θεσμική χρήση στατιστικών στοιχείων οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πληρότητα, τη μεθοδολογία συλλογής και τους περιορισμούς των δεδομένων.
Α3. Δημόσιες δηλώσεις, τηλεοπτικές παρεμβάσεις και έμφυλες γενικεύσεις
iv. Δημόσιες τοποθετήσεις που παρουσιάζουν τον άνδρα ως κατεξοχήν φορέα της ενδοοικογενειακής βίας
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα δημόσιας θεσμικής ρητορικής βρίσκεται σε κοινοβουλευτικά πρακτικά, όπου κατά τη συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία διατυπώθηκε η θέση ότι η ενδοοικογενειακή βία «αφορά κυρίως το γυναικείο φύλο» και ότι «ο θύτης είναι συνήθως ο αρσενικός, είναι ο άνδρας».
Ανεξαρτήτως της πρόθεσης του ομιλητή και της αυτονόητης ανάγκης αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών, τέτοιες διατυπώσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θεσμικού ελέγχου ως προς το εάν μετατρέπουν ένα κοινωνικό ή στατιστικό φαινόμενο σε γενικευμένο χαρακτηρισμό μιας ολόκληρης κατηγορίας πολιτών.
Η θεσμικά ορθή προσέγγιση είναι η αναφορά σε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα δεδομένα για δράστες και θύματα, χωρίς η ανδρική ιδιότητα να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της εξατομικευμένης αξιολόγησης της συμπεριφοράς.
v. Τηλεοπτικές παρεμβάσεις και γενικεύσεις σχετικά με την ανδρική συμπεριφορά
Έχει επίσης καταγραφεί δημόσια τηλεοπτική παρέμβαση του Θανάση Κατερινόπουλου σχετικά με υποθέσεις γυναικοκτονιών, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, αναφορές σε άνδρες που «ζουν σε εποχή σκληρής πατριαρχίας» και στη λογική ότι «ο άντρας έχει το κουμάντο» και «ο άνδρας έχει το πάνω χέρι».
Το αντικείμενο του ελέγχου δεν είναι η δυνατότητα ενός σχολιαστή να αναλύει κοινωνικά φαινόμενα, την πατριαρχία ή τα αίτια της βίας.
Το ζήτημα είναι εάν γενικευτικές αναφορές για την ανδρική συμπεριφορά μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ο άνδρας, ως κοινωνική κατηγορία, συνδέεται εγγενώς με την εξουσία, τον έλεγχο ή τη βία.
Η αξιολόγηση μιας τέτοιας πρακτικής πρέπει να γίνεται με τα ίδια κριτήρια που θα εφαρμόζονταν εάν αντίστοιχες γενικεύσεις αφορούσαν συλλήβδην τις γυναίκες.
vi. Πολιτική και θεσμική ρητορική περί «γυναικοκτονιών» και «κακοποιητών»
Σε δημόσια πολιτική παρέμβαση η Ζωή Κωνσταντοπούλου χρησιμοποίησε τη διατύπωση «Μηδενική Ανοχή στις Γυναικοκτονίες, στην Έμφυλη Βία, παραδειγματική τιμωρία γυναικοκτόνων και κακοποιητών».
Η καταδίκη της βίας και η απαίτηση αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου είναι αυτονόητα θεμιτές. Ωστόσο, σε θεσμικό επίπεδο πρέπει να εξετάζεται εάν η δημόσια ρητορική διατηρεί σαφή διάκριση μεταξύ συγκεκριμένου δράστη, συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης και ευρύτερης κοινωνικής κατηγορίας, καθώς και εάν αντίστοιχη γλωσσική και θεσμική στάση εφαρμόζεται όταν το θύμα είναι άνδρας ή όταν ο δράστης είναι γυναίκα.
vii. Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» και η ανάγκη ίσης θεσμικής μεταχείρισης
Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» αποτελεί αντικείμενο κοινωνικής, πολιτικής, επιστημονικής και νομικής συζήτησης και δεν πρέπει από μόνη της να χαρακτηρίζεται ως παράνομη ή αντιδεοντολογική.
Το κρίσιμο ζήτημα για τον δημοσιογραφικό και θεσμικό έλεγχο είναι εάν ο όρος χρησιμοποιείται ως περιγραφικός δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός ή εάν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως μέσο γενίκευσης, προκατασκευής κινήτρου ή συλλογικής σύνδεσης της εγκληματικής πράξης με το ανδρικό φύλο.
Αντίστοιχα, πρέπει να εξετάζεται εάν σε ανθρωποκτονίες όπου το θύμα είναι άνδρας χρησιμοποιείται, όταν τα πραγματικά περιστατικά το δικαιολογούν, αντίστοιχη γλώσσα σχετικά με την έμφυλη βία, τη συντροφική βία, την οικογενειακή βία και την κακοποίηση.
viii. Τηλεοπτικές παρεμβάσεις δικηγόρων
Ιδιαίτερη θεσμική προσοχή απαιτείται και από τη συχνή συμμετοχή δικηγόρων σε τηλεοπτικές εκπομπές με αντικείμενο ενεργές ποινικές ή οικογενειακές υποθέσεις.
Ο δικηγόρος διαθέτει ιδιαίτερη γνώση της σημασίας του τεκμηρίου αθωότητας, της αποδεικτικής διαδικασίας και της διάκρισης μεταξύ ισχυρισμού και αποδεδειγμένου γεγονότος.
Για τον λόγο αυτό πρέπει να εξετάζεται, σε συγκεκριμένες και επώνυμες περιπτώσεις, εάν τηλεοπτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν διατυπώσεις που προδικάζουν ενοχή, αποδίδουν κίνητρα χωρίς δικαστική απόδειξη, αποδίδουν ψυχολογικά χαρακτηριστικά χωρίς επαρκή επιστημονική βάση ή μετατρέπουν μία συγκεκριμένη υπόθεση σε γενικό χαρακτηρισμό ανδρών, πατέρων ή πρώην συζύγων.
Η παρούσα αναφορά δεν στρέφεται συλλήβδην κατά του δικηγορικού σώματος. Αντιθέτως, ζητείται από τον αρμόδιο Δικηγορικό Σύλλογο, όπου υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, να εξετάζει επώνυμες και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας.
Α4. Ισότιμη θεσμική προστασία, καταγγελίες ανδρών και αστυνομική αντιμετώπιση
ix. Καταγγελίες ανδρών και πατέρων και ανάγκη ουδέτερης θεσμικής αντιμετώπισης
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ανδρών και ιδίως των πατέρων που προσφεύγουν στην Ελληνική Αστυνομία ή σε άλλες αρμόδιες αρχές καταγγέλλοντας περιστατικά ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας, απειλών, παρενόχλησης ή άλλης παράνομης συμπεριφοράς εις βάρος τους.
Η προστασία κάθε πραγματικού θύματος και η άμεση αντιμετώπιση κάθε καταγγελίας ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας. Παράλληλα, όμως, η θεσμική αντιμετώπιση οφείλει να διασφαλίζει ότι μία καταγγελία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε τεκμήριο ενοχής και ότι άνδρες και γυναίκες αντιμετωπίζονται με τα ίδια διαδικαστικά, αποδεικτικά και αξιολογικά κριτήρια.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις αλληλοκαταγγελιών ή αντικρουόμενων ισχυρισμών μεταξύ γονέων ή πρώην συντρόφων, όπου μία καταγγελία μπορεί να έχει παράλληλες συνέπειες όχι μόνο στην ποινική διαδικασία αλλά και στην επικοινωνία γονέα–παιδιού, στη γονική μέριμνα και στη δικαστική εικόνα του καταγγελλόμενου.
Δεν είναι θεμιτό να θεωρείται εκ των προτέρων ότι κάθε καταγγελία είναι ψευδής, αλλά ούτε και ότι κάθε καταγγελία είναι αληθής αποκλειστικά λόγω του φύλου του καταγγέλλοντος. Κάθε καταγγελία πρέπει να διερευνάται αυτοτελώς, αντικειμενικά και βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
x. Ψευδείς ή αβάσιμες καταγγελίες και συνέπειες για τους πατέρες
Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχει και η αντιμετώπιση των περιπτώσεων στις οποίες καταγγελίες αποδεικνύονται ψευδείς, ανακριβείς, αβάσιμες ή δεν επιβεβαιώνονται από την έρευνα.
Η αναφορά στο ζήτημα αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να αποθαρρύνονται ή να αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει διαδικασίες οι οποίες προστατεύουν τόσο τα πραγματικά θύματα όσο και τα πρόσωπα που καταγγέλλονται αδικαιολόγητα.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν ο καταγγελλόμενος είναι πατέρας και μία καταγγελία επηρεάζει ταυτόχρονα την ποινική του θέση, την προσωπική και κοινωνική του εικόνα και τη σχέση του με τα παιδιά του.
Για τον λόγο αυτό ζητείται να εξεταστεί εάν η ύπαρξη και η αξιολόγηση καταγγελιών, καθώς και η διαχείριση όσων αποδεικνύονται ψευδείς ή καταχρηστικές, πραγματοποιούνται με τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια ανεξαρτήτως φύλου.
xi. Δημόσια πολιτική και επιχειρησιακές κατευθύνσεις της ΕΛ.ΑΣ. – ανάγκη ελέγχου για πιθανή μονομερή προσέγγιση
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι δημόσιες τοποθετήσεις, οι πολιτικές κατευθύνσεις και οι επιχειρησιακές οδηγίες που αφορούν την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας από την Ελληνική Αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν αποδοθεί στον τότε αρμόδιο Υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.
Το ζήτημα δεν είναι η αυτονόητη ανάγκη αυστηρής προστασίας των θυμάτων ούτε η αποτελεσματική αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Το ζήτημα είναι εάν η σχετική δημόσια πολιτική και η επιχειρησιακή της εφαρμογή διατυπώνονται και εφαρμόζονται με τρόπο φύλο-ουδέτερο και συμβατό με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται εάν μία μονομερής θεσμική προσέγγιση, στην οποία ο άνδρας παρουσιάζεται εκ προοιμίου ως πιθανός δράστης και η γυναίκα εκ προοιμίου ως πιθανό θύμα, μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική αντιμετώπιση ανδρών που προσφεύγουν στις αρχές ζητώντας προστασία.
Η αποτελεσματική προστασία των γυναικών δεν προϋποθέτει ούτε δικαιολογεί την υποβάθμιση των ανδρών που καταγγέλλουν βία. Αντίστοιχα, η αναγνώριση των ανδρών ως πιθανών θυμάτων δεν μειώνει την ανάγκη προστασίας των γυναικών.
Για τον λόγο αυτό ζητείται να εξεταστεί, με συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία, εάν οι πρακτικές της ΕΛ.ΑΣ. και η σχετική δημόσια πολιτική εφαρμόζουν ενιαία, αντικειμενικά και φύλο-ουδέτερα κριτήρια στην υποδοχή, καταγραφή, αξιολόγηση και διερεύνηση καταγγελιών.
xii. Ίση πρόσβαση των ανδρών στην προστασία και στη δικαιοσύνη
Η αρχή της ισότητας δεν αφορά μόνο την ίση μεταχείριση των θυμάτων από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και την ίση πρόσβαση στην προστασία, στην αστυνομική συνδρομή και στη δικαιοσύνη, ανεξαρτήτως φύλου.
Όταν ένας άνδρας καταγγέλλει ενδοοικογενειακή ή συντροφική βία, πρέπει να εξετάζεται εάν αντιμετωπίζεται ως ισότιμος καταγγέλλων και πιθανό θύμα, με τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης, προστασίας, καταγραφής και διερεύνησης που εφαρμόζονται όταν καταγγέλλουσα είναι γυναίκα.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι να διασφαλιστεί ότι η ιδιότητα του άνδρα δεν λειτουργεί, ρητά ή άτυπα, ως παράγοντας μειωμένης αξιοπιστίας, μειωμένης προστασίας ή διαφορετικής θεσμικής αντιμετώπισης.
Η προστασία των θυμάτων πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και στα αποδεικτικά στοιχεία κάθε υπόθεσης και όχι σε στερεοτυπικές παραδοχές σχετικά με το ποιος μπορεί να είναι θύτης και ποιος θύμα.
xiii. Ασύμμετρη και επιθετική έμφυλη αντιμετώπιση εις βάρος των ανδρών
Από τα ανωτέρω παραδείγματα ανακύπτει ένα ευρύτερο ζήτημα το οποίο χρήζει ειδικού θεσμικού ελέγχου: το ενδεχόμενο ασύμμετρης και δυσμενέστερης αντιμετώπισης των προσώπων ανάλογα με το φύλο τους, ιδίως όταν ο άνδρας εμφανίζεται ως καταγγελλόμενος, κατηγορούμενος ή φερόμενος δράστης, ενώ η γυναίκα ως θύμα.
Η προβληματική δεν αφορά απλώς διαφορετική ορολογία ή διαφορετική δημοσιογραφική έμφαση, αλλά ενδεχομένως μία ιδιαίτερα επιθετική και προκατειλημμένη αντιμετώπιση του άνδρα ως κοινωνικής και ατομικής κατηγορίας, μέσω γενικεύσεων, προκατασκευασμένων χαρακτηρισμών, αυθαίρετης απόδοσης κινήτρων και πρόωρης σύνδεσης της ανδρικής ταυτότητας με τη βία, την εξουσία ή την κακοποίηση.
Αντίστοιχα, όταν άνδρας εμφανίζεται ως θύμα, υπάρχει ανάγκη να εξετάζεται εάν λαμβάνει την ίδια αναγνώριση, προστασία και θεσμική προσοχή.
Η παρούσα αναφορά δεν υποστηρίζει ότι υφίσταται εκ των προτέρων αποδεδειγμένη διάκριση. Θέτει προς έλεγχο το ενδεχόμενο ύπαρξης τέτοιας ασυμμετρίας και ζητεί να αξιολογηθεί με πραγματικά, συγκρίσιμα και επαληθεύσιμα δεδομένα.
xiv. Το κρίσιμο συγκριτικό ερώτημα
Το βασικό ερώτημα που τίθεται προς τα μέσα ενημέρωσης και τους θεσμικούς φορείς δεν είναι εάν η βία κατά των γυναικών αποτελεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Αποτελεί.
Δεν είναι επίσης εάν πρέπει να αναδεικνύονται οι ανθρωποκτονίες γυναικών. Πρέπει.
Το ερώτημα είναι εάν τα ίδια δημοσιογραφικά, νομικά, αστυνομικά και δεοντολογικά κριτήρια εφαρμόζονται όταν το φύλο των θυμάτων και των δραστών αντιστρέφεται.
Εάν μία γυναίκα θύμα αντιμετωπίζεται ως θύμα οικογενειακής ή συντροφικής βίας, ερευνώνται οι προηγούμενες καταγγελίες της, αναλύεται το οικογενειακό ιστορικό της και η υπόθεση εντάσσεται σε ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο, είναι θεμιτό να εξεταστεί εάν άνδρας θύμα αντίστοιχης βίας λαμβάνει αντίστοιχη δημοσιογραφική αναγνώριση, προστασία και θεσμική προσοχή.
Αντίστοιχα, εάν ένας άνδρας κατηγορούμενος παρουσιάζεται με γενικευτικούς χαρακτηρισμούς που συνδέουν την πράξη του με το φύλο του, πρέπει να εξεταστεί εάν θα θεωρούνταν αποδεκτή η αντίστοιχη πρακτική εάν ο κατηγορούμενος ήταν γυναίκα.
Η αρχή της ισότητας δοκιμάζεται ακριβώς στις περιπτώσεις όπου η εφαρμογή της απαιτεί την ίδια αντιμετώπιση ανεξάρτητα από κοινωνικές, πολιτικές ή ιδεολογικές αντιλήψεις.
xv. Πρόταση για θεσμικό συγκριτικό έλεγχο
Για τον λόγο αυτό ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να μην περιοριστούν σε γενικές διαβεβαιώσεις περί αντικειμενικής ενημέρωσης ή ίσης μεταχείρισης, αλλά να εξετάσουν, με πραγματικά και επαληθεύσιμα δεδομένα, αντιπροσωπευτικό δείγμα δημοσιευμάτων, τηλεοπτικών εκπομπών και, όπου είναι εφικτό, θεσμικών πρακτικών σχετικά με ανθρωποκτονίες, οικογενειακή και συντροφική βία.
Ο συγκριτικός έλεγχος θα μπορούσε να εξετάσει ιδίως:
- τη συχνότητα και την έκταση της κάλυψης όταν το θύμα είναι γυναίκα και όταν είναι άνδρας,
- τη διάρκεια της τηλεοπτικής κάλυψης,
- τη χρησιμοποιούμενη ορολογία,
- την αναφορά σε προηγούμενες καταγγελίες,
- την παρουσίαση οικογενειακού και προσωπικού ιστορικού,
- την αναφορά σε ψυχολογικά χαρακτηριστικά,
- την παρουσία δικηγόρων και «ειδικών»,
- την αναφορά στο φύλο δράστη και θύματος,
- την παρουσίαση του κινήτρου πριν από την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας,
- τον τρόπο παρουσίασης αστυνομικών ή άλλων μη δικαστικά επιβεβαιωμένων πληροφοριών,
- την προστασία προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής,
- την υποδοχή, καταγραφή και διερεύνηση καταγγελιών ανδρών και γυναικών από τις αρμόδιες αρχές,
- την αντιμετώπιση αλληλοκαταγγελιών μεταξύ γονέων ή πρώην συντρόφων,
- την αντιμετώπιση καταγγελιών που δεν επιβεβαιώνονται ή αποδεικνύονται ψευδείς,
- και, κυρίως, την αναλογία μεταξύ εξατομικευμένης ποινικής ευθύνης και συλλογικών έμφυλων χαρακτηρισμών.
Παράλληλα, όπου καταγράφονται δημόσιες δηλώσεις πολιτικών, θεσμικών προσώπων, δημοσιογράφων, δικηγόρων ή άλλων προσώπων με δημόσιο ρόλο, προτείνεται να αξιολογούνται μόνο βάσει επαληθεύσιμων στοιχείων, με αναφορά στην ακριβή δήλωση, την ημερομηνία, το μέσο ή την εκπομπή και, όπου είναι διαθέσιμο, την πρωτογενή πηγή.
Η παρούσα αναφορά δεν αποδίδει εκ των προτέρων χαρακτηρισμούς όπως «μισανδρική» ή «αντι-ανδρική» σε οποιαδήποτε δήλωση ή πρακτική. Ζητεί, αντιθέτως, να εξετάζεται εάν συγκεκριμένες διατυπώσεις ή πρακτικές χρήζουν ελέγχου ως προς τη συμβατότητά τους με την αρχή της ισότητας, την απαγόρευση διακρίσεων, την υποχρέωση θεσμικής ουδετερότητας και τους κανόνες δημοσιογραφικής ή επαγγελματικής δεοντολογίας.
Μόνο ένας τέτοιος τεκμηριωμένος και συγκριτικός έλεγχος μπορεί να διαπιστώσει εάν υφίσταται πραγματική ασυμμετρία στην ενημέρωση, στην ορολογία, στην αστυνομική διαχείριση και στη θεσμική αντιμετώπιση ή εάν πρόκειται απλώς για υποκειμενική εντύπωση.
Για τον λόγο αυτό, ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να αξιολογήσουν τα ανωτέρω παραδείγματα με αντικειμενικά, συγκρίσιμα και επαληθεύσιμα κριτήρια και να τοποθετηθούν ειδικά ως προς την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, του τεκμηρίου αθωότητας, της προστασίας της προσωπικότητας και της θεσμικής ουδετερότητας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β
ΝΟΜΙΚΟ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ, ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1. Ελληνικό Σύνταγμα
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν:
- Άρθρο 2 παρ. 1 — αξία του ανθρώπου.
- Άρθρο 4 — ισότητα ενώπιον του νόμου και ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανδρών και γυναικών.
- Άρθρο 5 — ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και προστασία της ζωής, τιμής και ελευθερίας.
- Άρθρο 5Α — δικαίωμα στην πληροφόρηση.
- Άρθρο 9 — προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
- Άρθρο 9Α — προστασία προσωπικών δεδομένων.
- Άρθρο 10 — δικαίωμα αναφοράς στις αρχές.
- Άρθρο 14 — ελευθερία του Τύπου και ευθύνη των μέσων ενημέρωσης.
- Άρθρο 15 — ειδικές διατάξεις για ραδιοφωνία και τηλεόραση.
- Άρθρο 20 — δικαστική προστασία.
- Άρθρο 21 — προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας.
- Άρθρο 25 — προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, κράτος δικαίου και αρχή της αναλογικότητας.
Οι ανωτέρω διατάξεις πρέπει να εξετάζονται συνδυαστικά και όχι αποσπασματικά, καθώς η ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα ενημέρωσης συνυπάρχουν με την προστασία της προσωπικότητας, της ιδιωτικής ζωής, των προσωπικών δεδομένων, της ισότητας και της δικαστικής προστασίας.
2. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- Άρθρο 6 §2 — τεκμήριο αθωότητας.
- Άρθρο 8 — ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.
- Άρθρο 10 — ελευθερία έκφρασης και ελευθερία του Τύπου.
- Άρθρο 14 — απαγόρευση διακρίσεων.
- Πρωτόκολλο 12, άρθρο 1 — γενική απαγόρευση διακρίσεων.
Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ έχει ιδιαίτερη σημασία για τη στάθμιση μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης, δημοσίου ενδιαφέροντος, προστασίας της προσωπικότητας και τεκμηρίου αθωότητας.
3. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ειδικότερα:
- Άρθρο 1 — ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
- Άρθρο 7 — ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.
- Άρθρο 8 — προστασία προσωπικών δεδομένων.
- Άρθρο 11 — ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
- Άρθρο 20 — ισότητα ενώπιον του νόμου.
- Άρθρο 21 — απαγόρευση διακρίσεων.
- Άρθρο 47 — δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
- Άρθρο 48 — τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα υπεράσπισης.
4. Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 — τεκμήριο αθωότητας
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- Άρθρο 3 — τεκμήριο αθωότητας.
- Άρθρο 4 — δημόσιες αναφορές στην ενοχή.
- Άρθρο 5 — παρουσίαση υπόπτων και κατηγορουμένων.
- Άρθρο 10 — ένδικα μέσα.
Ιδιαίτερη σημασία για το παρόν ζήτημα έχει το άρθρο 4, το οποίο αφορά τη δημόσια επικοινωνία σχετικά με υπόπτους και κατηγορουμένους και την ανάγκη να μην δημιουργείται εντύπωση ενοχής πριν αυτή αποδειχθεί σύμφωνα με τον νόμο.
5. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Να εξεταστεί ειδικότερα το άρθρο 71 ΚΠΔ, σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας.
Η δημοσιογραφική αναφορά σε πρόσωπο που αντιμετωπίζει ποινική διαδικασία πρέπει να διαχωρίζει με σαφήνεια:
καταγγελία — υποψία — αστυνομική εκτίμηση — κατηγορία — εισαγγελική θέση — δικαστική κρίση — τελεσίδικη καταδίκη.
Η εξίσωση αυτών των διαφορετικών σταδίων συνιστά σοβαρό ζήτημα για την ορθή ενημέρωση του κοινού.
6. Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων — Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν:
- Άρθρο 5 — αρχές επεξεργασίας δεδομένων.
- Άρθρο 6 — νομιμότητα επεξεργασίας.
- Άρθρο 9 — ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων.
- Άρθρο 10 — δεδομένα σχετικά με ποινικές καταδίκες και αδικήματα.
- Άρθρο 17 — δικαίωμα διαγραφής.
- Άρθρο 85 — επεξεργασία για δημοσιογραφικούς σκοπούς και ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναγκαία στάθμιση μεταξύ του δημοσίου ενδιαφέροντος και της προστασίας προσωπικών δεδομένων, ιδίως όταν δημοσιοποιούνται στοιχεία σχετικά με οικογενειακές σχέσεις, υγεία, ψυχική κατάσταση, παιδιά, καταγγελίες ή ποινικές υποθέσεις.
7. Ν. 4624/2019
Να εξετάζεται παράλληλα το ελληνικό πλαίσιο εφαρμογής του ΓΚΠΔ και ειδικότερα οι διατάξεις που αφορούν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
Η εξέταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν δημοσιοποιούνται:
ιατρικά ή ψυχιατρικά στοιχεία, προσωπικές συνομιλίες, φωτογραφίες, οικογενειακές διαφορές, στοιχεία ανηλίκων, καταγγελίες, στοιχεία ποινικών φακέλων ή άλλα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.
8. ΕΣΗΕΑ — Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας
Πρέπει να εξετάζονται ιδίως οι κανόνες που αφορούν:
- την αλήθεια και ακρίβεια της είδησης,
- τη διασταύρωση των πληροφοριών,
- την προστασία της προσωπικότητας,
- το τεκμήριο αθωότητας,
- την αποφυγή παραπλανητικών εντυπώσεων,
- τον διαχωρισμό γεγονότος και σχολίου,
- την προστασία ευάλωτων προσώπων,
- τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η δημοσιογραφική δεοντολογία δεν επιβάλλει απλώς την αποφυγή ψευδών πληροφοριών. Απαιτεί επίσης η παρουσίαση αληθινών ή φερόμενων ως αληθινών πληροφοριών να γίνεται με τρόπο που να μην δημιουργεί παραπλανητική συνολική εικόνα.
9. ΕΣΡ — Ραδιοτηλεοπτική δεοντολογία
Να εξεταστούν οι κανόνες και οι κανονιστικές διατάξεις που αφορούν:
- αντικειμενική ενημέρωση,
- ακρίβεια,
- πολυφωνία,
- προστασία προσωπικότητας,
- ανθρώπινη αξιοπρέπεια,
- προστασία ανηλίκων,
- διάκριση είδησης και σχολίου,
- σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας,
- παρουσίαση προσώπων που εμπλέκονται σε ποινικές διαδικασίες.
10. Δικηγορική δεοντολογία — ΔΣΑ
Να εξεταστούν οι κανόνες που αφορούν:
- την αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος,
- την επαγγελματική ανεξαρτησία,
- την εχεμύθεια,
- τη διαχείριση πληροφοριών και στοιχείων υπόθεσης,
- τις δημόσιες δηλώσεις,
- την προστασία των δικαιωμάτων των εντολέων και τρίτων,
- την αποφυγή δημόσιας προκατάληψης ή προκαταδίκης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν νομικός σχολιασμός σε τηλεοπτικό μέσο υπερβαίνει την ουδέτερη νομική ανάλυση και μετατρέπεται σε δημόσια αξιολόγηση της ενοχής συγκεκριμένου προσώπου.
11. Ελληνική Αστυνομία — επικοινωνία και διαρροή πληροφοριών
Να εξεταστεί το θεσμικό πλαίσιο επικοινωνίας της ΕΛ.ΑΣ. με τα μέσα ενημέρωσης και ειδικότερα:
- ποια στοιχεία επιτρέπεται να δημοσιοποιούνται,
- σε ποιο στάδιο της έρευνας,
- από ποιο αρμόδιο όργανο,
- με ποια διαδικασία,
- με ποια προστασία προσωπικών δεδομένων,
- με ποια προστασία του τεκμηρίου αθωότητας,
- και ποιοι μηχανισμοί ελέγχου υπάρχουν όταν μη δημόσιες πληροφορίες καταλήγουν στα μέσα ενημέρωσης.
12. Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη — θεσμική επικοινωνία
Ζητείται να διευκρινιστεί εάν υφίσταται συγκεκριμένο και ελέγξιμο πλαίσιο ώστε η δημόσια επικοινωνία σε υποθέσεις οικογενειακής και συντροφικής βίας να βασίζεται σε:
αντικειμενικά δεδομένα, ουδέτερη θεσμική γλώσσα, ίση προστασία όλων των θυμάτων και πλήρη σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας.
Ιδιαίτερα πρέπει να εξεταστεί εάν η θεσμική επικοινωνία παρουσιάζει τη βία ως ζήτημα που αφορά πρωτίστως ένα φύλο ή ως κοινωνικό και ποινικό φαινόμενο το οποίο απαιτεί προστασία όλων των θυμάτων.
13. Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας
Να εξεταστεί κατά πόσον η πολιτική για την οικογενειακή και συντροφική βία περιλαμβάνει ισόρροπη αντιμετώπιση:
- γυναικών θυμάτων,
- ανδρών θυμάτων,
- παιδιών,
- γονέων,
- θυμάτων ψυχολογικής βίας,
- θυμάτων οικονομικής βίας,
- θυμάτων βίας μετά τον χωρισμό.
Η προστασία συγκεκριμένης κατηγορίας θυμάτων δεν πρέπει να οδηγεί στην αόρατη αντιμετώπιση άλλων κατηγοριών θυμάτων.
14. Ευρωπαϊκός Νόμος για την Ελευθερία των Μέσων — EMFA
Να εξεταστεί ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1083, γνωστός ως European Media Freedom Act, ιδίως ως προς το ευρύτερο πλαίσιο ελευθερίας, ανεξαρτησίας, πολυφωνίας και λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης.
Η πολυφωνία δεν αφορά μόνο την ύπαρξη διαφορετικών μέσων ενημέρωσης. Συνδέεται και με την ανάγκη να μην αποκλείονται συστηματικά διαφορετικές κοινωνικές οπτικές από τον δημόσιο διάλογο.
15. Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Να λαμβάνεται υπόψη η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ για τη στάθμιση μεταξύ:
Άρθρου 6 §2 ΕΣΔΑ — τεκμήριο αθωότητας
Άρθρου 8 ΕΣΔΑ — ιδιωτική και οικογενειακή ζωή
Άρθρου 10 ΕΣΔΑ — ελευθερία έκφρασης και Τύπου
και
Άρθρου 14 ΕΣΔΑ — απαγόρευση διακρίσεων.
Η νομολογία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η δημοσιογραφική κάλυψη αφορά πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη κριθεί δικαστικά.
16. Προστασία ανηλίκων
Όταν οι υποθέσεις αφορούν παιδιά, η υποχρέωση ιδιαίτερης προσοχής είναι αυξημένη.
Πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο εάν η δημοσιοποίηση μιας πληροφορίας είναι τεχνικά επιτρεπτή, αλλά και εάν είναι αναγκαία, αναλογική και συμβατή με το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού.
Η δημοσιοποίηση λεπτομερειών οικογενειακών διαφορών, γονικών συγκρούσεων ή προσωπικών δεδομένων μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για τα ίδια τα παιδιά.
17. Μεθοδολογική απαίτηση τεκμηρίωσης
Κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που αναφέρεται στην παρούσα επιστολή πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να συνοδεύεται από:
- ημερομηνία,
- μέσο ενημέρωσης,
- τίτλο δημοσιεύματος,
- όνομα εκπομπής,
- όνομα δημοσιογράφου ή παρουσιαστή,
- ακριβές απόσπασμα,
- σύνδεσμο προς την πρωτογενή πηγή,
- ημερομηνία και ώρα τηλεοπτικής μετάδοσης,
- αριθμό ή τίτλο επίσημης ανακοίνωσης, όπου υπάρχει,
- σαφή διάκριση μεταξύ καταγγελίας, αστυνομικής πληροφορίας, εισαγγελικού ισχυρισμού, δημοσιογραφικής εκτίμησης και δικαστικά αποδεδειγμένου γεγονότος.
Η απαίτηση αυτή είναι ουσιώδης, διότι επιτρέπει στους αρμόδιους φορείς να ελέγξουν συγκεκριμένα περιστατικά και όχι γενικές εντυπώσεις.
18. Τελικό θεσμικό αίτημα του Παραρτήματος
Με βάση τα ανωτέρω, ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν εάν υφίσταται:
α) συστηματική χρήση έμφυλων γενικεύσεων,
β) διαφοροποίηση της δημοσιογραφικής μεταχείρισης ανάλογα με το φύλο του θύματος,
γ) πρόωρη παρουσίαση μη οριστικοποιημένων πληροφοριών ως γεγονότων,
δ) ανεπαρκής διάκριση μεταξύ καταγγελίας και αποδεδειγμένου γεγονότος,
ε) δημοσιοποίηση προσωπικών ή ποινικών δεδομένων χωρίς επαρκή στάθμιση δημοσίου συμφέροντος,
στ) ανεπαρκής προστασία του τεκμηρίου αθωότητας,
ζ) συστηματική υποεκπροσώπηση ανδρών θυμάτων στη δημόσια ενημέρωση,
η) και εάν οι δημόσιες τοποθετήσεις θεσμικών φορέων και προσώπων ανταποκρίνονται στις αρχές της ισότητας, της ουδετερότητας, της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου.
Το ζητούμενο δεν είναι η επιβολή περιορισμών στη δημοσιογραφική ελευθερία.
Appendix C — English Synopsis
Gender Asymmetry in Media Coverage, Institutional Responses and the Treatment of Male Victims
This Appendix examines concerns regarding possible gender asymmetry in the way men and women are treated by the media, public institutions and professional actors in cases involving domestic violence, intimate-partner violence, homicide and related criminal allegations.
The purpose is not to minimise violence against women or to dispute the need for effective protection of female victims. Rather, the central issue is whether the same journalistic, legal, procedural and ethical standards are consistently applied regardless of the sex of the victim or alleged perpetrator.
Particular attention is drawn to cases involving male victims of domestic or intimate-partner violence, including situations in which men had reportedly made prior complaints or sought assistance from the authorities. Such cases raise a legitimate question as to whether male victims receive comparable media visibility, terminology, contextualisation and institutional attention. This question should not be answered through assumptions or anecdotal impressions, but through a systematic comparative examination of media coverage.
The Appendix also addresses cases in which a man was initially presented as a victim of a serious offence but subsequent investigation produced a substantially different account of events. Such cases demonstrate the importance of distinguishing clearly between an initial allegation, an alleged victim, investigative findings and a final judicial determination, irrespective of the sex of the persons involved.
A further concern concerns the presentation of official statistics on domestic and gender-based violence. Where datasets have limitations concerning the recording of sex, coverage or methodology, those limitations should be expressly identified. Incomplete or asymmetrical data should not be transformed into absolute conclusions about men or women as social categories.
The Appendix further identifies public statements, television interventions and institutional rhetoric that may warrant review where they appear to make generalisations about men or portray men collectively as perpetrators, controllers or inherently associated with violence. The purpose is not to label such statements in advance as “misandric”, but to request an objective assessment of whether particular statements are compatible with equality, non-discrimination, institutional neutrality and applicable professional or journalistic standards.
Particular attention is also given to the use of the term “femicide” and to the broader framing of crimes as gender-based. The use of the term itself is recognised as a matter of legitimate social, political, academic and legal debate. The relevant question for institutional review is whether, in individual cases, terminology is being used descriptively and accurately or whether it risks prejudging motive, generalising from an individual offender to men as a group, or creating an assumption of collective male responsibility.
The Appendix also considers the role of lawyers and other public commentators appearing on television in connection with active criminal or family-law proceedings. Particular care is required where statements may appear to prejudge guilt, attribute motives without judicial findings, speculate about psychological characteristics, or transform an individual dispute into a generalised portrayal of men, fathers or former spouses.
A specific concern is also raised regarding fathers and men making allegations to the Hellenic Police, particularly in family disputes. Every genuine allegation of domestic violence must be taken seriously and investigated appropriately. At the same time, a complaint should not automatically become a presumption of guilt, and allegations that are ultimately established to be false or abusive require appropriate institutional treatment. The relevant standard should be gender-neutral investigation based on evidence, rather than an assumption that men are inherently potential perpetrators and women inherently victims.
The broader issue can therefore be summarised as follows:
If the sex of the victim and alleged perpetrator is reversed, are the same journalistic, procedural, legal and ethical standards applied?
This question should be examined through measurable criteria, including:
- the frequency and extent of media coverage;
- television airtime and duration of coverage;
- terminology used to describe victims and alleged perpetrators;
- reference to previous complaints or incidents;
- presentation of family and personal history;
- references to psychological characteristics;
- participation of lawyers and commentators;
- references to the sex of victims and alleged perpetrators;
- presentation of motives before the conclusion of judicial proceedings;
- treatment of police or other non-judicial information;
- protection of privacy and personal data; and
- the distinction between individual criminal responsibility and collective gender-based characterisation.
Accordingly, the Appendix calls for a transparent, evidence-based and comparative institutional review by the competent authorities and professional bodies. Public statements by politicians, institutional representatives, journalists, lawyers and other public figures should be assessed on the basis of verifiable evidence, with reference to the exact wording, date, medium or programme and, where available, the primary source.
The objective is not to establish in advance that a particular institution, journalist, lawyer or public figure has acted improperly. It is to determine, through objective, comparable and verifiable criteria, whether a systematic asymmetry exists in the treatment of male and female victims and alleged perpetrators.
Ultimately, equality requires both the protection of genuine victims and the individual assessment of alleged offenders, without collective assumptions based on sex. The same standards of dignity, presumption of innocence, due process, privacy, journalistic responsibility and institutional neutrality should apply to men and women alike.

Comments are closed.