H Lindsay Clancy σκότωσε τα 3 παιδιά της. Γιατί οι γυναίκες την υπερασπίζονται;
Το άρθρο του LadyLike για την υπόθεση της Lindsay Clancy
Όταν οι άνδρες αρχίζουν να μιλούν, ποιος τους ακούει;
ανοίγει ένα σημαντικό ζήτημα: την ανάγκη να μιλάμε ανοιχτά για την ψυχική υγεία, για τις δύσκολες πλευρές της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, για την επιλόχεια ψύχωση και για την εμμηνόπαυση. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι αυτά τα ζητήματα πρέπει να αποσιωπώνται.
Υπάρχει όμως ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα που το συγκεκριμένο κείμενο δεν θέτει:
Ισχύει η ίδια αρχή όταν μιλούν οι άνδρες;
Το άρθρο λέει, ουσιαστικά, ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν το δικαίωμα να μιλούν για όσα βιώνουν χωρίς χλεύη, προσβολές, αμφισβήτηση ή απαξίωση. Συμφωνούμε απολύτως.
Αλλά τότε αυτή η αρχή δεν μπορεί να είναι γυναικεία. Πρέπει να είναι ανθρώπινη.
Γιατί όταν ένας άνδρας μιλά για κατάθλιψη, μοναξιά, οικονομική αδυναμία, απώλεια εργασίας, διάλυση οικογένειας, πατρική αποξένωση, κοινωνική απομόνωση, αποτυχία, πένθος ή την αδυναμία του να ανταποκριθεί σε αυτό που η κοινωνία απαιτεί από εκείνον, η απάντηση πολύ συχνά δεν είναι «μίλα, σε ακούμε».
Είναι:
«Βρες δουλειά.»
«Σήκω και προχώρα.»
«Ένας άνδρας είσαι.»
«Αν δεν μπορείς να πληρώσεις, πήγαινε να νοικιάσεις κάπου αλλού.»
«Μην γκρινιάζεις.»
«Ανάλαβε τις ευθύνες σου.»
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα επικίνδυνο κοινωνικό παράδοξο.
Για τις γυναίκες δικαίως απαιτούμε να αναγνωρίζονται οι ιδιαίτερες δυσκολίες τους. Για τους άνδρες όμως συχνά θεωρούμε ότι η δυσκολία είναι προσωπική αποτυχία που πρέπει να αντιμετωπίσουν μόνοι τους.
Αυτό δεν είναι ισότητα.
Και δεν είναι πραγματική πολιτική ψυχικής υγείας.
Το ίδιο το Υπουργείο Υγείας αναφέρει ότι η ψυχική υγεία αφορά πολίτες κάθε φύλου και ηλικίας και ότι η πρόσβαση στην ψυχική φροντίδα πρέπει να είναι απρόσκοπτη. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν οι γυναίκες δικαιούνται να μιλούν. Φυσικά και δικαιούνται.
Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια κοινωνική και θεσμική ευαισθησία δεν φαίνεται πάντοτε όταν το πρόβλημα έχει ανδρικό πρόσωπο.
Το άρθρο γράφει:
«Δεν τους ενοχλούν όσα περνούν οι γυναίκες. Τους ενοχλεί που οι γυναίκες άρχισαν να τα λένε».
Ας εφαρμόσουμε λοιπόν την ίδια φράση χωρίς διακρίσεις:
Δεν πρέπει να μας ενοχλούν όσα περνούν οι άνδρες. Και δεν πρέπει να μας ενοχλεί όταν οι άνδρες αρχίζουν να τα λένε.
Γιατί και οι άνδρες έχουν δικαίωμα να πουν ότι δεν είναι καλά.
Έχουν δικαίωμα να ζητήσουν βοήθεια πριν καταρρεύσουν.
Έχουν δικαίωμα να μιλήσουν για την ψυχική τους υγεία χωρίς να θεωρηθούν αδύναμοι.
Έχουν δικαίωμα να πουν ότι δεν αντέχουν χωρίς να αντιμετωπιστούν με ειρωνεία.
Έχουν δικαίωμα να ζητήσουν κοινωνική και ψυχολογική στήριξη χωρίς να πρέπει πρώτα να αποδείξουν ότι «το αξίζουν».
Και έχουν δικαίωμα να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι από την Πολιτεία.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα όπου η δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία των ανδρών παραμένει πολύ πιο περιορισμένη από τη συζήτηση για συγκεκριμένες γυναικείες εμπειρίες.
Δεν ζητάμε να αφαιρεθεί τίποτα από τις γυναίκες.
Ζητάμε να σταματήσει η λογική ότι η αναγνώριση των ανδρικών προβλημάτων αποτελεί απειλή για την αναγνώριση των γυναικείων.
Δεν είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Μπορούμε να μιλάμε για επιλόχεια ψύχωση και ταυτόχρονα για ανδρική κατάθλιψη.
Μπορούμε να μιλάμε για εμμηνόπαυση και ταυτόχρονα για ανδρική ψυχική υγεία.
Μπορούμε να προστατεύουμε τις μητέρες χωρίς να ξεχνάμε τους πατέρες.
Μπορούμε να καταπολεμούμε τη βία κατά των γυναικών χωρίς να θεωρούμε αόρατα τα ανδρικά θύματα.
Μπορούμε να λέμε στις γυναίκες «μίλα» χωρίς να λέμε στους άνδρες «άντε μόνος σου να το λύσεις».
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ της ισότητας.
Γιατί η ισότητα δεν κρίνεται όταν υπερασπιζόμαστε ανθρώπους που η κοινωνία έχει ήδη μάθει να προστατεύει.
Κρίνεται όταν είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε και εκείνον του οποίου ο πόνος δεν ταιριάζει με το κοινωνικό στερεότυπο.
Και αν πράγματι πιστεύουμε ότι η σιωπή μπορεί να οδηγήσει σε αρρώστια, εγκατάλειψη ή τραγωδία, τότε πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά και τη σιωπή των ανδρών.
Όχι όταν είναι πλέον αργά.
Όχι όταν έχει συμβεί η τραγωδία.
Αλλά όταν ο άνδρας λέει για πρώτη φορά:
«Δεν είμαι καλά. Χρειάζομαι βοήθεια.»
Τότε πρέπει να υπάρχει κάποιος να τον ακούσει.
Χωρίς ειρωνεία.
Χωρίς στερεότυπα.
Χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Γιατί η ψυχική υγεία δεν έχει φύλο.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Συνταγματική, δεοντολογική και ποινική αξιολόγηση του δημοσιεύματος και της αρχής των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» ως προς την ψυχική υγεία των φύλων
Α. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Η παρούσα κριτική δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση το δικαίωμα των γυναικών να μιλούν δημόσια για την επιλόχεια ψύχωση, την εμμηνόπαυση, τη μητρότητα ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σωματικής ή ψυχικής υγείας.
Αντιθέτως, το ίδιο δικαίωμα πρέπει να αναγνωρίζεται απολύτως και στους άνδρες.
Το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου και την ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανδρών και γυναικών. Η συνταγματική αρχή της ισότητας δεν επιτρέπει ένα σύστημα στο οποίο η ψυχική οδύνη ενός φύλου αντιμετωπίζεται ως κοινωνικά και θεσμικά σημαντικότερη από την αντίστοιχη οδύνη του άλλου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ:
- της ελευθερίας ενός ιδιωτικού μέσου ενημέρωσης να εκφράζει άποψη,
- της κρατικής υποχρέωσης να αντιμετωπίζει ισότιμα τους πολίτες,
- και της ευρύτερης συνταγματικής απαίτησης για σεβασμό της ανθρώπινης αξίας και της ισότητας.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι το δημοσίευμα μιλά για γυναικεία προβλήματα. Το πρόβλημα προκύπτει εφόσον η λογική που προβάλλεται ως γενική αρχή —«μίλα χωρίς να σε χλευάζουν, ζήτησε βοήθεια, η κοινωνία οφείλει να ακούσει»— εφαρμόζεται επιλεκτικά και δεν αναγνωρίζεται με την ίδια ένταση όταν το υποκείμενο είναι άνδρας.
Η συνταγματικά προβληματική κατάσταση θα ήταν ιδιαίτερα σοβαρή εάν δημόσιος φορέας, υπουργείο, κρατική υπηρεσία ή δημόσια πολιτική υιοθετούσε διαφορετικό επίπεδο προστασίας, χρηματοδότησης ή πρόσβασης στην ψυχική υγεία ανάλογα με το φύλο χωρίς αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση.
Επομένως, το βασικό συνταγματικό αίτημα είναι:
Η αρχή «μίλα και ζήτησε βοήθεια» πρέπει να είναι καθολική και όχι έμφυλα επιλεκτική.
Β. ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Το ζήτημα είναι ακόμη πιο άμεσο σε επίπεδο δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Ο Κώδικας Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των δημοσιογράφων της ΕΣΗΕΑ επιβάλλει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση μετάδοσης της πληροφορίας ανεπηρέαστα από προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές πεποιθήσεις και απαιτεί διάκριση μεταξύ είδησης και σχολίου.
Το συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι άρθρο γνώμης/σχολιασμού και επομένως διαθέτει ευρύτερο περιθώριο αξιολογικής κρίσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση δεοντολογικής ισορροπίας.
Προβληματικό σημείο 1 — Ασύμμετρη εφαρμογή της αρχής της μη απαξίωσης
Το άρθρο καταδικάζει με έντονο τρόπο τη χλεύη, την αμφισβήτηση και την απαξίωση που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες όταν μιλούν για την ψυχική ή σωματική τους κατάσταση.
Η αρχή αυτή είναι απολύτως θεμιτή.
Δεν εξηγείται όμως γιατί η ίδια ακριβώς αρχή δεν επεκτείνεται ρητά και στους άνδρες.
Η παράλειψη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ένα άρθρο που επιχειρεί να διατυπώσει μια γενικότερη κοινωνική θέση για το ποιος δικαιούται να μιλά για την ψυχική του υγεία.
Προβληματικό σημείο 2 — Η φράση «η εντολή παραμένει ίδια: ΣΩΠΑ»
Η φράση:
«Από τη γέννα μέχρι το τέλος της αναπαραγωγικής ηλικίας, η εντολή παραμένει ίδια: ΣΩΠΑ.»
παρουσιάζει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό αφήγημα ως γενικευμένη πραγματικότητα.
Ως δημοσιογραφικός σχολιασμός μπορεί να αποτελεί άποψη. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται ως γενικό συμπέρασμα χωρίς αντίστοιχη αναφορά στις κοινωνικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι άνδρες, δημιουργείται μια μονοδιάστατη απεικόνιση της κοινωνικής σιωπής.
Οι άνδρες επίσης αντιμετωπίζουν ισχυρές κοινωνικές προσδοκίες να μη μιλούν για αδυναμία, φόβο, κατάθλιψη, οικονομική αποτυχία, οικογενειακή κατάρρευση ή ψυχική εξουθένωση.
Η παράλειψη αυτή είναι δεοντολογικά σημαντική όταν το άρθρο χρησιμοποιεί ως κεντρικό του μήνυμα την ανάγκη να «ακούμε» όσους υποφέρουν.
Προβληματικό σημείο 3 — «Δεν τους ενοχλούν όσα περνούν οι γυναίκες. Τους ενοχλεί που οι γυναίκες άρχισαν να τα λένε»
Η συγκεκριμένη φράση αποτελεί ισχυρή αξιολογική γενίκευση.
Δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά αποδίδει ένα κοινό κίνητρο σε ένα αόριστα προσδιορισμένο «τους».
Η δημοσιογραφική δεοντολογία επιτρέπει την κριτική και το σχόλιο, αλλά απαιτεί προσοχή ώστε η προσωπική ή ιδεολογική θέση να μην παρουσιάζεται ως αυτονόητο πραγματικό γεγονός.
Το αντίστοιχο ερώτημα είναι:
Εάν η απαξίωση των γυναικών επειδή μιλούν για τα προβλήματά τους είναι καταδικαστέα, γιατί η ίδια λογική δεν εφαρμόζεται όταν άνδρες μιλούν για τα δικά τους προβλήματα;
Προβληματικό σημείο 4 — Επιλεκτική ορατότητα της ψυχικής υγείας
Το άρθρο χρησιμοποιεί την υπόθεση Lindsay Clancy ως αφορμή για την ανάδειξη της επιλόχειας ψύχωσης και της ανάγκης έγκαιρης αναζήτησης βοήθειας.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Ωστόσο, η συζήτηση περί ψυχικής υγείας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο όπου ορισμένες έμφυλες εμπειρίες θεωρούνται αυτομάτως κοινωνικά ορατές, ενώ άλλες παραμένουν αόρατες.
Η δεοντολογικά συνεπής θέση θα ήταν:
Κάθε άνθρωπος που υποφέρει πρέπει να έχει δικαίωμα να μιλήσει, ανεξάρτητα από το φύλο του.
Γ. ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη νομική ακρίβεια.
Η απλή έκφραση μιας αμφιλεγόμενης ή ακόμη και έντονα μονόπλευρης άποψης δεν αποτελεί από μόνη της ποινικό αδίκημα.
Ο Ποινικός Κώδικας προστατεύει, μεταξύ άλλων, την τιμή και την υπόληψη συγκεκριμένων προσώπων. Το άρθρο 361 ΠΚ αφορά την εξύβριση, ενώ τα άρθρα περί δυσφήμησης αφορούν διαφορετικές προϋποθέσεις και πραγματικούς ισχυρισμούς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν τροποποιηθεί και με τον Ν. 5090/2024.
.Επομένως, νομικά ορθά θα πρεπει να αποφευγονται υπονοουμενα και πραξεις μισανδρικές.
Η ορθή νομική διατύπωση είναι διαφορετική:
Το περιεχόμενο πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα των ορίων της ελευθερίας της έκφρασης, της προστασίας της προσωπικότητας και της ενδεχόμενης στοχοποίησης συγκεκριμένων προσώπων ή ομάδων, εφόσον συντρέχουν τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά.
Ειδικότερα, ερευνα για δεοντολογικό ζήτημα ανακύπτει απο συγκεκριμένες εκφράσεις που περιείχαν τα απαιτούμενα στοιχεία κάποιου υπερβολικής έκφρασης με αποτέλεσμα τη γενίκευση, τηνπροσβολή προσώπου, εν γνώσει ψευδή ισχυρισμό λόγο φύλου.
Γ.1. Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αποτελεί «ΑΛΟΘΙ» για κάθε εγκληματική πράξη
Η αναγνώριση της ψυχικής ασθένειας ως σοβαρού ζητήματος δημόσιας υγείας δεν σημαίνει ότι η ψυχική υγεία μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτόματη εξήγηση, ελαφρυντικό ή απαλλαγή από την ευθύνη για κάθε εγκληματική πράξη. Η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, η μη λήψη φαρμακευτικής αγωγής ή η αναφορά σε μία συγκεκριμένη ψυχιατρική κατάσταση δεν αρκούν από μόνες τους για να καθορίσουν τον ποινικό καταλογισμό. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με εξατομικευμένα, επιστημονικά και νομικά κριτήρια, με βάση την πραγματική ψυχική κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου, τη χρονική στιγμή της πράξης, την ικανότητα αντίληψης και ελέγχου της συμπεριφοράς του και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.
Η ίδια ακριβώς αρχή πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο. Δεν μπορεί η επίκληση ψυχικής υγείας να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη κατανόηση, δημοσιότητα ή προκαταβολική αποδοχή όταν αφορά γυναίκα, ενώ όταν αφορά άνδρα να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως δικαιολογία, προσωπική αδυναμία ή αποτυχία χαρακτήρα. Ούτε είναι επιστημονικά ή νομικά ορθό να δημιουργούνται διαφορετικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης, της φαρμακευτικής συμμόρφωσης ή του ποινικού καταλογισμού ανάλογα με το φύλο του δράστη.
Η ψυχική ασθένεια χρειάζεται κατανόηση και θεραπεία· η εγκληματική πράξη χρειάζεται εξατομικευμένη επιστημονική και δικαστική αξιολόγηση. Τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται.
Γ.2. Η υπόθεση της Πάτρας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάγκης για ίσα δεοντολογικά και ηθικά κριτήρια
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αξίζει να εξεταστεί είναι η υπόθεση της Ρούλας Πισπιρίγκου και ο θάνατος των τριών παιδιών της στην Πάτρα. Η υπόθεση αποτέλεσε επί σειρά ετών ένα από τα πλέον εκτεταμένα και καθημερινά τηλεοπτικά και δημοσιογραφικά θέματα στην Ελλάδα, με συνεχείς αναφορές, τηλεοπτικές εκπομπές, αναλύσεις, συνεντεύξεις και δημόσιες τοποθετήσεις ειδικών. Η ίδια η «Καθημερινή» έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση ως μία από τις πιο πολύκροτες των τελευταίων ετών, ενώ η τηλεοπτική κάλυψη έφθασε ακόμη και σε τηλεοπτική περιήγηση στο σπίτι της οικογένειας και στο παιδικό δωμάτιο όπου είχε πεθάνει ένα από τα παιδιά.
Η αναφορά στην υπόθεση δεν γίνεται για να αμφισβητηθεί η ανάγκη ενημέρωσης του κοινού ούτε η σοβαρότητα των πράξεων για τις οποίες τελικά καταδικάστηκε η κατηγορούμενη. Αντιθέτως, χρησιμοποιείται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για ένα ευρύτερο δεοντολογικό ερώτημα:
Θα εφαρμοζόταν η ίδια ένταση, η ίδια διάρκεια, η ίδια τηλεοπτική προβολή και η ίδια δημόσια ψυχολογική και κοινωνική ανάλυση εάν ο κατηγορούμενος ήταν άνδρας;
Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης, η δημόσια συζήτηση δεν περιορίστηκε στην παρουσίαση των δικαστικών γεγονότων. Επεκτάθηκε σε ψυχολογικές ερμηνείες, πιθανά κίνητρα, χαρακτηρισμούς προσωπικότητας και δημόσιες εκτιμήσεις για την ψυχική κατάσταση της κατηγορουμένης. Παράλληλα, εμφανίστηκαν στην τηλεόραση ειδικοί και επιστήμονες που σχολίαζαν την υπόθεση, ενώ η ίδια η οικογένεια είχε καταγγείλει ότι επιστήμονες μιλούσαν τηλεοπτικά για την υπόθεση χωρίς να έχουν δει τα σχετικά έγγραφα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχει δημοσιογραφική κάλυψη εγκλημάτων. Προφανώς πρέπει να υπάρχει.
Το ζήτημα είναι εάν τα δεοντολογικά και ηθικά κριτήρια είναι πραγματικά ουδέτερα ως προς το φύλο.
Εάν, για παράδειγμα, η ψυχική κατάσταση μιας γυναίκας που κατηγορείται για ένα εξαιρετικά σοβαρό έγκλημα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εκτεταμένης δημόσιας συζήτησης, ανάλυσης και κοινωνικής κατανόησης, το ίδιο ακριβώς δικαίωμα στην ψυχιατρική και ψυχολογική αξιολόγηση πρέπει να αναγνωρίζεται σε έναν άνδρα που βρίσκεται στην ίδια θέση.
Αντίστροφα, εάν ένας άνδρας κατηγορείται για πολλαπλές ανθρωποκτονίες, η ψυχική του κατάσταση δεν πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων άσχετη, ούτε να αντιμετωπίζεται η αναφορά σε ψυχική ασθένεια ως «δικαιολογία», ενώ σε αντίστοιχη περίπτωση γυναίκας να παρουσιάζεται ως σημαντική κοινωνική διάσταση της υπόθεσης.
Η δεοντολογία απαιτεί ίδια μέτρα και όχι διαφορετική αντιμετώπιση ανάλογα με το φύλο του κατηγορουμένου.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι η δημόσια προβολή μιας υπόθεσης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της Δικαιοσύνης. Η ύπαρξη μιας κατηγορίας δεν ισοδυναμεί με καταδίκη και η ψυχική κατάσταση ενός προσώπου δεν μπορεί να διαγιγνώσκεται από τηλεοπτικά πάνελ. Η τελική ποινική αξιολόγηση ανήκει στα δικαστήρια και η ψυχιατρική αξιολόγηση στους αρμόδιους επιστήμονες, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υπόθεσης.
Ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση της Πάτρας αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη σύγχρονη δημοσιογραφία:
Μπορούμε να απαιτούμε σεβασμό, ψυχραιμία, τεκμήριο αθωότητας και επιστημονική σοβαρότητα όταν η υπόθεση αφορά γυναίκα και ταυτόχρονα να θεωρούμε φυσιολογικό έναν πολύ πιο απαξιωτικό ή απλουστευτικό τρόπο παρουσίασης όταν ο κατηγορούμενος είναι άνδρας;
Η απάντηση πρέπει να είναι όχι.
Δεν ζητείται λιγότερη ενημέρωση για εγκλήματα που διαπράττονται από γυναίκες. Ζητείται ίση δεοντολογική μεταχείριση.
Δεν ζητείται περισσότερη κατανόηση για εγκλήματα που διαπράττονται από άνδρες. Ζητείται η ίδια επιστημονική αυστηρότητα και η ίδια εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Δεν ζητείται να χρησιμοποιείται η ψυχική υγεία ως άλλοθι για κανέναν.
Ζητείται να μην χρησιμοποιείται ούτε ως άλλοθι ούτε ως επιβαρυντικό κοινωνικό στερεότυπο, ανάλογα με το φύλο του προσώπου.
Γ.3. Η έλλειψη ισορροπίας στην ανδρική ψυχική υγεία, στην έρευνα, στις δομές και στη δημόσια ρητορική
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στη δημοσιογραφική παρουσίαση μεμονωμένων υποθέσεων. Αφορά ένα ευρύτερο πρόβλημα θεσμικής και κοινωνικής ισορροπίας ως προς την ψυχική υγεία των δύο φύλων.
Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι οι άνδρες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας για προβλήματα ψυχικής υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επισημάνει ότι η αυτοπεποίθηση ως υποχρέωση αυτοεξυπηρέτησης, η δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων και η κοινωνική απαίτηση για αυτοέλεγχο αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας από άνδρες. Παράλληλα, ο WHO επισημαίνει την ανάγκη για ειδικά προσαρμοσμένες παρεμβάσεις και περαιτέρω έρευνα σχετικά με την ανδρική ψυχική υγεία.
Ο ίδιος ο WHO αναγνωρίζει ότι η υγεία των ανδρών πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο μιας gender-responsive προσέγγισης, με συλλογή δεδομένων ανά φύλο, gender analysis, ανάπτυξη πολιτικών και παρεμβάσεων που ανταποκρίνονται στις διαφορετικές ανάγκες ανδρών και γυναικών και με κατάλληλη κατανομή πόρων.
Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αρκεί να υπάρχουν γενικές δομές ψυχικής υγείας. Απαιτείται να εξετάζεται εάν οι άνδρες πράγματι προσεγγίζονται, αναγνωρίζονται και ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν αυτές τις υπηρεσίες. Ο WHO/European Observatory έχει επισημάνει ότι οι άνδρες χρησιμοποιούν λιγότερο αποτελεσματικά τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας, ότι είναι πιο απρόθυμοι να αναζητήσουν βοήθεια και ότι τα συστήματα υγείας δεν έχουν πάντοτε προσαρμοστεί αποτελεσματικά στις ανάγκες τους.
Επομένως, η απουσία επαρκών ειδικά στοχευμένων δράσεων, έρευνας, outreach και δημόσιας ενημέρωσης για την ανδρική ψυχική υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Όταν γνωρίζουμε ότι ένας πληθυσμός αντιμετωπίζει ιδιαίτερα εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας, η ουδέτερη αναμονή ότι «θα προσέλθει μόνος του στις υπάρχουσες δομές» δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη επαρκή πολιτική απάντηση.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο ασυμμετρίας: η δημόσια ρητορική. Στα μέσα ενημέρωσης, σε θεσμικές καμπάνιες, σε υπουργικές πρωτοβουλίες και σε οργανώσεις κοινωνικής πολιτικής παρατηρείται συχνά πολύ μεγαλύτερη δημόσια ορατότητα γύρω από συγκεκριμένες γυναικείες εμπειρίες, ενώ η αντίστοιχη συζήτηση για τις ιδιαίτερες δυσκολίες των ανδρών παραμένει περιορισμένη ή αποσπασματική.
Η ανάδειξη των γυναικείων προβλημάτων δεν αποτελεί πρόβλημα και δεν πρέπει να περιοριστεί. Πρόβλημα δημιουργείται όταν η αναγνώριση των δυσκολιών των γυναικών συνοδεύεται από μια δημόσια γλώσσα που συστηματικά παρουσιάζει τη γυναίκα ως αποκλειστικά ευάλωτο υποκείμενο, ενώ ο άνδρας εμφανίζεται κυρίως ως φορέας ευθύνης, κινδύνου ή προβλήματος και όχι ως άνθρωπος που μπορεί επίσης να είναι θύμα, ευάλωτος ή να χρειάζεται βοήθεια.
Αυτή η ασυμμετρία έχει ιδιαίτερη σημασία στην ψυχική υγεία. Η δημόσια επικοινωνία μπορεί να ενθαρρύνει μια γυναίκα να αναγνωρίσει τα συμπτώματά της, να τα ονομάσει και να ζητήσει βοήθεια. Το αντίστοιχο μήνυμα προς έναν άνδρα δεν πρέπει να είναι ότι η ψυχική του δυσκολία αποτελεί αδυναμία, προσωπική αποτυχία ή κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος του.
Δεν ζητείται η «υποβάθμιση» της γυναικείας ψυχικής υγείας ούτε η κατάργηση των ειδικών πολιτικών για τις γυναίκες. Ζητείται συμπληρωματική και ισόρροπη πολιτική για τους άνδρες, βασισμένη σε δεδομένα, έρευνα, ειδικά προσαρμοσμένες παρεμβάσεις και ουσιαστική δημόσια ενημέρωση.
Η ίδια η WHO αναγνωρίζει ότι οι υπηρεσίες υγείας πρέπει να είναι προσβάσιμες, αποδεκτές και αξιοπρεπείς για όλους και ότι οι επιβλαβείς έμφυλοι κανόνες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά και την υγεία των αγοριών και των ανδρών.
Συνεπώς, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να «προστατεύσουμε τις γυναίκες» ή να «προστατεύσουμε τους άνδρες». Η σύγχρονη πολιτική ψυχικής υγείας οφείλει να αναγνωρίζει και τις δύο πραγματικότητες.
Η γυναίκα δεν πρέπει να σιωπά.
Ούτε όμως ο άνδρας πρέπει να σιωπά.
Η γυναίκα πρέπει να μπορεί να πει «δεν είμαι καλά» χωρίς ντροπή.
Ο άνδρας πρέπει να μπορεί να πει ακριβώς το ίδιο χωρίς να θεωρείται αδύναμος.
Αυτό απαιτεί όχι μόνο ισότιμη ρητορική, αλλά και ισότιμη προσοχή στην έρευνα, στην πρόληψη, στις υπηρεσίες, στην ενημέρωση και στον σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών.
Δ. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ
Το βασικό πρόβλημα του δημοσιεύματος δεν είναι ότι υπερασπίζεται τις γυναίκες.
Το πρόβλημα είναι ότι διατυπώνει μια σημαντική και κατά βάση σωστή αρχή —ότι η κοινωνία πρέπει να επιτρέπει στους ανθρώπους να μιλούν για την ψυχική και σωματική τους υγεία χωρίς χλεύη— με τρόπο που παραμένει ουσιαστικά μονομερής.
Το άρθρο αναφέρει ότι:
- οι γυναίκες πρέπει να μπορούν να μιλούν για τις δυσκολίες τους,
- η κοινωνία δεν πρέπει να τις ντροπιάζει επειδή ζητούν βοήθεια,
- η ψυχική ασθένεια πρέπει να αντιμετωπίζεται σοβαρά,
- η σιωπή μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες,
- και η δημόσια συζήτηση μπορεί να βοηθήσει ένα άτομο να αναγνωρίσει ότι χρειάζεται βοήθεια.
Καμία από αυτές τις αρχές δεν πρέπει να περιορίζεται στις γυναίκες.
Εάν ένας άνδρας πει:
«Έχω κατάθλιψη.»
πρέπει να ακούσουμε.
Εάν πει:
«Δεν μπορώ να ανταπεξέλθω οικονομικά.»
πρέπει να ακούσουμε.
Εάν πει:
«Έχω χάσει την επαφή με τα παιδιά μου και καταρρέω.»
πρέπει να ακούσουμε.
Εάν πει:
«Δεν μπορώ πλέον να αντέξω την πίεση.»
πρέπει να ακούσουμε.
Και εάν ένας άνδρας ζητήσει ψυχολογική ή κοινωνική βοήθεια, η απάντηση δεν μπορεί να είναι:
«Είσαι άνδρας, βρες μόνος σου λύση.» – και το ακουσαμε σε πληθος ΜΙΝΤΙΑ και ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ!
Ούτε μπορεί η κοινωνία να θεωρεί αυτονόητο ότι ένας άνδρας που αντιμετωπίζει οικονομική ή στεγαστική δυσκολία απλώς «ας πάει να νοικιάσει κάπου», ενώ την ίδια στιγμή θεωρεί αυτονόητο ότι μια γυναίκα που αντιμετωπίζει ψυχική ή κοινωνική δυσκολία χρειάζεται θεσμική υποστήριξη.
Αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα των δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Δεν ζητείται αφαίρεση δικαιωμάτων από τις γυναίκες.
Ζητείται η καθολική εφαρμογή της ίδιας αρχής.
Η αρχή πρέπει να είναι:
ΜΙΛΑ — ΑΚΟΥΜΕ — ΒΟΗΘΑΜΕ.
Όχι:
ΜΙΛΑ, εφόσον ανήκεις στη σωστή κατηγορία.
Η πραγματική ισότητα δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια προβλήματα.
Σημαίνει ότι όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, η αξία της ζωής, της ψυχικής του υγείας και της αξιοπρέπειάς του δεν μειώνεται επειδή είναι άνδρας.
ΤΕΛΙΚΗ ΘΕΣΗ
Το δημοσίευμα μπορεί και πρέπει να κριθεί αυστηρά ως προς την ισορροπία, την καθολικότητα των αρχών του και την αποφυγή έμφυλων γενικεύσεων.
Η σοβαρότερη και νομικά περισσότερο υπερασπίσιμη κριτική είναι ότι:
μια αρχή που παρουσιάζεται ως καθολική αρχή ανθρωπίνων δικαιωμάτων —το δικαίωμα να μιλάς για την ψυχική σου υγεία χωρίς χλεύη, απαξίωση και κοινωνική τιμωρία— πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φύλο.
Η Πολιτεία, τα μέσα ενημέρωσης, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας και οι κοινωνικοί θεσμοί δεν μπορούν να απαιτούν από τους άνδρες να «μιλήσουν» για την ψυχική τους υγεία και ταυτόχρονα να τους αντιμετωπίζουν ως λιγότερο άξιους κοινωνικής προστασίας όταν πράγματι μιλούν. EΡΤ, ΕΡΤ3,ΕΡΤΝΕWS – ΜΕGA – SKAI – Γραφειο Τυπου ΕΛΑΣ – Ψυχολογοι – Τοποθετηση Ψυχιατρικης Ομαδας Παν. Κρητης.
Η ψυχική υγεία δεν είναι γυναικείο δικαίωμα. Είναι ανθρώπινο δικαίωμα.
Και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Sources & Bibliography
Για το Appendix θα χρησιμοποιούσα πρωτογενείς/θεσμικές πηγές όπου γίνεται, και όχι blogs ή advocacy sites ως κύρια τεκμηρίωση:
- LadyLike — Lia Papaioannou, “Η Άννα Κουρουπού είπε τη μεγάλη αλήθεια για την υπόθεση Lindsay Clancy”, 28 August 2026.
Η βασική πηγή του συγκεκριμένου σχολιασμού και των αποσπασμάτων που αναλύουμε.
LadyLike — original article - ΕΣΗΕΑ — Κώδικας Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης / Αρχές Δεοντολογίας Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος.
Χρήσιμος για το τμήμα περί δημοσιογραφικής ευθύνης, ελευθερίας πληροφόρησης και επαγγελματικής δεοντολογίας.
ΕΣΗΕΑ — Κώδικας Δεοντολογίας - World Health Organization Regional Office for Europe — Gough, B. & Novikova, I. (2020), Mental health, men and culture: how do sociocultural constructions of masculinities relate to men’s mental health help-seeking behaviour in the WHO European Region?
Εξαιρετικά σημαντική πηγή για το επιχείρημα ότι οι άνδρες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα εμπόδια στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας.
WHO Europe — report - World Health Organization — Gender and Health.
Ιδιαίτερα χρήσιμη γιατί η ίδια η WHO αναγνωρίζει ότι άκαμπτες αντιλήψεις περί ανδρισμού μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την υγεία των ανδρών, να αποθαρρύνουν την αναζήτηση βοήθειας και να έχουν σοβαρές συνέπειες στην ψυχική υγεία.
WHO — Gender and Health - World Health Organization — Gender.
Χρήσιμη για το ευρύτερο πλαίσιο gender norms και επιπτώσεων σε άνδρες και αγόρια. - UN Women — Working with men and boys for gender equality: State of play and future directions (2021).
Πολύ χρήσιμη ως θεσμική πηγή για το επιχείρημα ότι η gender equality agenda πρέπει να περιλαμβάνει και τους άνδρες και τα αγόρια.
UN Women — policy brief - Gough, B. & Novikova, I. — WHO Health Evidence Network Synthesis Report No. 70.
Η έκθεση συνοψίζει τη βιβλιογραφία σχετικά με masculinity norms, help-seeking και men’s mental health στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του WHO. - WHO / contemporary systematic literature — gender norm conformity and men’s psychological help-seeking.
Νεότερη συστηματική scoping review, η οποία εντόπισε 82 σχετικές μελέτες, ενισχύει το επιχείρημα ότι οι έμφυλοι κανόνες επηρεάζουν την αναζήτηση και διατήρηση ψυχολογικής θεραπείας από τους άνδρες.
Equal Standards in Mental Health, Criminal Responsibility and Gender Equality
This appendix examines a broader problem raised by the public discussion surrounding the Lindsay Clancy case and the article published by LadyLike on 28 August 2026. The article makes an important and legitimate point: women must be able to speak openly about postpartum psychosis, menopause, motherhood, psychological distress and other aspects of their health without being mocked, humiliated or discouraged from seeking help. The principle that people should be encouraged to speak about mental-health difficulties and seek professional assistance is entirely legitimate.
However, this principle cannot be selectively applied according to sex.
If society tells women “speak”, “seek help” and “you deserve to be heard”, the same message must be available to men. Men also experience depression, psychological distress, social isolation, economic insecurity, bereavement, family breakdown, loss of employment and other circumstances that can seriously affect mental health. The World Health Organization has specifically identified self-reliance, difficulty expressing emotions and expectations of self-control as barriers to men’s help-seeking, while noting that men are less likely to seek mental-health assistance and have substantially higher suicide rates.
This is therefore not an argument against women’s mental-health advocacy. It is an argument for making its underlying principle genuinely universal.
1. Equality before the law and public policy
The central constitutional and human-rights principle is equality. Mental-health protection, access to care, dignity and the right to seek assistance should not become effectively gender-specific entitlements.
Gender equality cannot mean that one sex receives recognition for speaking about its vulnerabilities while the vulnerabilities of the other sex remain socially invisible. WHO itself recognizes that harmful gender norms can negatively affect boys’ and men’s health, discourage help-seeking and have serious consequences for men’s mental health. WHO further describes gender mainstreaming as requiring consideration of the experiences of both women and men in health policies and services.
Accordingly, the appropriate standard is not “women’s issues versus men’s issues”. It is equal recognition of human suffering.
2. Mental illness must never become an automatic justification for criminal conduct
Recognition of mental illness must not be confused with automatic exemption from criminal responsibility.
A psychiatric diagnosis, failure to take medication, or reference to a particular mental-health condition cannot, by itself, determine whether a person was criminally responsible for a serious offence. Criminal responsibility must be assessed individually, on the basis of the applicable law, expert psychiatric evidence, the person’s condition at the relevant time, capacity and all available evidence.
This principle must apply equally to women and men.
Mental illness should neither be treated as an automatic excuse for a female offender nor dismissed as irrelevant when the offender is male. The same scientific and legal criteria should apply regardless of sex.
Mental illness requires medical understanding and appropriate treatment; criminal conduct requires individual scientific and judicial assessment. The two must not be conflated.
3. Journalistic ethics and proportionality
The issue also raises questions of journalistic ethics.
The Greek Journalists’ Union (ESIEA) expressly frames journalism as carrying a social responsibility towards the public and emphasizes freedom of information together with professional ethical standards.
The criticism therefore should not be that LadyLike discussed postpartum psychosis or menopause. Such subjects unquestionably deserve public discussion.
The relevant question is whether the underlying ethical principle is applied consistently:
If ridicule, humiliation and dismissal are considered unacceptable when women speak about mental or physical health, the same standard should apply when men speak about their own mental-health difficulties.
Likewise, if psychiatric explanations are considered legitimate subjects of public discussion in criminal cases involving women, they must be approached with the same scientific caution when criminal defendants are men.
4. The Lindsay Clancy case
The Lindsay Clancy case illustrates the tension between two legitimate principles: the seriousness of the alleged crimes and the importance of understanding severe mental illness.
The LadyLike article itself stresses that the determination of criminal responsibility belongs to the court and criticizes members of the public for acting simultaneously as psychiatrists, prosecutors and judges on social media. It then uses the case to highlight postpartum psychosis and the importance of encouraging women to seek help.
That distinction should be preserved.
Public awareness of mental illness is valuable. It must not, however, evolve into an assumption that a particular diagnosis automatically explains or excuses a criminal act.
The same principle should apply to every defendant, irrespective of sex.
5. The missing male dimension
The principal concern identified by this appendix is therefore one of symmetry.
A society cannot simultaneously tell women:
“Speak. Your suffering matters. Seek help. You should not be mocked.”
while implicitly communicating to men:
“Endure it. Be strong. Solve your own problems. Do not complain.”
Such a double standard would undermine the very principle of gender equality that modern health and equality policies are intended to promote.
The WHO evidence demonstrates that men’s reluctance to seek help is itself a significant mental-health problem and that social expectations surrounding masculinity can contribute to that reluctance.
Therefore, policies designed to reduce stigma and encourage help-seeking should explicitly include men and boys rather than treating male vulnerability as an exception.
6. The principle of equal empathy
The fundamental principle should be simple:
Empathy cannot be selective.
A woman’s psychological suffering should not be dismissed because she is a woman.
A man’s psychological suffering should not be dismissed because he is a man.
A woman’s mental illness should not automatically excuse criminal conduct.
A man’s mental illness should not automatically be dismissed when assessing criminal conduct.
And neither should be judged through a different scientific or legal standard because of sex.
The objective is not to reduce attention to women’s health.
It is to extend the same seriousness, dignity, scientific rigor and institutional concern to everyone.
Conclusion
The appropriate response to gender inequality is not to replace one asymmetry with another.
The objective should be gender equality in both directions: recognition of women’s specific health needs together with recognition of men’s specific barriers, vulnerabilities and mental-health needs.
The central message should therefore be universal:
Speak. Be heard. Seek help. Receive appropriate care.
And when criminal responsibility is at issue:
Assess the individual evidence. Apply the same scientific and legal standards. Do not prejudge guilt or innocence on the basis of sex or diagnosis.
Mental health is not a female entitlement, nor a male weakness.
Mental health is a human concern, and equal dignity requires equal standards.

Comments are closed.