Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Η Ευρώπη βαδίζει προς έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα, αλλά αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι η ίδια η ενεργειακή της ασφάλεια. Πίσω από τους καθησυχαστικούς αριθμούς, τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και τις τεχνοκρατικές προβλέψεις κρύβεται μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί: η Ευρώπη παραμένει βαθιά εξαρτημένη από μια διεθνή αγορά ενέργειας την οποία δεν ελέγχει.
Οι προειδοποιήσεις που έρχονται από τις αγορές για το φυσικό αέριο και το ντίζελ δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη οικονομική είδηση. Είναι προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί όταν η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως κοινωνικό δικαίωμα και στρατηγικό αγαθό.
Τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται χαμηλότερα από τα εποχικά επίπεδα αναφοράς, ενώ η επάρκεια των εισαγωγών LNG εξακολουθεί να εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω από τον άμεσο έλεγχο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Την ίδια στιγμή, στην αγορά του ντίζελ διαμορφώνονται νέες πιέσεις στην προσφορά.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Γιατί κάθε φορά που η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια ενεργειακή κρίση, η συζήτηση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ύψος των τιμών. Πόσο θα κοστίσει το φυσικό αέριο, πόσο θα αυξηθεί το πετρέλαιο, πόσο θα επιβαρυνθεί ο οικογενειακός προϋπολογισμός.
Σχεδόν κανείς όμως δεν θέτει το βασικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει για την ενέργεια και προς όφελος ποιου;
Γιατί η ενεργειακή κρίση δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Δεν έπεσε από τον ουρανό.
Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.
Επί δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε ένα ενεργειακό μοντέλο βασισμένο στις αγορές, στην απελευθέρωση, στον ανταγωνισμό και στην εξάρτηση από διεθνείς προμηθευτές.
Όταν όλα πήγαιναν καλά, το μοντέλο παρουσιαζόταν ως επιτυχία.
Όταν όμως οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές ή οι περιορισμοί στην προσφορά προκαλούν αναταράξεις, τότε αποκαλύπτεται η αδυναμία του.
Η Ευρώπη ανακαλύπτει ξανά ότι δεν αρκεί να έχεις χρήματα για να αγοράσεις ενέργεια. Πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη ενέργεια, ασφαλής μεταφορά και πολιτική δυνατότητα να την εξασφαλίσεις.
Και η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη όταν το φυσικό αέριο και το ντίζελ πιέζονται ταυτόχρονα.
Το ντίζελ δεν αφορά μόνο τα αυτοκίνητα.
Αφορά τις μεταφορές, τα φορτηγά, τη γεωργία, τις κατασκευές, τη βιομηχανία, την εφοδιαστική αλυσίδα.
Αν το κόστος του αυξηθεί απότομα, η αύξηση δεν σταματά στο πρατήριο καυσίμων. Περνά στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες, στις μεταφορές και τελικά σε κάθε νοικοκυριό.
Το φυσικό αέριο, από την άλλη, παραμένει κρίσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, τη βιομηχανία και τη θέρμανση.
Μια σοβαρή άνοδος των τιμών του δεν αποτελεί απλώς ενεργειακό πρόβλημα.
Είναι πληθωριστική βόμβα.
Και τότε θα ξανακούσουμε τα ίδια.
Να κάνουμε οικονομία.
Να περιορίσουμε την κατανάλωση.
Να δείξουμε «υπευθυνότητα».
Να προσαρμοστούν οι πολίτες.
Πάντα όμως ζητείται η προσαρμογή από τους ίδιους ανθρώπους: τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τις μικρές επιχειρήσεις, τους αγρότες και τις οικογένειες που ήδη πληρώνουν ακριβά το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση και τα καύσιμα.
Κανείς δεν μιλά για την προσαρμογή των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Κανείς δεν μιλά για τα υπερκέρδη.
Κανείς δεν αμφισβητεί πραγματικά το μοντέλο που μετατρέπει ένα κοινωνικά αναγκαίο αγαθό σε πεδίο κερδοσκοπίας.
Εκεί βρίσκεται η ουσία.
Η Ευρώπη δεν έχει μόνο ενεργειακό έλλειμμα. Έχει πολιτικό έλλειμμα κυριαρχίας.
Και όσο η ενέργεια παραμένει υποταγμένη στη λογική της αγοράς, κάθε γεωπολιτική κρίση θα μετατρέπεται σε κοινωνική κρίση.

Αρκεί μια διαταραχή στις διεθνείς μεταφορές. Αρκεί μια νέα ένταση στη Μέση Ανατολή. Αρκεί μια περιορισμένη προσφορά LNG. Αρκεί ένας ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας για τα ίδια φορτία. Και ξαφνικά οι τιμές μπορούν να κινηθούν σε επίπεδα που κανένας ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν μπορεί εύκολα να απορροφήσει.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: η Ευρώπη δεν διαθέτει επαρκή πολιτική προστασία απέναντι στην ενεργειακή κερδοσκοπία και στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Και η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πιο εκτεθειμένη.
Μια χώρα που έχει τεράστιες ενεργειακές ανάγκες, περιορισμένο εισόδημα των νοικοκυριών και μια οικονομία που εξαρτάται έντονα από τις μεταφορές και τον τουρισμό δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε ενεργειακή αναστάτωση με επιδόματα και προσωρινές παρεμβάσεις.
Τα επιδόματα δεν είναι ενεργειακή πολιτική.
Είναι παυσίπονο.
Και μάλιστα παυσίπονο που πληρώνει ξανά ο ίδιος ο φορολογούμενος.
Το ζητούμενο είναι ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο. Ένα μοντέλο που θα αντιμετωπίζει την ενέργεια ως δημόσιο αγαθό, θα προστατεύει την κοινωνία από τις ακραίες διακυμάνσεις των αγορών και θα θέτει τις στρατηγικές υποδομές κάτω από πραγματικό δημόσιο έλεγχο.

Δεν μπορεί μια χώρα να θεωρείται ενεργειακά ασφαλής επειδή μπορεί να αγοράσει LNG όταν οι διεθνείς τιμές είναι χαμηλές.
Ασφάλεια σημαίνει να μπορείς να εξασφαλίσεις ενέργεια και όταν οι αγορές καταρρέουν ή όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες γίνονται εχθρικές.
Ασφάλεια σημαίνει αποθέματα.
Σημαίνει υποδομές.
Σημαίνει δημόσιο σχεδιασμό.
Σημαίνει διαφοροποίηση πηγών.
Σημαίνει πραγματική ενεργειακή αυτονομία και όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Και πάνω απ’ όλα σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να βρίσκεται πάνω από τα κέρδη.
Ο επόμενος χειμώνας μπορεί να αποδειχθεί ένα ακόμη καμπανάκι. Μπορεί όμως να γίνει και κάτι περισσότερο: η αφορμή για να ανοίξει επιτέλους μια σοβαρή πολιτική συζήτηση για το ποιος ελέγχει την ενέργεια στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Γιατί το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν το φυσικό αέριο θα κοστίσει 50, 60 ή 100 ευρώ τη μεγαβατώρα.
Το πραγματικό δίλημμα είναι αν θα συνεχίσουμε να αφήνουμε την κοινωνία έρμαιο των διεθνών αγορών ή αν θα διεκδικήσουμε έναν άλλο δρόμο.
Έναν δρόμο όπου η ενέργεια δεν θα είναι χρηματιστηριακό προϊόν.
Όπου το σπίτι δεν θα γίνεται ψυγείο επειδή κάποιος αποφάσισε ότι η τιμή του φυσικού αερίου πρέπει να αυξηθεί.
Όπου ο αγρότης δεν θα εγκαταλείπει την παραγωγή επειδή το καύσιμο έγινε απλησίαστο.
Όπου ο εργαζόμενος δεν θα δουλεύει περισσότερες ώρες για να πληρώνει τον λογαριασμό της ενέργειας.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται άλλη μία περίοδο διαχείρισης της κρίσης.
Χρειάζεται πολιτική ρήξη με το μοντέλο που γεννά την κρίση.
Γιατί όταν η ενέργεια γίνεται εμπόρευμα, η ανασφάλεια γίνεται καθημερινότητα. Και όταν η ανασφάλεια γίνεται καθημερινότητα, η κοινωνία πληρώνει.
Ο χειμώνας, λοιπόν, δεν είναι απλώς μπροστά μας.
Είναι μια δοκιμασία.
Και αυτή τη φορά δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γεμάτες θα είναι οι αποθήκες φυσικού αερίου.
Θα κριθεί από το αν οι κοινωνίες θα αποδεχθούν ξανά να πληρώσουν τον λογαριασμό ενός συστήματος που λειτουργεί για τους λίγους ή αν θα απαιτήσουν, επιτέλους, ενέργεια ως δικαίωμα και όχι ως εμπόρευμα.

Comments are closed.