Η αντιμετώπιση της βίας, των false allegations και των ανδρών και αγοριών στην Ελλάδα – ανάγκη άμεσης αλλαγής πολιτικής και επικοινωνιακής προσέγγισης

Aπό Γιάννη Ζαχαρόπουλο

ΘΕΜΑ: Η αντιμετώπιση της βίας, των false allegations και των ανδρών και αγοριών στην Ελλάδα – ανάγκη άμεσης αλλαγής πολιτικής και επικοινωνιακής προσέγγισης

Η σημερινή ημέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2026, αποτελεί μια εξαιρετικά προβληματική ημέρα ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης επέλεξε να τοποθετηθεί δημοσίως για την ενδοοικογενειακή βία.

Δεν αμφισβητεί κανείς την ανάγκη προστασίας των πραγματικών θυμάτων βίας. Δεν αμφισβητεί κανείς την ανάγκη η Ελληνική Αστυνομία να παρεμβαίνει άμεσα, αποτελεσματικά και αποφασιστικά όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Αυτό όμως δεν μπορεί να σημαίνει ότι ένα ολόκληρο φύλο αντιμετωπίζεται επικοινωνιακά ως εν δυνάμει θύτης.

Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που αναδεικνύεται σήμερα.

Ο κ. Χρυσοχοΐδης μίλησε για «βραχιολάκι» σε όσους τίθενται υπό περιοριστικούς όρους για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και παρουσίασε την αυστηροποίηση της αντιμετώπισης ως συνέχεια των αλλαγών που ακολούθησαν την τραγική υπόθεση της Κυριακής Γρίβα.

Η πολιτεία όμως οφείλει να προστατεύει κάθε πραγματικό θύμα και ταυτόχρονα να προστατεύει κάθε πολίτη από την αυθαίρετη ενοχοποίηση.

Αυτό είναι κράτος δικαίου.

Δεν είναι κράτος δικαίου να αντικαθίσταται η εξατομικευμένη ποινική αξιολόγηση από μια γενικευμένη αντίληψη ότι «ο άνδρας είναι ο δράστης και η γυναίκα το θύμα».


1. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη βία με δύο διαφορετικά μέτρα

Η πραγματικότητα της βίας είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα επικοινωνιακό σχήμα «άνδρας δράστης – γυναίκα θύμα».

Υπάρχουν άνδρες θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Υπάρχουν αγόρια θύματα βίας.

Υπάρχουν πατέρες που υφίστανται κακοποίηση, απειλές, εκβιασμό ή αποκλεισμό από τα παιδιά τους.

Υπάρχουν άνδρες που δεν καταγγέλλουν επειδή φοβούνται τον κοινωνικό στιγματισμό.

Υπάρχουν άνδρες που αντιμετωπίζονται εξαρχής με δυσπιστία όταν καταγγέλλουν γυναίκα.

Και υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που η δημόσια πολιτική στην Ελλάδα αποφεύγει συστηματικά να αντιμετωπίσει:

οι ψευδείς ή αβάσιμες καταγγελίες και οι καταχρηστικές καταγγελίες.

Δεν υποστηρίζουμε ότι κάθε καταγγελία είναι ψευδής.

Υποστηρίζουμε το αυτονόητο:

κάθε καταγγελία πρέπει να διερευνάται.

Ούτε να απορρίπτεται επειδή προέρχεται από γυναίκα ούτε να θεωρείται αληθής επειδή στρέφεται εναντίον άνδρα.


2. False allegations: το ζήτημα που η πολιτική συζήτηση αποφεύγει

Η 9η Σεπτεμβρίου έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για τη διεθνή συζήτηση γύρω από τις false accusations.

Ανεξάρτητα από το αν μια σχετική ημέρα έχει επίσημο χαρακτήρα από διεθνή οργανισμό, το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει απολύτως πραγματικό:

τι συμβαίνει όταν μια καταγγελία είναι ψευδής, υπερβολική, καταχρηστική ή αποδεικνύεται αβάσιμη;

Ποιος προστατεύει τον κατηγορούμενο;

Ποιος προστατεύει τα παιδιά;

Ποιος αποκαθιστά έναν άνθρωπο που έχει διαπομπευθεί δημόσια;

Ποιος αντιμετωπίζει τις συνέπειες μιας ψευδούς καταγγελίας;

Ποιος εξετάζει εάν η καταγγελία χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο σε οικογενειακή ή δικαστική διαμάχη;

Και κυρίως:

ποιος μετρά το φαινόμενο;

Η πολιτική που δεν μετρά ένα φαινόμενο δεν μπορεί να σχεδιάσει σοβαρή πολιτική για αυτό.


3. Η αστυνομική και πολιτική στατιστική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε απόδειξη ενοχής

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σημερινής συζήτησης είναι η σύγχυση μεταξύ:

  • καταγγελιών,
  • αστυνομικών περιστατικών,
  • συλλήψεων,
  • κατηγοριών,
  • περιοριστικών όρων,
  • παραπομπών,
  • καταδικών,
  • και τελεσίδικων καταδικαστικών αποφάσεων.

Αυτά δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Μια καταγγελία δεν είναι καταδίκη.

Μια σύλληψη δεν είναι καταδίκη.

Ένας περιοριστικός όρος δεν είναι καταδίκη.

Μια κατηγορία δεν είναι απόδειξη ενοχής.

Και ένας άνθρωπος που ερευνάται για αδίκημα δεν μπορεί να μετατρέπεται επικοινωνιακά σε «δράστη» πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει την Οδηγία 2016/343, σύμφωνα με την οποία οι ύποπτοι και κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο. Η ίδια Οδηγία αντιμετωπίζει ειδικά και τις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών που παρουσιάζουν κατηγορούμενο ως ένοχο πριν αποδειχθεί η ενοχή του.

Αυτό δεν είναι «δικαίωμα των ανδρών».

Είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου.


4. Η ελληνική νομοθεσία περί ενδοοικογενειακής βίας δεν δημιουργεί «ανδρική» και «γυναικεία» εγκληματικότητα

Ο Ν. 3500/2006 περί αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας ορίζει ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας «κάθε πρόσωπο» που εμπίπτει στο σχετικό οικογενειακό πλαίσιο και υφίσταται τις προβλεπόμενες αξιόποινες πράξεις.

Αυτό έχει τεράστια σημασία.

Η ελληνική έννομη τάξη δεν λέει:

γυναίκα = θύμα
άνδρας = δράστης.

Η πολιτεία οφείλει συνεπώς να εφαρμόζει το ίδιο νομικό πλαίσιο και στην πράξη.


5. Η ίδια η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αναγνωρίζει ότι θύματα μπορεί να είναι και άνδρες και αγόρια

Η επίκληση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναγνωρίζει ρητά ότι, μολονότι η Σύμβαση επικεντρώνεται στη βία κατά των γυναικών, άνδρες και αγόρια μπορούν επίσης να είναι θύματα ορισμένων μορφών βίας που εμπίπτουν στο πεδίο της, ιδιαίτερα της ενδοοικογενειακής βίας, και ενθαρρύνει τα κράτη να επεκτείνουν τα μέτρα προστασίας και σε αυτούς.

Άρα η πολιτική θέση που ζητούμε δεν είναι «να αφαιρεθεί η προστασία από τις γυναίκες».

Είναι ακριβώς το αντίθετο:

να δημιουργηθεί ένα πραγματικά καθολικό σύστημα προστασίας από τη βία.


6. Το πρόβλημα με τη δημόσια εικόνα του άνδρα ως «προεπιλεγμένου δράστη»

Η συνεχής επανάληψη ενός επικοινωνιακού μοντέλου στο οποίο:

άνδρας → δράστης
γυναίκα → θύμα

έχει κοινωνικές συνέπειες.

Δημιουργεί στερεότυπα.

Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το κοινό μια καταγγελία.

Επηρεάζει την κοινωνική αντιμετώπιση ενός κατηγορούμενου.

Και μπορεί να αποθαρρύνει τους ίδιους τους άνδρες από το να καταγγείλουν τη δική τους θυματοποίηση.

Η ειρωνεία είναι ότι μια πολιτική που υποτίθεται ότι καταπολεμά τα έμφυλα στερεότυπα δεν μπορεί ταυτόχρονα να αναπαράγει ένα στερεότυπο σύμφωνα με το οποίο ο άνδρας είναι από τη φύση του ο επιτιθέμενος.


7. Η μιντιακή αντιμετώπιση πρέπει να εξεταστεί με τα ίδια μέτρα

Υπάρχει ένα ακόμη εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα.

Έχουμε δει υποθέσεις όπου άνδρες που κατηγορήθηκαν για εξαιρετικά σοβαρά εγκλήματα παρουσιάστηκαν επί ημέρες στα μέσα ενημέρωσης με τρόπο που ουσιαστικά προεξοφλούσε την ενοχή τους.

Ταυτόχρονα, έχουν υπάρξει υποθέσεις γυναικών που κατηγορήθηκαν για εξαιρετικά σοβαρά εγκλήματα, ακόμη και ανθρωποκτονίες παιδιών, όπου η δημόσια παρουσία τους, οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις, οι δικηγόροι και οι δημοσιογραφικές αναλύσεις αντιμετωπίστηκαν με εντελώς διαφορετικό επικοινωνιακό ενδιαφέρον.

Δεν ζητούμε διαφορετική μεταχείριση για τις γυναίκες.

Ζητούμε ίδια μεταχείριση για όλους.

Αν η δημόσια αρχή επιθυμεί υπεύθυνη δημοσιογραφική κάλυψη, πρέπει να απαιτείται ο ίδιος σεβασμός:

  • στο τεκμήριο αθωότητας,
  • στην προσωπικότητα,
  • στην ιδιωτική ζωή,
  • στην οικογένεια,
  • στα παιδιά,
  • και στην τελική κρίση της Δικαιοσύνης.

8. Το ζήτημα των «γυναικοκτονιών» και η ανάγκη επιστημονικά καθαρής στατιστικής

Δεν υπάρχει πρόβλημα να καταγράφονται εγκλήματα κατά γυναικών.

Υπάρχει όμως πρόβλημα όταν οι στατιστικές κατηγοριοποιούνται με τρόπο που δεν επιτρέπει συγκρίσεις.

Η πολιτεία πρέπει να καταγράφει χωριστά και με διαφάνεια:

  1. ανθρωποκτονίες ανδρών,
  2. ανθρωποκτονίες γυναικών,
  3. ανθρωποκτονίες από σύντροφο,
  4. ανθρωποκτονίες από πρώην σύντροφο,
  5. ανθρωποκτονίες στο οικογενειακό περιβάλλον,
  6. ανθρωποκτονίες παιδιών,
  7. κίνητρο όπου αυτό τεκμηριώνεται,
  8. σχέση δράστη–θύματος,
  9. στάδιο ποινικής διαδικασίας,
  10. τελεσίδικη δικαστική έκβαση.

Μόνο έτσι μπορούμε να γνωρίζουμε πραγματικά τι συμβαίνει.

Δεν χρειάζεται πολιτική στατιστική.

Χρειάζεται στατιστική της πραγματικότητας.


9. Οι άνδρες και τα αγόρια δεν είναι «υποσημείωση» στην πολιτική ισότητας

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό κενό.

Η Ελλάδα έχει πολιτικές για:

  • γυναίκες,
  • κορίτσια,
  • έμφυλη βία,
  • γυναικεία ενδυνάμωση,
  • γυναικεία συμμετοχή,
  • γυναικεία προστασία.

Πού βρίσκεται όμως η αντίστοιχη οργανωμένη πολιτική για:

  • άνδρες θύματα βίας;
  • αγόρια θύματα κακοποίησης;
  • άνδρες θύματα ενδοοικογενειακής βίας;
  • ανδρική ψυχική υγεία;
  • ανδρικές αυτοκτονίες;
  • πατέρες που αντιμετωπίζουν οικογενειακές συγκρούσεις;
  • false allegations;
  • κοινωνικό αποκλεισμό ανδρών;
  • αγόρια που εγκαταλείπουν το εκπαιδευτικό σύστημα;
  • άνδρες που δεν ζητούν βοήθεια επειδή θεωρούν ότι «δεν επιτρέπεται» να εμφανίζονται ως θύματα;

Η ισότητα δεν μπορεί να σημαίνει ότι η μία πλευρά της κοινωνίας είναι διαρκώς αντικείμενο πολιτικής προστασίας και η άλλη διαρκώς αντικείμενο πολιτικής υποψίας.


10. Η κυβέρνηση πρέπει να ακούσει και τις φωνές των ανδρών

Είναι ιδιαίτερα προβληματικό όταν για ζητήματα που αφορούν άνδρες και αγόρια η πολιτεία ακούει σχεδόν αποκλειστικά:

  • κρατικούς φορείς,
  • συγκεκριμένες οργανώσεις,
  • συγκεκριμένους κοινωνικούς εταίρους,
  • τηλεοπτικούς σχολιαστές,
  • και φορείς που δραστηριοποιούνται κυρίως γύρω από τη γυναικεία οπτική.

Η πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται για τους άνδρες χωρίς τους άνδρες.

Απαιτείται θεσμικός μηχανισμός διαβούλευσης με οργανώσεις, ερευνητές και εκπροσώπους που ασχολούνται με τα προβλήματα των ανδρών και των αγοριών.

Και εδώ η Νέα Δημοκρατία έχει μια σημαντική πολιτική ευκαιρία.

Να αποδείξει ότι η έννοια της ισότητας δεν είναι συνώνυμη με τη μονομερή εκπροσώπηση.


11. Η σημερινή πολιτική επικοινωνία χρειάζεται διόρθωση

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο κ. Χρυσοχοΐδης.

Είναι η συνολική πολιτική επικοινωνία της κυβέρνησης.

Όταν ένας υπουργός μιλά για εγκληματικότητα, βία και προστασία θυμάτων, πρέπει να εκπέμπει ένα καθαρό μήνυμα:

Η πολιτεία προστατεύει το θύμα, διώκει τον δράστη και σέβεται τον αθώο.

Αυτό πρέπει να ισχύει ανεξαρτήτως φύλου.

Όχι:

«προστατεύουμε τις γυναίκες από τους άνδρες».

Αλλά:

«προστατεύουμε κάθε άνθρωπο από κάθε μορφή βίας και διώκουμε κάθε δράστη, ανεξαρτήτως φύλου».

Αυτή είναι η γλώσσα ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.


ΤΙ ΖΗΤΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ζητούμε από τον Στρατηγικό Σχεδιασμό της Νέας Δημοκρατίας να εξετάσει άμεσα:

1. Εθνική στρατηγική για τη βία χωρίς αποκλεισμό φύλου

Μία στρατηγική που θα προστατεύει:

γυναίκες – άνδρες – κορίτσια – αγόρια – ηλικιωμένους – άτομα με αναπηρία.

2. Εθνικό μηχανισμό καταγραφής false allegations

Με διακριτή καταγραφή:

  • καταγγελιών,
  • αρχειοθετήσεων,
  • απαλλαγών,
  • ψευδών καταγγελιών όπου αποδεικνύονται,
  • και τελεσίδικων αποφάσεων.

3. Ετήσια έκθεση για άνδρες και αγόρια

Να δημοσιεύεται ετήσια έκθεση της Πολιτείας για:

  • ανδρική θυματοποίηση,
  • ενδοοικογενειακή βία κατά ανδρών,
  • βία κατά αγοριών,
  • αυτοκτονίες,
  • ψυχική υγεία,
  • σχολική αποτυχία,
  • οικογενειακές συγκρούσεις,
  • false allegations.

4. Θεσμική εκπροσώπηση ανδρών

Να εξεταστεί η δημιουργία ειδικού θεσμικού μηχανισμού ή Εθνικού Συμβούλου/Επιτρόπου για ζητήματα ανδρών και αγοριών, ώστε οι πολιτικές ισότητας να μην είναι μονόπλευρες.

5. Κώδικας δημόσιας επικοινωνίας για ποινικές υποθέσεις

Κανένας υπουργός, δημόσιος φορέας ή κρατικός εκπρόσωπος δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος είναι ένοχος πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη.

6. Έλεγχο των στατιστικών

Να διαχωρίζονται σαφώς:

καταγγελία ≠ σύλληψη ≠ κατηγορία ≠ παραπομπή ≠ καταδίκη.

7. Ίση πρόσβαση των ανδρών σε υπηρεσίες υποστήριξης

Όπου υπάρχει κρατική χρηματοδότηση για θύματα βίας, να υπάρχει πραγματική και όχι θεωρητική δυνατότητα πρόσβασης και των ανδρών και των αγοριών.


Επίλογος

Κύριε Γραμματέα,

Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος.

Έχει ανάγκη από μια νέα πολιτική ισότητας.

Μια πολιτική που θα λέει ξεκάθαρα:

Καμία γυναίκα δεν πρέπει να φοβάται.
Κανένας άνδρας δεν πρέπει να φοβάται.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να φοβάται.
Κανένας αθώος δεν πρέπει να φοβάται μια ψευδή κατηγορία.
Και κανένας πραγματικός δράστης δεν πρέπει να προστατεύεται από το φύλο του.

Η προστασία των γυναικών δεν απαιτεί την αδιαφορία για τους άνδρες.

Η καταπολέμηση της ανδρικής βίας δεν απαιτεί την αγνόηση των ανδρών που είναι θύματα.

Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας δεν απαιτεί την κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας.

Και η ισότητα δεν μπορεί να είναι πραγματική όταν ένα μέρος του πληθυσμού ακούγεται συνεχώς και το άλλο αντιμετωπίζεται ως στατιστική υποσημείωση.

Η σημερινή δημόσια τοποθέτηση του κ. Χρυσοχοΐδη θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για έναν σοβαρό πολιτικό επανέλεγχο.

Όχι επειδή πρέπει να υπάρξει λιγότερη προστασία των θυμάτων.

Αλλά επειδή πρέπει να υπάρξει περισσότερη δικαιοσύνη για όλους.

Και αυτό ακριβώς είναι το καθήκον μιας κυβέρνησης που επικαλείται το κράτος δικαίου.

Με εκτίμηση,

[Ονοματεπώνυμο]


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

Νομικό πλαίσιο

Α. Σύνταγμα της Ελλάδας

Άρθρο 4 – Αρχή της ισότητας

Το Σύνταγμα ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Η αρχή αυτή δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως προστασία μόνο του ενός φύλου. Η πολιτεία οφείλει να αποφεύγει αυθαίρετες γενικεύσεις που μετατρέπουν το φύλο σε τεκμήριο ενοχής ή αθωότητας.

Β. Άρθρο 20 Συντάγματος

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την έννομη προστασία και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Το άρθρο 20 περιλαμβάνεται ρητά στο κεφάλαιο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Γ. Άρθρο 25 Συντάγματος

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνδέεται με την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και την υποχρέωση των κρατικών οργάνων να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Δ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας στο ποινικό σκέλος. Η νομολογία του ΕΔΔΑ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως κρίσιμο ζήτημα τις δημόσιες δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων που μπορούν να επηρεάσουν το τεκμήριο αθωότητας.

Ε. Οδηγία (ΕΕ) 2016/343

Η Οδηγία είναι ιδιαίτερα σημαντική για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Το άρθρο 3 προβλέπει το τεκμήριο αθωότητας.

Το άρθρο 4 προβλέπει ότι οι δημόσιες δηλώσεις των δημόσιων αρχών δεν πρέπει, πριν από την απόδειξη της ενοχής, να παρουσιάζουν τον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως ένοχο.

ΣΤ. Ν. 3500/2006

Η ελληνική νομοθεσία περί ενδοοικογενειακής βίας χρησιμοποιεί τον όρο «θύμα» χωρίς να περιορίζει την έννοια στη γυναίκα. Ο ορισμός αφορά κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο προβλεπόμενο οικογενειακό πλαίσιο.

Ζ. Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Η Σύμβαση επικεντρώνεται στη βία κατά των γυναικών, αλλά το Συμβούλιο της Ευρώπης αναγνωρίζει ρητά ότι άνδρες και αγόρια μπορούν να είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και ενθαρρύνει τα κράτη να εφαρμόζουν τα σχετικά προστατευτικά μέτρα και σε αυτούς.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄

Βασικές πολιτικές θέσεις

Η προτεινόμενη πολιτική κατεύθυνση συνοψίζεται στις εξής αρχές:

1. Victim-centred ≠ female-only.

Η προστασία του θύματος πρέπει να είναι πραγματικά victim-centred και όχι αυτομάτως female-centred.

2. Gender-sensitive ≠ gender-exclusive.

Η αναγνώριση της έμφυλης διάστασης της βίας δεν πρέπει να οδηγεί στην εξαφάνιση των ανδρών θυμάτων.

3. Allegation ≠ guilt.

Η καταγγελία πρέπει να ερευνάται. Δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενοχής.

4. Statistics must distinguish stages of the criminal process.

Καταγγελία, σύλληψη, κατηγορία και καταδίκη δεν είναι στατιστικά συνώνυμα.

5. False allegations must be measurable.

Ένα φαινόμενο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στη ζωή ενός ανθρώπου πρέπει να μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί.

6. Men and boys must have institutional voice.

Καμία πολιτική ισότητας δεν είναι ολοκληρωμένη όταν αποκλείει συστηματικά την οπτική των ανδρών και των αγοριών.

7. The same law must protect everyone.

Ο πραγματικός δράστης πρέπει να διώκεται ανεξάρτητα από φύλο.

Το πραγματικό θύμα πρέπει να προστατεύεται ανεξάρτητα από φύλο.

Ο αθώος πρέπει να προστατεύεται ανεξάρτητα από φύλο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄

False Allegations στην Ελλάδα – Τι καταγράφεται, τι δεν καταγράφεται και τι πρέπει να αλλάξει

1. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία» – είναι ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν απαντούν στο κρίσιμο ερώτημα

Η συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα έχει αποκτήσει πλέον σημαντική έκταση και η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει οργανωμένο μηχανισμό καταγραφής και αντιμετώπισης περιστατικών. Υπάρχουν 73 επιτελικές Υπηρεσίες Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας και 63 επιχειρησιακά Γραφεία, ενώ η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι συλλέγει και επεξεργάζεται στατιστικά στοιχεία.

Το 2024, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., καταγράφηκαν 22.080 υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, έναντι 11.589 το 2023, δηλαδή αύξηση 91%. Η Αστυνομία ανέφερε επίσης περίπου 60–70 περιστατικά ημερησίως.

Τα στοιχεία αυτά είναι σημαντικά.

Δεν απαντούν όμως από μόνα τους στο κρίσιμο ερώτημα:

Ποια ήταν η τελική δικαστική έκβαση αυτών των καταγγελιών;

Και ακόμη ειδικότερα:

  • Πόσες καταγγελίες τέθηκαν στο αρχείο;

  • Πόσες δεν επιβεβαιώθηκαν;

  • Πόσες οδήγησαν σε απαλλαγή;

  • Πόσες οδήγησαν σε καταδίκη;

  • Πόσες αποδείχθηκαν εν γνώσει ψευδείς;

  • Πόσες αφορούσαν πραγματική βία αλλά δεν κατέληξαν σε καταδίκη λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων;

  • Πόσες καταγγελίες ανακλήθηκαν;

  • Πόσες καταγγελίες αφορούσαν αμοιβαία ή αμφίδρομη βία;

  • Πόσες αφορούσαν άνδρες ως θύματα;

  • Πόσες αφορούσαν γυναίκες ως καταγγελλόμενες;

Χωρίς αυτά τα στοιχεία, δεν μπορεί να εξαχθεί επιστημονικά ασφαλές συμπέρασμα ούτε για την έκταση των false allegations ούτε για το ποσοστό των καταγγελιών που αντιστοιχούν σε αποδεδειγμένη εγκληματική συμπεριφορά.


2. Καταγγελία δεν σημαίνει ενοχή

Αυτή είναι η βασικότερη διάκριση που πρέπει να γίνει στην ελληνική δημόσια συζήτηση.

Υπάρχει μια αλληλουχία:

αναφορά → καταγγελία → αστυνομική διερεύνηση → προανάκριση → εισαγγελική αξιολόγηση → άσκηση δίωξης → παραπομπή → δίκη → απόφαση → τελεσίδικη κρίση.

Κάθε στάδιο έχει διαφορετική νομική σημασία.

Η στατιστική καταγραφή μιας καταγγελίας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο μιας τελεσίδικης καταδίκης.

Αν, για παράδειγμα, αναφέρονται 22.080 «υποθέσεις» ενδοοικογενειακής βίας, ο αριθμός αυτός δεν σημαίνει ότι υπήρξαν 22.080 τελεσίδικα αποδεδειγμένα εγκλήματα.

Σημαίνει ότι καταγράφηκαν υποθέσεις που εντάχθηκαν στη διαδικασία αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.

Η ίδια η Ελληνική Αστυνομία, μάλιστα, περιγράφει τη διαδικασία ως διαχείριση περιστατικών και ενημέρωση των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών.

Αυτή η διάκριση πρέπει να αποτυπώνεται και στην πολιτική επικοινωνία.


3. Τι είναι πραγματικά «false allegation»;

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Δεν είναι κάθε:

  • αθώωση,

  • αρχειοθέτηση,

  • ανάκληση,

  • αντιφατική κατάθεση,

  • ανεπαρκής απόδειξη,

  • ή μη άσκηση δίωξης

απόδειξη ότι κάποιος έκανε ψευδή καταγγελία.

Νομικά και επιστημονικά πρέπει να διαχωρίζονται τουλάχιστον:

Α. Αληθής καταγγελία που αποδεικνύεται

Υπάρχει επαρκές αποδεικτικό υλικό και καταλήγει σε καταδίκη.

Β. Καταγγελία που δεν αποδεικνύεται

Η υπόθεση μπορεί να μην οδηγήσει σε καταδίκη επειδή δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.

Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ψευδής καταγγελία.

Γ. Καταγγελία με ανακριβή ή υπερβολικά στοιχεία

Μπορεί να περιέχει πραγματικό πυρήνα αλλά και ανακριβείς ισχυρισμούς.

Και αυτή η κατηγορία χρειάζεται διαφορετική αξιολόγηση.

Δ. Εν γνώσει ψευδής καταμήνυση

Εδώ υπάρχει διαφορετικό νομικό ζήτημα.

Το άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα τιμωρεί όποιον εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή τον καθιστά ψευδώς ύποπτο ενώπιον αρχής.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό:

η ύπαρξη ψευδούς καταγγελίας ως νομικό φαινόμενο αναγνωρίζεται από την ίδια την ποινική νομοθεσία.

Άρα η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει το ζήτημα σαν να είναι ανύπαρκτο ή αδιανόητο.

Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται μια καταγγελία «ψευδής» απλώς επειδή δεν οδήγησε σε καταδίκη.

Απαιτείται απόδειξη της γνώσης της αναλήθειας.


4. Τι καταγράφεται σήμερα

Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντική πρόοδο στην καταγραφή των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας.

Η ΕΛ.ΑΣ. δημοσιεύει ετήσιες στατιστικές επετηρίδες και ειδικά στοιχεία εγκληματικότητας.

Παράλληλα, το Τμήμα Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας αναφέρει ότι συλλέγει και επεξεργάζεται στατιστικά στοιχεία.

Αυτό είναι θετικό.

Ωστόσο, από τη δημόσια διαθέσιμη παρουσίαση των στοιχείων δεν προκύπτει ένα αντίστοιχα λεπτομερές, ενιαίο και δημόσιο «follow-up» των καταγγελιών μέχρι την τελική δικαστική έκβαση, με τρόπο που να επιτρέπει να γνωρίζουμε:

καταγγελία → έρευνα → δίωξη → δίκη → καταδίκη/αθώωση → τελεσίδικη έκβαση.

Αυτή είναι μια ουσιώδης στατιστική αδυναμία.


5. Τι ΔΕΝ πρέπει να κάνουμε

Δεν πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική στατιστική που θα λέει:

«Οι καταγγελίες είναι ψευδείς.»

Αυτό θα ήταν εξίσου λανθασμένο με το να λέμε:

«Κάθε καταγγελία αποδεικνύει ότι ο άνδρας είναι δράστης.»

Η σωστή θέση είναι:

Δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση των false allegations χωρίς συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση της δικαστικής έκβασης των καταγγελιών.

Αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό, επιστημονικά υπερασπίσιμο και συμβατό με το κράτος δικαίου.


6. Η ίδια η ευρωπαϊκή στατιστική μεθοδολογία αναγνωρίζει το πρόβλημα της υποκαταγραφής

Η Eurostat επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος των περιστατικών βίας δεν καταγγέλλεται ή δεν καταγράφεται επίσημα και για τον λόγο αυτό οι διοικητικές/αστυνομικές στατιστικές δεν επαρκούν από μόνες τους για την αποτύπωση της πραγματικής έκτασης του φαινομένου. Για αυτό χρησιμοποιούνται και πληθυσμιακές έρευνες.

Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμοστεί με συνέπεια και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Εάν δεχόμαστε ότι οι αστυνομικές καταγραφές δεν αποτυπώνουν το σύνολο της πραγματικής βίας, πρέπει επίσης να δεχόμαστε ότι οι αστυνομικές καταγραφές δεν μας επιτρέπουν από μόνες τους να γνωρίζουμε το σύνολο των πραγματικών ψευδών καταγγελιών.

Άρα απαιτούνται περισσότερα δεδομένα, όχι περισσότερες υποθέσεις.


7. Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα: ποια δεδομένα συλλέγονται για τους άνδρες;

Η ευρωπαϊκή έρευνα EU-GBV είναι χρήσιμη, αλλά έχει συγκεκριμένο πεδίο.

Η διαθέσιμη μικροδεδομένη βάση της συγκεκριμένης έρευνας για το gender-based violence περιλαμβάνει μόνο γυναίκες ως ερωτώμενους πληθυσμούς.

Αυτό σημαίνει ότι τέτοιες έρευνες δεν μπορούν από μόνες τους να απαντήσουν στο ερώτημα:

«Ποια είναι η πραγματική έκταση της βίας που υφίστανται οι άνδρες στην Ελλάδα;»

Επομένως, όταν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά δεδομένα για γυναίκες για τη διαμόρφωση μιας συνολικής πολιτικής «κατά της βίας», υπάρχει κίνδυνος να δημιουργείται μια πολιτική εικόνα στην οποία η ανδρική θυματοποίηση είναι υπομετρημένη.

Αυτό δεν μειώνει την ανάγκη προστασίας των γυναικών.

Αναδεικνύει την ανάγκη για πληρέστερη μέτρηση της πραγματικότητας.


8. Η Ελλάδα χρειάζεται «Follow-up» των καταγγελιών

Προτείνεται η δημιουργία ενός ανώνυμου, συγκεντρωτικού στατιστικού μηχανισμού όπου κάθε υπόθεση θα μπορεί να παρακολουθείται στατιστικά από την πρώτη αναφορά έως την τελική έκβαση.

Χωρίς να δημοσιοποιούνται προσωπικά δεδομένα, θα πρέπει να είναι δυνατή η παραγωγή πινάκων όπως:

Στάδιο
Αριθμός
Αναφορές/καταγγελίες
Χ
Προανακριτικές έρευνες
Χ
Υποθέσεις με επαρκείς ενδείξεις
Χ
Ασκήσεις ποινικής δίωξης
Χ
Παραπομπές σε δίκη
Χ
Καταδίκες
Χ
Αθωώσεις
Χ
Αρχειοθετήσεις
Χ
Ανακλήσεις
Χ
Τελεσίδικες καταδίκες
Χ
Υποθέσεις όπου αποδείχθηκε ψευδής καταμήνυση
Χ

Και κάθε κατηγορία θα πρέπει να διαχωρίζεται περαιτέρω κατά:

  • φύλο θύματος,

  • φύλο καταγγελλόμενου,

  • ηλικία,

  • σχέση θύματος–καταγγελλόμενου,

  • είδος καταγγελλόμενης πράξης,

  • ύπαρξη ανηλίκων,

  • δικαστική έκβαση.


9. Ιδιαίτερη ανάγκη για στοιχεία σχετικά με παιδιά και οικογενειακές διαφορές

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο όταν υπάρχουν παιδιά.

Μια καταγγελία περί κακοποίησης μπορεί να επηρεάσει:

  • την επικοινωνία γονέα–παιδιού,

  • τις προσωρινές δικαστικές αποφάσεις,

  • τις οικογενειακές σχέσεις,

  • την κοινωνική εικόνα του γονέα,

  • την ψυχολογία του παιδιού,

  • και την τελική δικαστική διαμάχη.

Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επαγγελματικής αξιολόγησης.

Ούτε η πολιτεία ούτε η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίζουν μια καταγγελία ως «αποδεδειγμένη» πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των στοιχείων.

Αλλά ούτε και μια καταγγελία πρέπει να αγνοείται επειδή υπάρχει πιθανότητα να είναι ψευδής.

Η μόνη ασφαλής αρχή είναι:

άμεση διερεύνηση + προστασία του πραγματικού θύματος + προστασία του τεκμηρίου αθωότητας + αντικειμενική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.


10. Η ψευδής καταμήνυση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο εκφοβισμού

Υπάρχει επίσης μια απαραίτητη ισορροπία.

Η αναγνώριση των false allegations δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να φοβούνται τα πραγματικά θύματα ότι θα διωχθούν επειδή δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την καταγγελία τους.

Η διαφορά είναι κρίσιμη:

«δεν αποδείχθηκε» ≠ «αποδείχθηκε ψευδές».

Για να ενεργοποιηθεί η έννοια της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται το στοιχείο της γνώσης της αναλήθειας, όπως προβλέπει το άρθρο 229 ΠΚ.

Αυτό πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό και στη δημόσια συζήτηση.


11. Τα στοιχεία πρέπει να δημοσιεύονται με ουδέτερη ως προς το φύλο μεθοδολογία

Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την απλή ερώτηση:

«Πόσα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας είχαμε;»

σε ένα πολύ πιο ολοκληρωμένο σύστημα ερωτήσεων:

Ποιο ήταν το θύμα;

Ποιος ήταν ο καταγγελλόμενος;

Ποια ήταν η σχέση τους;

Τι καταγγέλθηκε;

Τι αποδείχθηκε;

Τι δεν αποδείχθηκε;

Ποια ήταν η δικαστική έκβαση;

Ποιο ήταν το φύλο θύματος και δράστη;

Υπήρχαν προηγούμενες καταγγελίες;

Υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες;

Υπήρξε τελεσίδικη απόφαση;

Μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά evidence-based policy.


12. Τι πρέπει να αλλάξει άμεσα

Προτείνεται η υιοθέτηση ενός Εθνικού Παρατηρητηρίου Βίας και Ψευδών Καταγγελιών, με συμμετοχή:

  • Ελληνικής Αστυνομίας,

  • Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,

  • Υπουργείου Δικαιοσύνης,

  • Εισαγγελικών αρχών,

  • ΕΛΣΤΑΤ,

  • πανεπιστημιακών ερευνητών,

  • ανεξάρτητων στατιστικολόγων,

  • ειδικών εγκληματολογίας,

  • και φορέων που εκπροσωπούν τόσο γυναίκες όσο και άνδρες.

Το Παρατηρητήριο θα πρέπει να δημοσιεύει ετήσια έκθεση.

Η έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει ξεχωριστό κεφάλαιο:

«Καταγγελίες και τελική δικαστική έκβαση»

και ξεχωριστό κεφάλαιο:

«False allegations / ψευδής καταμήνυση»

με σαφή νομική μεθοδολογία.


13. Η πολιτεία πρέπει να μετρήσει και αυτό που σήμερα δεν γνωρίζει

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα έχει πολλές καταγγελίες.

Ούτε ότι έχει λίγες.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ένα δημόσια διαθέσιμο, πλήρες και ενιαίο σύστημα που να μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε με συγκρίσιμο τρόπο την πορεία κάθε κατηγορίας από την καταγγελία έως την τελεσίδικη δικαστική κρίση.

Και χωρίς αυτό:

δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πραγματική σχέση μεταξύ καταγγελιών, πραγματικής εγκληματικότητας, μη αποδεδειγμένων περιστατικών και εν γνώσει ψευδών καταγγελιών.

Αυτό είναι πρόβλημα δημόσιας πολιτικής.


14. Το αίτημα προς τη Νέα Δημοκρατία

Η Νέα Δημοκρατία, ως κυβερνητική παράταξη, μπορεί να προτείνει μια πολιτική που θα ξεπερνά την αντιπαράθεση «άνδρες εναντίον γυναικών».

Η πρόταση πρέπει να είναι:

Καμία πραγματική καταγγελία δεν πρέπει να αγνοείται.

Καμία ψευδής καταγγελία δεν πρέπει να μένει αόρατη.

Κανένας πραγματικός δράστης δεν πρέπει να προστατεύεται.

Κανένας αθώος δεν πρέπει να θεωρείται ένοχος επειδή καταγγέλθηκε.

Κανένας άνδρας που είναι πραγματικό θύμα δεν πρέπει να αποκλείεται από την προστασία.

Καμία γυναίκα που είναι πραγματικό θύμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία επειδή υπάρχουν και ψευδείς καταγγελίες.

Αυτές οι αρχές δεν είναι αντίθετες μεταξύ τους.

Είναι οι διαφορετικές πλευρές του ίδιου κράτους δικαίου.


15. Συμπέρασμα

Η συζήτηση για τα false allegations στην Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να είναι ιδεολογική αντιπαράθεση.

Δεν ζητείται να θεωρούνται οι καταγγελίες ψευδείς.

Δεν ζητείται να μειωθεί η προστασία των πραγματικών θυμάτων.

Δεν ζητείται να αμφισβητηθεί η ύπαρξη της ενδοοικογενειακής βίας.

Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό:

Να μετράμε ολόκληρη την αλυσίδα της Δικαιοσύνης.

Από την καταγγελία μέχρι την τελεσίδικη απόφαση.

Και να τη μετράμε:

χωρίς ιδεολογικό φίλτρο, χωρίς προαποφασισμένο ένοχο, χωρίς αόρατα θύματα και χωρίς στατιστικές που συγχέουν την καταγγελία με την καταδίκη.

Η πολιτεία έχει ήδη δημιουργήσει σημαντικό μηχανισμό αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.

Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός αντίστοιχα αξιόπιστου μηχανισμού αξιολόγησης της πορείας και της τελικής έκβασης των υποθέσεων.

Γιατί μόνο τότε η Ελλάδα θα μπορεί να πει ότι διαθέτει πραγματικά:

evidence-based policy.

Και μόνο τότε η πολιτική για τη βία θα μπορεί να είναι πραγματικά:

θύμα-κεντρική, δικαιοσύνη-κεντρική και ουδέτερη ως προς το φύλο.


Βιβλιογραφικές και θεσμικές πηγές του Παραρτήματος

  1. Ελληνική Αστυνομία – Τμήμα Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας: στοιχεία για τη λειτουργία των Υπηρεσιών και την καταγραφή περιστατικών.

  2. Ελληνική Αστυνομία – Οδηγός Πολίτη: Ενδοοικογενειακή Βία: θεσμικό πλαίσιο και διαδικασία διαχείρισης περιστατικών.

  3. Ελληνική Αστυνομία – Στατιστικές Επετηρίδες: ετήσια επίσημα στατιστικά στοιχεία εγκληματικότητας.

  4. Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη – Απολογισμός δράσεων για την ενδοοικογενειακή βία 2024: 22.080 υποθέσεις το 2024 έναντι 11.589 το 2023.

  5. Ποινικός Κώδικας, άρθρο 229 – Ψευδής καταμήνυση: ποινική αντιμετώπιση της εν γνώσει ψευδούς καταγγελίας ενώπιον αρχής.

  6. Eurostat – Gender-based violence, Information on data: μεθοδολογικές επισημάνσεις για υποκαταγραφή και ανάγκη συνδυασμού διοικητικών στοιχείων και πληθυσμιακών ερευνών.

  7. Eurostat – EU Gender-Based Violence Survey, 2024: κοινή ευρωπαϊκή μεθοδολογία και συγκρίσιμα δεδομένα.

  8. Eurostat – Microdata: τεχνική τεκμηρίωση της έρευνας και των διαθέσιμων δεδομένων.

  9. Ετήσια Έκθεση Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας 2025: παράδειγμα διοικητικής στατιστικής που καταγράφει καταγγελλόμενα πρόσωπα ανά φύλο και δείχνει τη σημασία της μη στερεοτυπικής αντιμετώπισης της καταγγελλόμενης βίας.

  10. Κυβέρνηση της Ελλάδας – Υπουργειο Προστασιας – Εθνική Στρατηγική για τη Βία και Παραβατικότητα Ανηλίκων: ενδεικτική επίσημη καταγραφή ανηλίκων δραστών ενδοοικογενειακής βίας κατά φύλο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄

Βιβλιογραφία και πηγές

  1. Σύνταγμα της Ελλάδας, ιδίως άρθρα 4, 5, 20, 25. Βουλή των Ελλήνων.
  2. Ν. 3500/2006, «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
  3. European Convention on Human Rights, Article 6 – Right to a fair trial / presumption of innocence.
  4. Directive (EU) 2016/343 of the European Parliament and of the Council on the strengthening of certain aspects of the presumption of innocence and the right to be present at the trial in criminal proceedings.
  5. Council of Europe – Istanbul Convention, Convention on preventing and combating violence against women and domestic violence.
  6. Council of Europe – Istanbul Convention: Key facts, σχετικά με τη βία κατά των γυναικών, την ενδοοικογενειακή βία και την εφαρμογή προστατευτικών μέτρων.
  7. Parliamentary Assembly of the Council of Europe, Resolution 2479 (2023) – The Istanbul Convention: progress and challenges, η οποία αναγνωρίζει ρητά ότι άνδρες και αγόρια είναι επίσης θύματα gender-based violence, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει τη δυσανάλογη επίπτωση στις γυναίκες.
  8. European Court of Human Rights, Article 6 case-law materials, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης νομολογίας σχετικά με δημόσιες δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων και το τεκμήριο αθωότητας.
  9. European Union Agency / EU legal framework on presumption of innocence, ιδίως Directive 2016/343.
  10. Council of Europe – Collection of papers on the Istanbul Convention, ιδίως οι θεματικές για μη διάκριση, συλλογή δεδομένων και πρόληψη.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε’ – ΕNGLISH TEXT.

Subject: False Allegations, Men and Equality in Greece – A Call for Evidence-Based, Gender-Inclusive Policy

Dear Sir/Madam,

I am submitting for your consideration the attached policy document concerning the treatment of men and boys within the public, institutional and political debate on violence, domestic violence, criminal allegations and gender equality in Greece.

The immediate context for this submission is the increasingly one-sided public discussion of violence and the apparent tendency to approach gender-related violence primarily through the experiences of women, while insufficiently acknowledging men and boys as potential victims and insufficiently examining the consequences of false or unsubstantiated allegations against men.

This submission does not argue that false allegations are widespread, nor does it seek to undermine the protection of genuine victims. On the contrary, its central argument is that a credible justice system must simultaneously protect genuine victims, investigate allegations promptly and objectively, respect the presumption of innocence, and ensure equal protection regardless of the sex of the victim or accused person.

A particularly important issue is the absence of sufficiently transparent and comprehensive public data following cases through the entire justice process: from complaint or report, through investigation and prosecution, to trial and final judicial outcome. Without such longitudinal data, it is difficult to determine accurately how many allegations are substantiated, dismissed, archived, withdrawn, result in acquittal, or lead to conviction—and consequently impossible to develop fully evidence-based policy concerning false allegations.

The attached document therefore calls for:

• comprehensive and sex-disaggregated data collection;

• transparent monitoring of cases from initial complaint to final judicial outcome;

• recognition of men and boys as possible victims of domestic and interpersonal violence;

• equal institutional attention to male victims;

• protection of the presumption of innocence;

• careful differentiation between an unsubstantiated allegation and a deliberately false allegation;

• improved research into false allegations and false denunciations;

• gender-inclusive and evidence-based violence policy; and

• greater transparency in political, institutional and media representations of violence.

The issue is particularly relevant at European and international level because equality before the law, human dignity, effective judicial protection and the presumption of innocence are fundamental principles of democratic societies.

I respectfully invite the relevant institutions, policymakers, researchers and media organisations to consider the evidence and proposals presented in the attached document and to encourage a more balanced and comprehensive discussion of violence—one that protects victims while also protecting fundamental rights.

This submission is intended as a policy and institutional contribution rather than a personal or partisan attack. The objective is simple: equal protection, objective evidence, due process and a justice system that does not exclude anyone because of sex.
 

FALSE ALLEGATIONS IN GREECE

What Is Recorded, What Is Missing and What Needs to Change

Executive Summary

The public debate surrounding violence in Greece has increasingly focused on violence against women. Protecting women from violence is essential. However, an effective equality and justice framework must also recognise that men and boys can be victims of domestic, sexual, physical and psychological violence and that allegations against men must be handled according to the same principles of evidence, due process and presumption of innocence.

The purpose of this policy paper is not to claim that false allegations are common or that victims should be disbelieved. Its purpose is to identify a significant information and policy gap: the absence of sufficiently comprehensive public data allowing cases to be followed from the initial allegation through investigation, prosecution and final judicial outcome. – English TEXT in pdf file/.
 

 

Comments are closed.