Ένα άρθρο του Περικλή Δανόπουλου,διαφορετικό από τα γραφικά δημοσιογραφικά άρθρα της αγοράς του δημόσιου τύπου..
Το πολιτικό μας καθήκον, ως ριζοσπαστική αριστερά, είναι να αποκαλύψουμε τον ταξικό και αντιδραστικό χαρακτήρα αυτής της διαχείρισης.
Να δείξουμε ότι το σάπιο σύστημα της ΓΓΑ, των Ομοσπονδιών και της αθλητικής δικαιοσύνης δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος του ευρύτερου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος λειτουργεί με όρους ανομίας, προστατεύοντας τα συμφέροντα μιας μικρής ολιγαρχικής ελίτ, εις βάρος των χιλιάδων αθλητών, των εργαζόμενων προπονητών και των φιλάθλων
Το ζήτημα που ανέκυψε με την ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού δεν αποτελεί μια μεμονωμένη διοικητική εκτροπή, ούτε μια απλή υπόθεση πλημμελούς τήρησης βιβλίων.
Αντιθέτως, συνιστά ένα χαρακτηριστικό δείγμα της βαθιάς θεσμικής σήψης που διαπερνά τον ελληνικό αθλητισμό, αποκαλύπτοντας τον ταξικό και πολιτικό του χαρακτήρα ως πεδίου άσκησης εξουσίας, πελατειακών σχέσεων και ατιμωρησίας.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει με τρόπο σχεδόν παρωδιακό τον τρόπο με τον οποίο το αστικό κράτος, μέσω των εποπτικών του οργάνων, διαχειρίζεται τα σκάνδαλα: όχι για να τα εξυγιάνει, αλλά για να τα συγκαλύψει, προστατεύοντας το σύστημα και διαιωνίζοντας την ανομία.
Η αφήγηση που επιχειρεί να οικοδομηθεί γύρω από την απόφαση της ΓΓΑ είναι ενδεικτική του κυρίαρχου λόγου περί «νομιμοφάνειας».
Σύμφωνα με αυτήν, η ανάκληση της αναγνώρισης, η οποία επήλθε στις 14 Ιουλίου 2026, βασίστηκε αποκλειστικά σε διοικητικές παραλείψεις, μη θεώρηση πρακτικών συνεδριάσεων από το 2021 έως το 2024, ανενημέρωτο βιβλίο μελών από το 2020, ύπαρξη κενών σελίδων με υπογραφές, πρακτικά χωρίς αρίθμηση.
Το επίσημο σκεπτικό επιμένει στη μη σύνδεση της απόφασης με ευρήματα οικονομικής κακοδιαχείρισης.
Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Χάρης Μαριόλης, επικαλούμενος ακριβώς αυτό το σκεπτικό, επιχειρεί να παρουσιάσει την υπόθεση ως μια γραφειοκρατική παρεξήγηση, τονίζοντας μάλιστα την οικονομική εξυγίανση του φορέα επί της θητείας του.
Ωστόσο, μια τέτοια ανάγνωση προσκρούει ευθέως στην υλική πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, έχει δει το φως της δημοσιότητας ένα πόρισμα-κόλαφος του Υπουργείου Οικονομικών.
Πρόκειται για μια έρευνα 437 σελίδων, η οποία καταγράφει μια εικόνα συστηματικής λεηλασίας των οικονομικών της Ομοσπονδίας.
Το πόρισμα αυτό κάνει λόγο για μεταφορές συνολικού ύψους 107.569 ευρώ από τους λογαριασμούς της Ομοσπονδίας σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, ακόμη και μετά την απομάκρυνση του προέδρου. Καταγράφει πολυτελείς διαμονές σε ξενοδοχεία, αγορές ειδών πολυτελείας, ηλεκτρονικών συσκευών και, σε μια σκηνή που ξεπερνά κάθε φαντασία σατιρικού, την αγορά ενός διακοσμητικού σκύλου, ροζ κανίς, με τα χρήματα της Ομοσπονδίας.
Η αντίθεση είναι κραυγαλέα: από τη μια πλευρά, η συστηματική ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος για ιδιωτική κατανάλωση και πολυτελή βιοτή, και από την άλλη, η «τιμωρία» για την έλλειψη μιας σφραγίδας σε ένα βιβλίο.
Η επιλογή της ΓΓΑ να επικεντρωθεί στο δεύτερο, αγνοώντας το πρώτο, δεν αποτελεί παρά μια κυνική πράξη συγκάλυψης, ένα θεατρικό τέχνασμα για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της θεσμικής παρέμβασης, ενώ ουσιαστικά παρέχεται άφεση αμαρτιών για την οικονομική απάτη.
Το ερώτημα που τίθεται με τρόπο επείγοντα είναι πολιτικό και νομικό.
Το νομικό πλαίσιο που διέπει την αθλητική αναγνώριση, όπως αυτό απορρέει από τον ν. 2725/1999, χρησιμοποιείται εργαλειακά.
Η δυνατότητα άρσης της αναγνώρισης για τυπικές παραβάσεις, ενώ ταυτόχρονα αγνοούνται οι ουσιαστικές και εγκληματικές πρακτικές, καταδεικνύει τον τιμωρητικό και εκλεκτικό χαρακτήρα του νόμου.
Δεν εφαρμόζεται για να προστατευτεί το δημόσιο συμφέρον ή η αθλητική ηθική, αλλά για να διατηρηθεί η εύρυθμη λειτουργία ενός συστήματος που βασίζεται στην πελατειακή διαχείριση.
Η ίδια η ΓΓΑ, σε σχετικές εγκυκλίους της για σωματεία που έχασαν την αναγνώρισή τους, αναγνωρίζει ότι η συμμετοχή σε αγωνιστικές περιόδους μπορεί να συνεχιστεί κανονικά, υποδεικνύοντας ότι η αναγνώριση είναι ένα διακριτό εργαλείο, μια βούλα που αφαιρείται και επαναχορηγείται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας. Δεν αποτελεί ουσιαστική εγγύηση διαφάνειας, αλλά έναν μοχλό πίεσης στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας.
Η συνέχεια της υπόθεσης επιβεβαιώνει τον προαναφερθέντα συστημικό ρόλο της Δικαιοσύνης. Αμέσως μετά την απόφαση της ΓΓΑ, η Δικαιοσύνη όρισε προσωρινή διοίκηση στην Ομοσπονδία, με επικεφαλής τον Γιώργο Γαζή.
Ο κ. Γαζής, σε δηλώσεις του, έκανε λόγο για «νέα αρχή», «εντολή αποκατάστασης» και «κάθαρση», καλώντας όλα τα σωματεία σε ενότητα.
Το πολιτικό αυτό μήνυμα, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα.
Η διορισθείσα διοίκηση δεν έχει καμία σχέση με την αναζήτηση ευθυνών για την οικονομική σπατάλη.
Αντιθέτως, το γεγονός ότι μπορεί να διοριστεί μια νέα διοίκηση, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάκληση της αναγνώρισης, υποδηλώνει ότι το σύστημα διαθέτει την ευελιξία να αντικαθιστά πρόσωπα και να συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία του, παρακάμπτοντας κάθε ουσιαστικό έλεγχο.
Η Δικαιοσύνη, που θεωρητικά αποτελεί τον θεματοφύλακα της νομιμότητας, εμφανίζεται εδώ ως διαχειρίστρια μιας κρίσης, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως αναπόσπαστου τμήματος του κρατικού μηχανισμού που προστατεύει την ομαλή αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας.
Η δυνατότητα αλλαγής της διοίκησης υπό αυτές τις συνθήκες, ενώ τα βαριά οικονομικά αδικήματα παραμένουν ανεξιχνίαστα, συνιστά μια μορφή νομιμοποίησης της ατιμωρησίας, όπου το σύστημα βρίσκει πάντα τρόπο να «κλείνει» τις υποθέσεις με τρόπο που να μην θίγονται τα θεμελιώδη συμφέροντά του.
Η υπόθεση της Πυγμαχίας, με το ροζ κανίς, τα PlayStation, τα iPhone και τις πολυτελείς διακοπές, δεν είναι μια παραφωνία, αλλά η ίδια η συμφωνία πάνω στην οποία βασίζεται η διαχείριση του αθλητισμού στην Ελλάδα.
Αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η αστική πολιτεία και τα θεσμικά της όργανα, όπως η ΓΓΑ, αντιμετωπίζουν τον αθλητισμό, ως ένα ακόμη πεδίο για την άντληση κρατικών πόρων, ως μηχανισμό παραγωγής κοινωνικού κύρους και πολιτικής νομιμοποίησης, και ως αντικείμενο μιας πελατειακής διαπραγμάτευσης όπου η διαφάνεια και η λογοδοτική συνιστούν απλώς ρητορικά σχήματα.
Το πολιτικό μας καθήκον, ως ριζοσπαστική αριστερά, είναι να αποκαλύψουμε τον ταξικό και αντιδραστικό χαρακτήρα αυτής της διαχείρισης.
Να δείξουμε ότι το σάπιο σύστημα της ΓΓΑ, των Ομοσπονδιών και της αθλητικής δικαιοσύνης δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος του ευρύτερου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος λειτουργεί με όρους ανομίας, προστατεύοντας τα συμφέροντα μιας μικρής ολιγαρχικής ελίτ, εις βάρος των χιλιάδων αθλητών, των εργαζόμενων προπονητών και των φιλάθλων.
Η σιωπή απέναντι σε αυτή την κοροϊδία είναι συνένοχη.
Η απαίτηση για πραγματικό έλεγχο, για απόδοση ευθυνών, για δημοσιοποίηση των ονομάτων των ενόχων και, κυρίως, για επιστροφή των κλεμμένων, δεν είναι απλώς μια αθλητική απαίτηση.
Είναι μια βαθιά πολιτική απαίτηση, που αφορά την ουσία της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Δεν πρέπει να την αφήσουμε να πνιγεί σε ένα βιβλίο πρακτικών.




Comments are closed.