ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Από Γιάννη Ζαχαρόπουλο

Σχετικά με την προστασία ανδρών και αγοριών από τη βία, την ισότητα ενώπιον του νόμου και την αποτελεσματικότητα των θεσμικών μηχανισμών προστασίας και δικαιοσύνης

Από το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την Ελληνική Πολιτεία, τις ανεξάρτητες αρχές και την τοπική αυτοδιοίκηση

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

Η παρούσα αναφορά εκφράζει την ανάγκη να εξεταστεί με πληρότητα, σοβαρότητα και θεσμική υπευθυνότητα η θέση των ανδρών, των πατέρων και των αγοριών ως προσώπων που ενδέχεται να υφίστανται βία, κακοποίηση, απειλές, εξαναγκασμό, ψυχολογική πίεση, οικονομικό έλεγχο ή άλλες μορφές προσβολής της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων τους.

Η ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων και υπηρεσιών προστασίας δεν αρκεί από μόνη της. Η ουσιαστική προστασία προϋποθέτει ότι κάθε πρόσωπο μπορεί να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές, να ακουστεί χωρίς προκατάληψη, να αξιολογηθεί η καταγγελία του με αντικειμενικότητα, να ενημερωθεί για τα δικαιώματά του και να λάβει κατάλληλη υποστήριξη, ανάλογη με τις πραγματικές ανάγκες και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν το κράτος διαθέτει νόμους και πρωτόκολλα. Είναι εάν αυτά εφαρμόζονται στην πράξη, εάν οι υπηρεσίες είναι προσβάσιμες σε όλους, εάν οι αρμόδιοι φορείς ανταποκρίνονται με συνέπεια και εάν υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα και μηχανισμοί λογοδοσίας.

Η αναφορά δεν αποσκοπεί στην υποβάθμιση της βίας κατά των γυναικών ούτε στην αμφισβήτηση της ανάγκης ειδικών μέτρων προστασίας όπου αυτά δικαιολογούνται από τα πραγματικά δεδομένα. Δεν θεωρεί ότι οι καταγγελίες είναι συλλήβδην ψευδείς ούτε ότι η αθώωση ενός κατηγορουμένου αποδεικνύει αυτομάτως κακόβουλη καταγγελία. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η προστασία των θυμάτων και οι εγγυήσεις δίκαιης διαδικασίας είναι αλληλένδετες υποχρεώσεις ενός κράτους δικαίου.

Το αίτημα είναι σαφές: κανένας άνδρας ή αγόρι να μη μένει χωρίς ουσιαστική προστασία επειδή το φύλο του δεν ανταποκρίνεται σε κοινωνικά στερεότυπα για το θύμα της βίας, και κανένα πρόσωπο να μη στερείται τις εγγυήσεις της δίκαιης διαδικασίας.

SUMMARY OF FORMAL COMPLAINT

Protection of Men and Boys from Violence, Equality Before the Law and Equal Access to Institutional Protection and Justice

This formal complaint calls for a comprehensive institutional review of the protection available to men, fathers and boys who may experience domestic violence, physical or psychological abuse, sexual violence, threats, coercion, economic abuse or other violations of their fundamental rights.

It raises concerns about whether existing legislation, public services and institutional protection mechanisms provide effective and equal access to assistance, regardless of the victim’s sex. In particular, it highlights the possibility that social stereotypes about masculinity may discourage male victims from reporting abuse or may influence how their complaints are received and assessed by public authorities.

The complaint seeks clarification on the availability of emergency accommodation, psychological and social support, legal assistance, healthcare and appropriate protection for fathers accompanied by minor children.

It also calls for objective and impartial procedures within the police, prosecution services and courts, ensuring that every allegation is assessed on its evidence, that victims receive appropriate protection, and that the presumption of innocence and the right to a fair trial are respected. Particular attention is given to the application of Article 229 of the Greek Penal Code concerning false accusations, while recognising that an unsuccessful or unsubstantiated complaint does not automatically constitute a knowingly false accusation.

The submission addresses the responsibilities of the European Union, the Greek Government, the competent ministries, the Hellenic Police, judicial authorities, independent institutions, regional authorities and municipalities. It also highlights the importance of the correct implementation of Directive (EU) 2024/1385, particularly its provisions concerning the rights, protection and support of victims irrespective of sex.

The complaint requests:

  • Official clarification of the legal and administrative framework protecting men and boys.
  • Transparency regarding the services available to male victims and their actual accessibility.
  • Statistical information, appropriately anonymised and disaggregated by sex and age.
  • Examination of potential institutional gaps, discriminatory practices and barriers to assistance.
  • Effective referral procedures and safe accommodation for men and fathers with children.
  • Appropriate training for police officers, healthcare professionals and social workers.
  • Measurable performance indicators and regular institutional reporting.
  • Specific, documented responses from the competent public authorities.

The central message is that protection from violence must not depend on sex or social stereotypes.

The purpose of this complaint is not to diminish the seriousness of violence against women or to undermine existing protection measures. It is to ensure that the principles of equality, human dignity, access to justice and effective protection are applied to every person.

No man should be left without protection. No child should be left without safety. No fundamental right should depend on stereotypes.

ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΑ, ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΙΜΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Καταγραφή θεσμικών ελλείψεων, νομικών ζητημάτων και προτάσεων για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων.

ΜΕΡΟΣ Α΄ – ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

1. Αντικείμενο της αναφοράς

Αντικείμενο της παρούσας είναι η εξέταση της θεσμικής αντιμετώπισης της βίας όταν το θύμα είναι άνδρας ή ανήλικο αγόρι, καθώς και η αξιολόγηση της πρόσβασης των προσώπων αυτών στους μηχανισμούς προστασίας, υποστήριξης και δικαιοσύνης.

Η εξέταση καλύπτει ενδεικτικά:

  • Τη σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία.
  • Την οικονομική κακοποίηση, τον εξαναγκασμό, τις απειλές και τον συστηματικό έλεγχο.
  • Τη βία στο οικογενειακό και συντροφικό περιβάλλον.
  • Την κακοποίηση ανηλίκων αγοριών και την έκθεση παιδιών σε ενδοοικογενειακή βία.
  • Τις δυσκολίες αναζήτησης βοήθειας από άνδρες που ενδέχεται να αποθαρρύνονται από κοινωνικά στερεότυπα.
  • Την πρόσβαση σε ασφαλή στέγαση, ψυχοκοινωνική υποστήριξη, νομική ενημέρωση και υπηρεσίες υγείας.
  • Την ισότιμη και αντικειμενική αντιμετώπιση από αστυνομικές, εισαγγελικές, δικαστικές και διοικητικές αρχές.

Η αναφορά δεν περιορίζεται στην τυπική αναγνώριση των ανδρών ως πιθανών θυμάτων. Εξετάζει εάν η αναγνώριση αυτή μετατρέπεται σε πραγματική δυνατότητα προστασίας.

2. Μεθοδολογία και κριτήρια αξιολόγησης

Για κάθε θεσμικό φορέα η ανάλυση θα ακολουθεί επτά σταθερά κριτήρια:

  1. Νομική αρμοδιότητα: ποια διάταξη ή κανονιστική πράξη καθορίζει την αρμοδιότητά του.
  2. Θεσμική υποχρέωση: ποιες ενέργειες οφείλει να αναλαμβάνει.
  3. Υφιστάμενες δράσεις: ποιες υπηρεσίες, δομές, διαδικασίες και πρωτόκολλα λειτουργούν.
  4. Εντοπισμένα κενά: ποια ζητήματα δεν καλύπτονται επαρκώς ή δεν τεκμηριώνονται δημόσια.
  5. Ερευνητικά δεδομένα: ποια στατιστικά και ποια διοικητικά στοιχεία διαθέτει.
  6. Ερωτήματα προς απάντηση: ποιες διευκρινίσεις πρέπει να δοθούν από τον ίδιο τον φορέα.
  7. Προτεινόμενες παρεμβάσεις: ποια μέτρα μπορούν να βελτιώσουν την πρόσβαση, την προστασία και τη λογοδοσία.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, διότι η πολιτική ευθύνη για τον σχεδιασμό μιας πολιτικής, η διοικητική ευθύνη για την εφαρμογή της, η νομοθετική αρμοδιότητα και η ενδεχόμενη νομική ευθύνη δεν ταυτίζονται. Η τελευταία δεν μπορεί να αποδοθεί αφηρημένα ή συλλήβδην, αλλά απαιτεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και κρίση των αρμόδιων οργάνων.

3. Θεμελιώδεις αρχές

Η παρούσα αναφορά στηρίζεται στις ακόλουθες αρχές:

  • Ισότητα όλων ενώπιον του νόμου.
  • Απαγόρευση διακρίσεων και στερεοτυπικής μεταχείρισης.
  • Σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
  • Προστασία της ζωής, της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας.
  • Αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
  • Τεκμήριο αθωότητας και δικαίωμα υπεράσπισης.
  • Προστασία των παιδιών και υπεροχή του βέλτιστου συμφέροντός τους.
  • Διαφάνεια, διοικητική συνέπεια και λογοδοσία.

Η προστασία του θύματος δεν πρέπει να εξαρτάται από το εάν το πρόσωπο ανταποκρίνεται σε προκαθορισμένες κοινωνικές αντιλήψεις για τη δύναμη, την ευαλωτότητα ή τον ρόλο του φύλου του. Αντίστοιχα, η αξιολόγηση μιας καταγγελίας πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά στοιχεία και όχι σε προκαταλήψεις υπέρ ή εις βάρος οποιουδήποτε εμπλεκομένου.

ΜΕΡΟΣ Β΄ – ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ

4. Η βία κατά ανδρών και αγοριών – Μορφές και αναγνώριση

Η βία δεν αποτελεί αποκλειστικά χαρακτηριστικό ενός φύλου. Μπορεί να ασκηθεί από πρόσωπα διαφορετικού φύλου, ηλικίας ή κοινωνικής θέσης και να εκδηλωθεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα: στην οικογένεια, στη συντροφική σχέση, στο σχολείο, στην εργασία ή σε άλλες κοινωνικές σχέσεις.

Στην περίπτωση ανδρών και αγοριών, η αναγνώριση της θυματοποίησης μπορεί να δυσχεραίνεται από στερεότυπα όπως ότι ο άνδρας οφείλει πάντοτε να είναι ισχυρός, ότι δεν μπορεί να φοβάται, ότι πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος του τη βία ή ότι η αναφορά κακοποίησης συνιστά ένδειξη αδυναμίας.

Τέτοιες αντιλήψεις δεν αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο για την έκταση του φαινομένου. Αποτελούν, όμως, εύλογο αντικείμενο διερεύνησης ως προς το εάν επηρεάζουν την αναζήτηση βοήθειας, την πρώτη υποδοχή από τις υπηρεσίες και τη δυνατότητα συνέχισης μιας διαδικασίας προστασίας.

4.1. Μορφές βίας

Η διερεύνηση πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον:

  • Σωματική βία, τραυματισμούς και απειλές σωματικής βλάβης.
  • Ψυχολογική κακοποίηση, εκφοβισμό, εξευτελισμό και συστηματική υποτίμηση.
  • Σεξουαλική βία, παρενόχληση και πράξεις χωρίς ελεύθερη συναίνεση.
  • Οικονομική κακοποίηση, παράνομο ή καταχρηστικό έλεγχο οικονομικών πόρων και οικονομικό εξαναγκασμό.
  • Απειλές, εκβιασμό, απομόνωση και περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας.
  • Κακοποίηση ανηλίκων αγοριών και έκθεση παιδιών σε περιστατικά βίας.
  • Καταστάσεις στις οποίες η χρήση των παιδιών, της επικοινωνίας ή της γονικής σχέσης ενδέχεται να λειτουργεί ως μέσο πίεσης ή εκφοβισμού.

4.2. Ζήτημα θεσμικής αναγνώρισης

Το κρίσιμο ερώτημα προς την Πολιτεία είναι εάν οι διαδικασίες υποδοχής και αξιολόγησης περιστατικών είναι σχεδιασμένες ώστε να αναγνωρίζουν κάθε πιθανό θύμα με βάση τα πραγματικά περιστατικά.

Πρέπει να διευκρινιστεί εάν οι υπηρεσίες διαθέτουν σαφείς οδηγίες για την αντιμετώπιση ανδρών που καταγγέλλουν βία, εάν το προσωπικό έχει σχετική εκπαίδευση και εάν υπάρχουν μηχανισμοί αντιμετώπισης περιστατικών στα οποία το θύμα διστάζει να μιλήσει λόγω φόβου γελοιοποίησης, δυσπιστίας ή κοινωνικού στιγματισμού.

5. Πρόσβαση ανδρών σε υπηρεσίες προστασίας και υποστήριξης

Η ουσιαστική προστασία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα υποβολής μήνυσης ή αναφοράς. Ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε κίνδυνο ενδέχεται να χρειάζεται προσωρινή ασφαλή διαμονή, ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη, κοινωνική συνδρομή, νομική ενημέρωση και πρακτική βοήθεια για την απομάκρυνσή του από ένα επικίνδυνο περιβάλλον.

Επομένως, η ύπαρξη υπηρεσιών πρέπει να αξιολογείται και ως προς την πραγματική προσβασιμότητά τους.

Ειδικότερα, ζητείται να αποσαφηνιστεί:

  1. Εάν υπάρχουν διαθέσιμες δομές φιλοξενίας για ενήλικους άνδρες που υφίστανται ενδοοικογενειακή βία.
  2. Εάν προβλέπεται ασφαλής φιλοξενία πατέρα μαζί με ανήλικα τέκνα, όταν αυτό απαιτείται για την προστασία τους.
  3. Εάν οι άνδρες έχουν πρόσβαση σε ψυχοκοινωνική υποστήριξη και νομική ενημέρωση χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς.
  4. Εάν υπάρχουν υπηρεσίες που αναλαμβάνουν περιστατικά εκτός του συνήθους ωραρίου.
  5. Εάν λειτουργεί σύστημα παραπομπής σε άλλους φορείς όταν η αρχική υπηρεσία δεν μπορεί να προσφέρει την αναγκαία υποστήριξη.
  6. Εάν καταγράφονται αιτήματα ανδρών που δεν εξυπηρετήθηκαν, καθώς και οι λόγοι μη εξυπηρέτησης.
  7. Εάν παρέχεται ενημέρωση για τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις όταν δεν υπάρχει κατάλληλη δομή.

Η μη ύπαρξη δημοσιευμένου στοιχείου για μια συγκεκριμένη κατηγορία υπηρεσιών δεν αποδεικνύει ότι αυτή δεν παρέχεται. Καθιστά, όμως, αναγκαία την επίσημη ενημέρωση για το πραγματικό εύρος, τα κριτήρια πρόσβασης και τα αποτελέσματά της.

6. Άνδρες, πατέρες και ανήλικα αγόρια – Οικογενειακές σχέσεις και προστασία παιδιών

Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση του πατέρα που υφίσταται βία ή απειλές μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και ταυτόχρονα έχει την ευθύνη φροντίδας ανήλικων τέκνων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η προστασία του ενήλικου θύματος δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από την ασφάλεια και τις ανάγκες των παιδιών.

Η θεσμική αντιμετώπιση πρέπει να διακρίνει με σαφήνεια:

  • Την προστασία του παιδιού από κάθε μορφή βίας ή παραμέλησης.
  • Την προστασία του γονέα που ενδέχεται να υφίσταται κακοποίηση.
  • Την αξιολόγηση της γονικής επάρκειας με βάση πραγματικά στοιχεία και όχι στερεότυπα.
  • Τη διασφάλιση ότι οι διαδικασίες επικοινωνίας και επιμέλειας δεν χρησιμοποιούνται ως μέσο εκφοβισμού ή εκδικητικής πίεσης.
  • Την αποφυγή μεταφοράς της σύγκρουσης των ενηλίκων στο παιδί.

Το γεγονός ότι ένας γονέας είναι άνδρας δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελές αρνητικό κριτήριο κατά την αξιολόγηση της δυνατότητάς του να προστατεύσει και να φροντίσει τα τέκνα του. Αντίστοιχα, η ιδιότητα του γονέα ή η ύπαρξη οικογενειακής διαφοράς δεν πρέπει να οδηγεί σε αυτόματη αποδοχή ή απόρριψη ισχυρισμών περί βίας.

Ζητείται να εξεταστεί εάν υπάρχουν σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ αστυνομικών αρχών, εισαγγελικών αρχών, κοινωνικών υπηρεσιών, υπηρεσιών παιδικής προστασίας και δικαστηρίων, ώστε να αξιολογούνται εγκαίρως οι κίνδυνοι για το παιδί και τους γονείς, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργούνται κενά προστασίας.

7. Ισότητα ενώπιον του νόμου και δίκαιη διαδικασία

Η ισότητα ενώπιον του νόμου δεν αποτελεί αφηρημένη διακήρυξη. Απαιτεί οι δημόσιες αρχές να εφαρμόζουν τους κανόνες με αντικειμενικότητα και να μην αποδίδουν εκ των προτέρων αξιοπιστία ή αναξιοπιστία σε ένα πρόσωπο αποκλειστικά λόγω του φύλου του.

Η δίκαιη διαδικασία προϋποθέτει ότι:

  1. Κάθε καταγγελία αξιολογείται βάσει των πραγματικών περιστατικών.
  2. Το θύμα προστατεύεται από εκφοβισμό, απειλές και δευτερογενή θυματοποίηση.
  3. Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία απολαύει του τεκμηρίου αθωότητας.
  4. Τα αποδεικτικά στοιχεία εξετάζονται με αντικειμενικότητα και χωρίς προκαταλήψεις.
  5. Οι αποφάσεις και οι διοικητικές ενέργειες αιτιολογούνται σύμφωνα με τον νόμο.
  6. Παρέχεται πραγματική δυνατότητα άσκησης των προβλεπόμενων δικαιωμάτων και ένδικων μέσων.

Η προστασία του θύματος και το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι ανταγωνιστικές αρχές. Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει το πρόσωπο που κινδυνεύει και ταυτόχρονα να διασφαλίζει ότι η ποινική διαδικασία δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό αυθαίρετης απόδοσης ενοχής.

Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί εάν υφίστανται πρακτικές που οδηγούν σε διαφορετική αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών κατά την πρώτη υποδοχή, την αξιολόγηση αξιοπιστίας, την ενημέρωση για τα δικαιώματα ή την παραπομπή σε υπηρεσίες.

Δεν αρκεί η επίκληση της ύπαρξης ίσων δικαιωμάτων στη νομοθεσία. Χρειάζεται να εξεταστεί εάν οι διαδικασίες λειτουργούν με τρόπο που επιτρέπει την άσκησή τους στην πράξη.

8. Ψευδείς καταγγελίες και άρθρο 229 Ποινικού Κώδικα

Η εξέταση των ψευδών καταγγελιών απαιτεί νομική ακρίβεια και αυστηρή διάκριση μεταξύ διαφορετικών καταστάσεων. Η προστασία των πραγματικών θυμάτων δεν πρέπει να υπονομεύεται από ατεκμηρίωτες γενικεύσεις. Ταυτόχρονα, η εν γνώσει ψευδής καταμήνυση αποτελεί αυτοτελές ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου.

Πρέπει να διακρίνονται τουλάχιστον οι ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Καταγγελία που αποδεικνύεται αληθής.
  • Καταγγελία που δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί.
  • Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
  • Υπόθεση στην οποία εκδόθηκε απαλλακτική απόφαση.
  • Καταγγελία με ανακρίβειες ή αντιφάσεις, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αυτές ήταν εν γνώσει ψευδείς.
  • Καταγγελία για την οποία αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο γνώριζε την αναλήθεια και ενήργησε με τρόπο που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 229 ΠΚ.

Η διάκριση είναι ουσιώδης. Η αρχειοθέτηση, η αθώωση ή η μη άσκηση δίωξης δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ότι η αρχική καταγγελία ήταν ψευδής ή κακόβουλη.

8.1. Το άρθρο 229 ΠΚ

Το άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα αφορά την ψευδή καταμήνυση. Η εφαρμογή του προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, εν γνώσει ψευδή αναφορά ενώπιον της αρχής ότι άλλο πρόσωπο τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. Η ισχύουσα διατύπωση και οι επιμέρους παράγραφοι πρέπει να ελέγχονται με βάση το εκάστοτε ισχύον κείμενο του Ποινικού Κώδικα και τις τροποποιήσεις του.

ΚΩΔΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

 

Η ύπαρξη της διάταξης δεν αρκεί. Πρέπει να εξεταστεί εάν οι αρμόδιες αρχές καταγράφουν και διερευνούν με συνέπεια τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις εν γνώσει ψευδούς καταμήνυσης, χωρίς να μετατρέπουν κάθε ανεπιτυχή καταγγελία σε υπόθεση ψευδούς καταμήνυσης.

8.2. Αιτήματα για στοιχεία

Ζητείται να γνωστοποιηθούν, σε ανωνυμοποιημένη και συγκεντρωτική μορφή, εφόσον τηρούνται:

  1. Ο αριθμός των υποθέσεων που αφορούν το άρθρο 229 ΠΚ ανά έτος.
  2. Ο αριθμός των υποθέσεων που τέθηκαν στο αρχείο, οδηγήθηκαν σε δίωξη ή παραπέμφθηκαν σε ακροατήριο.
  3. Ο αριθμός των καταδικαστικών και αθωωτικών αποφάσεων.
  4. Η διάρκεια διερεύνησης των σχετικών υποθέσεων.
  5. Εάν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για το φύλο των καταγγελλόντων και των καταγγελλομένων, με σεβασμό στην προστασία προσωπικών δεδομένων.
  6. Εάν υπάρχουν οδηγίες ή πρακτικές για τη διάκριση μεταξύ ανεπαρκώς αποδεικνυόμενης καταγγελίας και εν γνώσει ψευδούς καταμήνυσης.

Η αναφορά δεν ζητεί να ποινικοποιείται η καλόπιστη προσφυγή στη δικαιοσύνη. Ζητεί να εφαρμόζεται ο νόμος με συνέπεια και προς τις δύο κατευθύνσεις: προστασία όσων καταγγέλλουν πραγματική βία και διερεύνηση όσων, εφόσον αποδεικνύεται, χρησιμοποιούν εν γνώσει ψευδή στοιχεία για να προκαλέσουν ποινική ή άλλη επιβλαβή διαδικασία.

9. Αστυνομικά πρωτόκολλα – Εφαρμογή και παρακολούθηση υποθέσεων

Η Ελληνική Αστυνομία έχει αναπτύξει ειδικό δίκτυο υπηρεσιών για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωσή της, λειτουργούν 73 επιτελικές υπηρεσίες και 63 επιχειρησιακά Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας. Τα επιχειρησιακά γραφεία έχουν αρμοδιότητες προανακριτικού και επιχειρησιακού χειρισμού, ενώ οι επιτελικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν την εποπτεία, την παρακολούθηση υποθέσεων, την εκπαίδευση και την τήρηση στατιστικών στοιχείων.

 

Η ύπαρξη αυτής της οργανωτικής δομής αποτελεί σημαντικό θεσμικό δεδομένο. Δεν απαντά, ωστόσο, από μόνη της στο ερώτημα εάν κάθε θύμα, ανεξαρτήτως φύλου, λαμβάνει στην πράξη την κατάλληλη υποστήριξη.

Η ίδια η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει ότι οι υπηρεσίες της διαχειρίζονται περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και ενημερώνουν τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, ενώ παρέχουν πληροφορίες για δομές στέγασης, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχοκοινωνική και νομική υποστήριξη.

 

9.1. Πρώτη υποδοχή και καταγραφή

Ζητείται να διευκρινιστεί:

  • Εάν κάθε αναφορά καταγράφεται με ενιαίο και σαφή τρόπο.
  • Εάν ο καταγγέλλων ενημερώνεται για τα δικαιώματα και τις διαθέσιμες διαδικασίες.
  • Εάν αξιολογείται ο άμεσος κίνδυνος ανεξαρτήτως φύλου.
  • Εάν καταγράφονται οι ανάγκες ασφαλούς στέγασης, ιατρικής περίθαλψης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης.
  • Εάν προβλέπεται ειδική διαδικασία όταν ο καταγγέλλων είναι άνδρας με ανήλικα τέκνα.
  • Εάν παρέχεται ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης στο μέτρο που επιτρέπεται από τον νόμο.

9.2. Αξιολόγηση κινδύνου και παραπομπή

Η αξιολόγηση κινδύνου πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένα στοιχεία, όπως η σοβαρότητα των περιστατικών, η επαναληπτικότητα, οι απειλές, η πρόσβαση του φερόμενου δράστη στο θύμα, η ύπαρξη ανηλίκων και η πιθανότητα επανάληψης.

Ζητείται να διευκρινιστεί εάν τα εργαλεία αξιολόγησης και οι διαδικασίες παραπομπής καλύπτουν ισότιμα άνδρες και γυναίκες και εάν υπάρχει καταγεγραμμένη διαδικασία για την περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμη κατάλληλη δομή φιλοξενίας.

9.3. Παρακολούθηση μετά την αρχική καταγγελία

Η αποτελεσματικότητα μιας υπηρεσίας δεν πρέπει να μετράται μόνο με βάση τον αριθμό των καταγγελιών που παραλαμβάνει. Πρέπει να αξιολογείται και η συνέχεια της προστασίας.

Προτείνεται να δημοσιοποιούνται συγκεντρωτικά στοιχεία για:

  • Τον χρόνο από την αρχική αναφορά έως την αξιολόγηση κινδύνου.
  • Τον αριθμό των παραπομπών σε εισαγγελικές αρχές.
  • Τα αιτήματα για στέγαση και την έκβασή τους.
  • Τα αιτήματα ψυχοκοινωνικής και νομικής υποστήριξης.
  • Τις περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η παροχή υπηρεσίας.
  • Τις επαναλαμβανόμενες αναφορές για το ίδιο περιστατικό.
  • Τις καταγγελίες για πλημμελή εξυπηρέτηση και τη διοικητική αντιμετώπισή τους.

Το ζητούμενο δεν είναι να αμφισβητηθεί εκ των προτέρων η λειτουργία των αστυνομικών υπηρεσιών. Είναι να διαπιστωθεί με μετρήσιμα δεδομένα εάν το σύστημα παρέχει σταθερή και αποτελεσματική προστασία σε κάθε πρόσωπο που την έχει ανάγκη.

10. Δικαιοσύνη και οικογενειακές διαδικασίες

Η δικαστική προστασία πρέπει να είναι πραγματική, έγκαιρη και αποτελεσματική. Η καθυστέρηση, η έλλειψη ενημέρωσης ή η δυσκολία πρόσβασης σε κατάλληλη νομική υποστήριξη μπορεί να επιβαρύνουν ιδιαίτερα πρόσωπα που βρίσκονται ήδη σε συνθήκες βίας ή έντονης οικογενειακής σύγκρουσης.

Στις οικογενειακές διαφορές, η αξιολόγηση των ισχυρισμών περί βίας πρέπει να γίνεται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και τις ανάγκες προστασίας των παιδιών. Δεν πρέπει να υιοθετούνται αυτοματοποιημένα συμπεράσματα ούτε υπέρ ούτε εις βάρος οποιουδήποτε γονέα.

Ζητείται να εξεταστεί:

  1. Εάν υπάρχουν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις για την ακρόαση και των δύο γονέων.
  2. Εάν αξιολογούνται εγκαίρως συγκεκριμένοι ισχυρισμοί περί βίας ή απειλών.
  3. Εάν η επικοινωνία γονέα και παιδιού περιορίζεται ή αναστέλλεται με ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
  4. Εάν οι κοινωνικές εκθέσεις και αξιολογήσεις στηρίζονται σε επαληθεύσιμα δεδομένα και όχι σε γενικές παραδοχές.
  5. Εάν οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες δημιουργούν κίνδυνο για το παιδί ή για κάποιον από τους γονείς.
  6. Εάν υπάρχουν μηχανισμοί παρακολούθησης της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων και αντιμετώπισης περιστατικών μη συμμόρφωσης.

Η αναφορά δεν επιδιώκει να υποκαταστήσει τη δικαστική κρίση ούτε να επηρεάσει εκκρεμείς υποθέσεις. Θέτει ζήτημα θεσμικής ποιότητας, ισότητας και αποτελεσματικότητας των διαδικασιών.

11. Δημόσιος λόγος και μέσα ενημέρωσης

Η δημόσια συζήτηση για τη βία έχει σημαντική επίδραση στην κοινωνική αντίληψη, στην αναζήτηση βοήθειας και στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Η παρουσίαση της βίας αποκλειστικά μέσα από στερεοτυπικούς ρόλους ενδέχεται να αφήνει εκτός δημόσιας συζήτησης άλλες περιπτώσεις θυμάτων. Αντίστοιχα, η γενίκευση ότι οι καταγγελίες είναι ψευδείς ή ότι τα θύματα συγκεκριμένου φύλου δεν είναι αξιόπιστα μπορεί να αποθαρρύνει την αναζήτηση βοήθειας.

Ζητείται να ενισχυθεί η υπεύθυνη ενημέρωση με:

  • Ακριβή χρήση των στατιστικών δεδομένων.
  • Διάκριση μεταξύ καταγγελιών, επιβεβαιωμένων περιστατικών, διώξεων και καταδικαστικών αποφάσεων.
  • Προστασία της ιδιωτικότητας και της ταυτότητας θυμάτων και ανηλίκων.
  • Αποφυγή γενικεύσεων για το φύλο των θυμάτων ή των δραστών.
  • Παρουσίαση των διαθέσιμων υπηρεσιών υποστήριξης για κάθε πρόσωπο που τις χρειάζεται.

ΜΕΡΟΣ Γ΄ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Η εξέταση της θεσμικής ευθύνης δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές διαπιστώσεις ότι «το κράτος οφείλει να προστατεύει». Πρέπει να προσδιορίζεται ποιος φορέας έχει κάθε αρμοδιότητα, ποια ενέργεια οφείλει να πραγματοποιεί, ποια στοιχεία διαθέτει και με ποιον τρόπο ελέγχεται η αποτελεσματικότητα της δράσης του.

Η παρούσα ενότητα δεν αποδίδει εκ των προτέρων ευθύνη σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή υπηρεσία. Διατυπώνει πλαίσιο ελέγχου και συγκεκριμένα ερωτήματα, ώστε οι αρμόδιοι φορείς να τοποθετηθούν με σαφήνεια.

12. Ευρωπαϊκή Ένωση και ευρωπαϊκοί θεσμοί

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ένα σύστημα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ισότητας και πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων πρέπει να εξετάζεται με βάση το πεδίο αρμοδιότητας της Ένωσης και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών.

12.1. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ιδιαίτερη σημασία έχουν:

  • Το άρθρο 20, για την ισότητα έναντι του νόμου.
  • Το άρθρο 21, για την απαγόρευση διακρίσεων.
  • Το άρθρο 24, για τα δικαιώματα του παιδιού.
  • Το άρθρο 47, για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης.

Η επίκληση του Χάρτη πρέπει να γίνεται με σεβασμό στο άρθρο 51, το οποίο καθορίζει ότι οι διατάξεις του δεσμεύουν τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αποτελεί, επομένως, γενική βάση επίκλησης για κάθε εθνικό ζήτημα ανεξάρτητα από τη σύνδεσή του με το δίκαιο της Ένωσης.

12.2. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385

Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 αφορά την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Χρειάζεται να επισημανθεί με ακρίβεια ότι δεν μετατρέπει όλες τις μορφές βίας σε ενιαίο νομικό καθεστώς ούτε καταργεί τις ειδικές διατάξεις για τη βία κατά των γυναικών.

Ωστόσο, το άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπει ρητά ότι τα κεφάλαια 3 έως 7, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων τα δικαιώματα των θυμάτων, την προστασία, την υποστήριξη, την πρόληψη και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εφαρμόζονται σε όλα τα θύματα των σχετικών αδικημάτων ανεξαρτήτως φύλου. Η ίδια η Οδηγία διευκρινίζει ότι ο όρος «θύμα» αναφέρεται σε όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως φύλου, εκτός εάν προβλέπεται ειδικότερα διαφορετικά.

 

Η προθεσμία μεταφοράς της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο είναι η 14η Ιουνίου 2027. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία της παρούσας αναφοράς, είναι αναγκαίο να εξεταστεί η πορεία της προετοιμασίας της ελληνικής νομοθεσίας και των διοικητικών μηχανισμών εφαρμογής της.

 

Ερωτήματα προς τα αρμόδια όργανα:

  1. Ποια είναι η πορεία προετοιμασίας για τη μεταφορά της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη;
  2. Ποιοι φορείς συμμετέχουν στη διαδικασία;
  3. Πώς θα διασφαλιστεί στην πράξη η εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων 3 έως 7 σε όλα τα θύματα των σχετικών αδικημάτων ανεξαρτήτως φύλου;
  4. Πώς θα αντιμετωπιστούν οι ανάγκες ανδρών και αγοριών ως προς την ενημέρωση, την παραπομπή, την υποστήριξη και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη;
  5. Θα προβλεφθούν δείκτες που να επιτρέπουν την αξιολόγηση της πρόσβασης όλων των θυμάτων στις υπηρεσίες;

13. Ελληνική Κυβέρνηση και αρμόδια Υπουργεία

Η ευθύνη για την προστασία από τη βία είναι κατανεμημένη σε περισσότερους φορείς. Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τον συντονισμό τους και από τη σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων.

13.1. Υπουργείο Δικαιοσύνης

Αρμόδιο για τον σχεδιασμό και την προώθηση νομοθετικών παρεμβάσεων στον τομέα της δικαιοσύνης και του ποινικού δικαίου.

Ζητείται να ενημερώσει:

  • Ποιες νομοθετικές και διοικητικές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί για τη διασφάλιση της ισότιμης προστασίας όλων των θυμάτων.
  • Πώς αξιολογείται η εφαρμογή του Ν. 3500/2006 και των μεταγενέστερων τροποποιήσεών του.
  • Εάν υπάρχουν διαθέσιμα συγκεντρωτικά στοιχεία για τις σχετικές υποθέσεις, ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  • Πώς παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και η διάρκεια των υποθέσεων.
  • Πώς προετοιμάζεται η μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385.

13.2. Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη

Ζητείται να διευκρινίσει:

  • Πώς εποπτεύεται η λειτουργία των ειδικών αστυνομικών υπηρεσιών.
  • Εάν υπάρχουν ενιαίες οδηγίες για την πρώτη υποδοχή όλων των θυμάτων.
  • Πώς αξιολογείται η εφαρμογή των πρωτοκόλλων.
  • Εάν υπάρχουν δεδομένα για την εξυπηρέτηση ανδρών και αγοριών.
  • Πώς καταγράφονται τα αιτήματα που δεν κατέληξαν σε ουσιαστική υποστήριξη.
  • Ποια προγράμματα εκπαίδευσης εφαρμόζονται για την αποφυγή στερεοτυπικής αντιμετώπισης.

13.3. Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας

Ζητείται να ενημερώσει για:

  • Τη λειτουργία και τα κριτήρια πρόσβασης στις δομές υποστήριξης.
  • Τις υπηρεσίες που απευθύνονται σε άνδρες θύματα.
  • Την ύπαρξη ή μη διαθέσιμων λύσεων ασφαλούς στέγασης για άνδρες και πατέρες με ανήλικα παιδιά.
  • Την πρόσβαση σε ψυχοκοινωνική και κοινωνική υποστήριξη.
  • Τον συντονισμό με το ΕΚΚΑ, τους δήμους και τις λοιπές κοινωνικές υπηρεσίες.
  • Την ύπαρξη μηχανισμών καταγραφής μη εξυπηρετηθέντων αιτημάτων.

13.4. Υπουργείο Υγείας

Ζητείται να διευκρινίσει:

  • Εάν οι δομές υγείας διαθέτουν οδηγίες για την αναγνώριση και αντιμετώπιση περιστατικών βίας σε άνδρες και αγόρια.
  • Εάν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής σε ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη.
  • Εάν καταγράφονται με ενιαίο τρόπο περιστατικά βίας, τραυματισμών και σχετικών αιτημάτων.
  • Πώς διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα και η προστασία προσωπικών δεδομένων.

13.5. Υπουργείο Εσωτερικών και τοπική αυτοδιοίκηση

Ζητείται να διευκρινίσει πώς παρακολουθείται η λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών των δήμων, εάν υπάρχουν ελάχιστα πρότυπα παροχής υποστήριξης και πώς διασφαλίζεται ότι οι πολίτες ενημερώνονται για τις διαθέσιμες υπηρεσίες ανεξαρτήτως φύλου.

14. Ελληνική Αστυνομία

Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί βασικό σημείο πρώτης επαφής για πρόσωπα που καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία. Η ύπαρξη ειδικών υπηρεσιών και επιχειρησιακών γραφείων πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς διαδικασίες υποδοχής, καταγραφής, αξιολόγησης κινδύνου, ενημέρωσης και παραπομπής.

Η επίσημη πληροφόρηση της Αστυνομίας αναφέρει 73 επιτελικές υπηρεσίες και 63 επιχειρησιακά γραφεία, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν την παρακολούθηση υποθέσεων, την εποπτεία, την εκπαίδευση και τη συνεργασία με άλλους φορείς.

 

Ζητείται από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας:

  1. Να γνωστοποιήσει τις ισχύουσες οδηγίες και το πρωτόκολλο διαχείρισης περιστατικών.
  2. Να διευκρινίσει εάν η διαδικασία πρώτης υποδοχής είναι ενιαία για άνδρες και γυναίκες.
  3. Να γνωστοποιήσει εάν τηρούνται στοιχεία ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  4. Να ενημερώσει για την εκπαίδευση του προσωπικού σε περιστατικά όπου άνδρες ή αγόρια είναι θύματα.
  5. Να διευκρινίσει τη διαδικασία παραπομπής σε κατάλληλη κοινωνική, ψυχολογική, ιατρική και στεγαστική υπηρεσία.
  6. Να γνωστοποιήσει εάν καταγράφονται αιτήματα φιλοξενίας ανδρών και η έκβασή τους.
  7. Να ενημερώσει για τους εσωτερικούς μηχανισμούς εποπτείας και εξέτασης παραπόνων.
  8. Να διευκρινίσει εάν πραγματοποιείται επανέλεγχος ή παρακολούθηση μετά την αρχική καταγγελία και υπό ποιες προϋποθέσεις.

15. Δικαιοσύνη και εισαγγελικές αρχές

Η δικαστική και εισαγγελική λειτουργία πρέπει να εξετάζεται με πλήρη σεβασμό στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Η παρούσα αναφορά δεν ζητεί παρέμβαση σε εκκρεμείς υποθέσεις ούτε αξιολόγηση συγκεκριμένων δικαστικών κρίσεων. Ζητεί να εξεταστούν τα γενικά χαρακτηριστικά λειτουργίας του συστήματος, η διαθεσιμότητα στατιστικών δεδομένων και η δυνατότητα των πολιτών να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους.

Ειδικότερα, ζητείται:

  • Να γνωστοποιηθούν τα διαθέσιμα στοιχεία για τη διάρκεια υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.
  • Να διευκρινιστεί εάν καταγράφονται χωριστά τα στοιχεία ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  • Να εξεταστεί η διαθεσιμότητα υπηρεσιών νομικής συνδρομής και ενημέρωσης.
  • Να γνωστοποιηθεί εάν υπάρχουν εκπαιδευτικές δράσεις για την αντιμετώπιση στερεοτύπων.
  • Να εξεταστεί η παρακολούθηση της εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων και των μέτρων προστασίας.
  • Να αποσαφηνιστεί η πρακτική διαχείρισης υποθέσεων στις οποίες προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις ψευδούς καταμήνυσης.

16. Ανεξάρτητες αρχές και κοινωνικές υπηρεσίες

16.1. Συνήγορος του Πολίτη

Ζητείται να εξετάσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, εάν οι διοικητικές υπηρεσίες εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές της ισότητας, της αμεροληψίας, της χρηστής διοίκησης και της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης.

Ειδικότερα, προτείνεται να διερευνηθεί εάν υπάρχουν επαναλαμβανόμενα παράπονα σχετικά με την πρόσβαση ανδρών σε υπηρεσίες προστασίας, την πρώτη υποδοχή και την παραπομπή σε κατάλληλες δομές.

16.2. Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Ζητείται να εξεταστεί εάν η συλλογή, τήρηση και δημοσιοποίηση στατιστικών στοιχείων για θύματα και καταγγελλόμενους μπορεί να πραγματοποιείται με κατάλληλη ανωνυμοποίηση και σύμφωνα με το εφαρμοστέο πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων.

16.3. Εθνικές και κοινωνικές υπηρεσίες υποστήριξης

Ζητείται να γνωστοποιήσουν:

  • Ποια πρόσωπα μπορούν να απευθυνθούν στις υπηρεσίες τους.
  • Ποια κριτήρια εφαρμόζονται για την παροχή υποστήριξης.
  • Εάν εξυπηρετούνται άνδρες και αγόρια και με ποιες διαδικασίες.
  • Πώς αντιμετωπίζονται περιστατικά που δεν εμπίπτουν στην εξειδίκευση της αρχικής υπηρεσίας.
  • Πώς καταγράφονται οι παραπομπές και οι περιπτώσεις μη εξυπηρέτησης.

17. Περιφέρειες και Δήμοι

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί κρίσιμο επίπεδο πρόσβασης των πολιτών σε κοινωνικές υπηρεσίες. Οι δήμοι βρίσκονται συχνά πλησιέστερα στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων και μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση και την παραπομπή περιστατικών βίας.

Ζητείται από τους δήμους και τις περιφέρειες να γνωστοποιήσουν:

  1. Εάν οι κοινωνικές υπηρεσίες τους δέχονται αιτήματα από άνδρες που δηλώνουν θύματα βίας.
  2. Ποια διαδικασία ακολουθείται κατά την πρώτη επικοινωνία.
  3. Εάν υπάρχει συνεργασία με την Αστυνομία, το ΕΚΚΑ, νοσοκομεία και άλλους φορείς.
  4. Εάν υπάρχει δυνατότητα επείγουσας κοινωνικής παρέμβασης.
  5. Εάν παρέχεται ενημέρωση για ασφαλή στέγαση και νομική υποστήριξη.
  6. Εάν έχουν καταγραφεί αιτήματα που δεν εξυπηρετήθηκαν και για ποιους λόγους.
  7. Εάν υλοποιούνται δράσεις ενημέρωσης που απευθύνονται και σε άνδρες και αγόρια.
  8. Εάν υπάρχει τοπικό σχέδιο συνεργασίας για την προστασία όλων των θυμάτων.

Η αναφορά δεν θεωρεί ότι όλοι οι δήμοι διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες ή ότι έχουν όμοιες αρμοδιότητες. Ζητεί να αποσαφηνιστεί τι προβλέπεται από το ισχύον πλαίσιο, τι εφαρμόζεται σε κάθε περιοχή και ποιες ανάγκες παραμένουν ακάλυπτες.

18. Συνολική αξιολόγηση θεσμικών αρμοδιοτήτων και πιθανών παραλείψεων

Για να αποφευχθούν γενικόλογες κατηγορίες, προτείνεται η αξιολόγηση κάθε φορέα με ενιαίο πίνακα:

ΚριτήριοΑντικείμενο ελέγχου
Νομική αρμοδιότηταΠοια διάταξη καθορίζει την αρμοδιότητα
Θεσμική υποχρέωσηΤι οφείλει να πράττει ο φορέας
Υφιστάμενη δράσηΤι υπηρεσίες και διαδικασίες λειτουργούν
Πραγματική πρόσβασηΠοιοι μπορούν να εξυπηρετηθούν και με ποιους όρους
ΔεδομέναΠοια στοιχεία τηρούνται και δημοσιοποιούνται
ΕλλείψειςΤι δεν καλύπτεται ή δεν τεκμηριώνεται
Διορθωτικές ενέργειεςΠοια μέτρα προτείνονται και ποιος είναι υπεύθυνος

Η αξιολόγηση πρέπει να διακρίνει:

α. Πολιτική ευθύνη: αφορά τον σχεδιασμό, τις προτεραιότητες, τη χρηματοδότηση και την επιλογή των πολιτικών που εφαρμόζονται.

β. Διοικητική ευθύνη: αφορά την οργάνωση, τη στελέχωση, την εποπτεία, την εφαρμογή των διαδικασιών και την ανταπόκριση των υπηρεσιών.

γ. Νομοθετική αρμοδιότητα: αφορά τη θέσπιση, τροποποίηση και εναρμόνιση των κανόνων δικαίου.

δ. Ενδεχόμενη νομική ευθύνη: αφορά συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που ενδέχεται να παραβιάζει νόμιμη υποχρέωση. Η διαπίστωσή της απαιτεί εξατομικευμένη εξέταση από τα αρμόδια όργανα.

Επομένως, η έλλειψη δημοσιευμένων στοιχείων, η απουσία συγκεκριμένης δομής ή η μη ικανοποίηση ενός αιτήματος δεν αρκούν από μόνες τους για να στοιχειοθετήσουν παράνομη συμπεριφορά. Αποτελούν, όμως, λόγους για επίσημη ενημέρωση, διοικητικό έλεγχο και αξιολόγηση της επάρκειας των υφιστάμενων μέτρων.

ΜΕΡΟΣ Δ΄ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ, ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

19. Προτεινόμενες θεσμικές και διοικητικές παρεμβάσεις

Η αντιμετώπιση των ζητημάτων που αναδεικνύονται στην παρούσα αναφορά απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και δυνατότητα ελέγχου της εφαρμογής τους.

19.1. Ενιαία αρχή ισότιμης υποδοχής και αξιολόγησης

Προτείνεται η έκδοση ή επικαιροποίηση σαφών οδηγιών προς τις υπηρεσίες πρώτης γραμμής, ώστε κάθε πρόσωπο που αναφέρει περιστατικό βίας να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, αμεροληψία και χωρίς στερεοτυπικές παραδοχές.

Οι οδηγίες πρέπει να καλύπτουν:

  • Την καταγραφή του περιστατικού με αντικειμενικό τρόπο.
  • Την αξιολόγηση του άμεσου κινδύνου.
  • Την ενημέρωση για τα δικαιώματα και τις διαθέσιμες διαδικασίες.
  • Την παραπομπή σε κατάλληλες υπηρεσίες.
  • Την προστασία ανηλίκων.
  • Την αποφυγή δευτερογενούς θυματοποίησης.
  • Τη διαχείριση περιπτώσεων όπου ο καταγγέλλων είναι άνδρας ή ανήλικο αγόρι.

19.2. Δημιουργία λειτουργικής διαδρομής υποστήριξης ανδρών θυμάτων

Προτείνεται η αποτύπωση και δημοσιοποίηση μιας σαφούς διαδρομής υποστήριξης για άνδρες που υφίστανται βία, με στοιχεία επικοινωνίας, διαδικασία παραπομπής και ενημέρωση για τις διαθέσιμες υπηρεσίες.

Η διαδρομή αυτή πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Αστυνομική προστασία και ενημέρωση.
  • Κοινωνική αξιολόγηση.
  • Ψυχολογική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη.
  • Νομική ενημέρωση.
  • Ιατρική φροντίδα.
  • Ασφαλή στέγαση, όπου απαιτείται και είναι διαθέσιμη.
  • Ειδική μέριμνα για πατέρες που συνοδεύονται από ανήλικα παιδιά.

Δεν προτείνεται η δημιουργία παράλληλων υπηρεσιών χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των υφιστάμενων δομών. Προτείνεται να εξεταστεί εάν οι υπάρχουσες υπηρεσίες μπορούν να καλύψουν αποτελεσματικά τις ανάγκες όλων των θυμάτων ή εάν απαιτούνται νέες εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

19.3. Ασφαλής φιλοξενία ανδρών και πατέρων με παιδιά

Ζητείται να αξιολογηθεί η ανάγκη δημιουργίας κατάλληλων λύσεων φιλοξενίας για ενήλικους άνδρες που βρίσκονται σε κίνδυνο, καθώς και για πατέρες που χρειάζεται να προστατεύσουν ανήλικα τέκνα.

Οι λύσεις αυτές πρέπει να στηρίζονται σε αξιολόγηση κινδύνου, στην ασφάλεια των παιδιών, στην προστασία της ιδιωτικότητας και στη συνεργασία των αρμόδιων κοινωνικών και εισαγγελικών υπηρεσιών.

19.4. Εκπαίδευση και επιμόρφωση προσωπικού

Προτείνεται η ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων για αστυνομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, επαγγελματίες υγείας και προσωπικό υποστηρικτικών υπηρεσιών.

Η εκπαίδευση πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Αναγνώριση διαφορετικών μορφών βίας.
  • Αντιμετώπιση ανδρών και αγοριών ως πιθανών θυμάτων.
  • Αναγνώριση στερεοτύπων και προκαταλήψεων.
  • Εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου.
  • Διαχείριση περιστατικών με ανήλικα παιδιά.
  • Προστασία προσωπικών δεδομένων.
  • Διαχωρισμό μεταξύ καταγγελίας, αποδεικτικού στοιχείου και δικαστικής διαπίστωσης.

19.5. Ενιαία στατιστική καταγραφή

Προτείνεται η ανάπτυξη ενιαίου πλαισίου καταγραφής, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση της πρόσβασης όλων των θυμάτων στις υπηρεσίες.

Η καταγραφή πρέπει να περιλαμβάνει, όπου είναι νόμιμο και τεχνικά εφικτό:

  • Φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  • Είδος καταγγελλόμενης βίας.
  • Φορέα πρώτης υποδοχής.
  • Αριθμό παραπομπών.
  • Είδος υπηρεσίας που ζητήθηκε.
  • Παροχή ή μη της υπηρεσίας.
  • Αιτία μη εξυπηρέτησης.
  • Χρόνο ανταπόκρισης.
  • Επαναλαμβανόμενα περιστατικά.
  • Αποτελέσματα της διαδικασίας, στον βαθμό που επιτρέπεται να καταγράφονται και να δημοσιοποιούνται.

Η δημοσιοποίηση πρέπει να γίνεται σε συγκεντρωτική μορφή και με κατάλληλες εγγυήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων.

20. Δείκτες αποτελεσματικότητας και ετήσια λογοδοσία

Η αξιολόγηση των υπηρεσιών δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγγελιών ή των δομών που έχουν ιδρυθεί. Απαιτείται να εξετάζεται εάν οι πολίτες μπορούν πράγματι να λάβουν βοήθεια.

Προτείνονται οι ακόλουθοι δείκτες:

ΠεδίοΠροτεινόμενος δείκτης
ΠρόσβασηΑριθμός αιτημάτων ανά υπηρεσία και φύλο
ΑνταπόκρισηΧρόνος πρώτης αξιολόγησης
ΠροστασίαΑριθμός αιτημάτων για μέτρα προστασίας
ΣτέγασηΑιτήματα φιλοξενίας και έκβασή τους
ΠαραπομπέςΑριθμός ολοκληρωμένων παραπομπών
ΥποστήριξηΠρόσβαση σε ψυχοκοινωνικές και νομικές υπηρεσίες
Παιδική προστασίαΑριθμός περιστατικών με ανηλίκους και ενέργειες που ακολουθήθηκαν
Μη εξυπηρέτησηΑιτήματα που δεν καλύφθηκαν και αιτιολογία
Ποιότητα υπηρεσιώνΠαράπονα, έλεγχοι και διορθωτικές ενέργειες
ΑποτελεσματικότηταΕπανεμφάνιση περιστατικών και παρακολούθηση υποθέσεων

Προτείνεται η δημοσίευση ετήσιας έκθεσης από τους αρμόδιους φορείς, με κοινή μεθοδολογία, συγκρίσιμα δεδομένα και σαφή αναφορά στις ενέργειες που αναλήφθηκαν για την αντιμετώπιση των διαπιστωμένων προβλημάτων.

21. Συγκεκριμένα αιτήματα προς τους αρμόδιους φορείς

Με βάση τα παραπάνω, ζητείται από τους αρμόδιους φορείς:

Α. Από την Κυβέρνηση και τα αρμόδια Υπουργεία

  1. Να γνωστοποιήσουν το ισχύον θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο προστασίας ανδρών και αγοριών από τη βία.
  2. Να διευκρινίσουν ποιες υπηρεσίες παρέχουν υποστήριξη σε άνδρες θύματα και με ποια κριτήρια πρόσβασης.
  3. Να ενημερώσουν εάν έχει αξιολογηθεί η επάρκεια των υφιστάμενων υπηρεσιών για άνδρες και πατέρες με ανήλικα παιδιά.
  4. Να γνωστοποιήσουν εάν υπάρχουν σχέδια για τη βελτίωση της πρόσβασης σε ασφαλή στέγαση, ψυχοκοινωνική και νομική υποστήριξη.
  5. Να ενημερώσουν για την πορεία προετοιμασίας της μεταφοράς της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385.

Β. Από την Ελληνική Αστυνομία

  1. Να γνωστοποιήσει τις ισχύουσες διαδικασίες πρώτης υποδοχής και αξιολόγησης περιστατικών.
  2. Να διευκρινίσει εάν τηρούνται στοιχεία για άνδρες και αγόρια που καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία.
  3. Να γνωστοποιήσει τα διαθέσιμα στοιχεία για αιτήματα παραπομπής, υποστήριξης και φιλοξενίας.
  4. Να ενημερώσει για την εκπαίδευση του προσωπικού και τους μηχανισμούς εποπτείας.
  5. Να διευκρινίσει πώς παρακολουθούνται οι υποθέσεις μετά την αρχική καταγγελία.

Γ. Από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές

  1. Να γνωστοποιήσουν τα διαθέσιμα συγκεντρωτικά στοιχεία για τις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, στον βαθμό που επιτρέπεται από την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τους κανόνες προστασίας δεδομένων.
  2. Να ενημερώσουν για τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 229 ΠΚ.
  3. Να διευκρινίσουν εάν υπάρχουν εκπαιδευτικές ή επιμορφωτικές δράσεις για την ισότιμη και αντικειμενική αξιολόγηση των περιστατικών.
  4. Να ενημερώσουν για τις διαδικασίες προστασίας ανηλίκων και την αξιολόγηση περιστατικών στα οποία εμπλέκονται γονείς.

Δ. Από τις ανεξάρτητες αρχές

  1. Να εξετάσουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, εάν υπάρχουν διοικητικά ή θεσμικά εμπόδια στην ισότιμη πρόσβαση ανδρών και αγοριών στις υπηρεσίες προστασίας.
  2. Να γνωστοποιήσουν εάν έχουν δεχθεί σχετικές αναφορές ή παράπονα και ποια είναι η γενική εικόνα που προκύπτει από αυτά, εφόσον επιτρέπεται η δημοσιοποίησή της.
  3. Να εξετάσουν τη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της προστασίας από τη βία.

Ε. Από τις Περιφέρειες και τους Δήμους

  1. Να γνωστοποιήσουν ποιες κοινωνικές υπηρεσίες παρέχουν υποστήριξη σε άνδρες και αγόρια.
  2. Να ενημερώσουν για τη συνεργασία τους με αστυνομικές, εισαγγελικές, υγειονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες.
  3. Να διευκρινίσουν εάν διαθέτουν διαδικασίες επείγουσας κοινωνικής παρέμβασης και παραπομπής.
  4. Να ενημερώσουν εάν έχουν εντοπίσει ανάγκες που δεν μπορούν να καλυφθούν από τις υφιστάμενες υπηρεσίες.

ΣΤ. Γενικά αιτήματα διαφάνειας και λογοδοσίας

  1. Να γνωστοποιηθούν οι διαθέσιμες στατιστικές σειρές, οι μέθοδοι συλλογής και οι περιορισμοί τους.
  2. Να διευκρινιστεί ποιος φορέας έχει την ευθύνη συντονισμού και ποιος την ευθύνη παρακολούθησης των αποτελεσμάτων.
  3. Να οριστούν συγκεκριμένοι δείκτες αποτελεσματικότητας και χρονοδιάγραμμα αξιολόγησης.
  4. Να γνωστοποιηθούν οι διορθωτικές ενέργειες που έχουν ληφθεί ή προγραμματίζονται για τα ζητήματα που θα διαπιστωθούν.

Τα αιτήματα αυτά αποσκοπούν στην παροχή συγκεκριμένων απαντήσεων και όχι σε γενικές διαβεβαιώσεις περί ισότητας ή επάρκειας των υφιστάμενων πολιτικών.

22. Συμπέρασμα – Δήλωση θεσμικής διαμαρτυρίας

Η προστασία από τη βία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να εξαρτάται από το φύλο, την κοινωνική θέση, την οικονομική δυνατότητα ή την ικανότητα ενός προσώπου να υπερβεί μόνο του τα εμπόδια που συναντά όταν ζητά βοήθεια.

Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε θύμα μπορεί να απευθυνθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες, να ακουστεί, να προστατευθεί και να λάβει την αναγκαία υποστήριξη. Η υποχρέωση αυτή αφορά και τους άνδρες, τους πατέρες και τα αγόρια που ενδέχεται να υφίστανται βία.

Παράλληλα, η λειτουργία του κράτους δικαίου προϋποθέτει ότι κάθε καταγγελία εξετάζεται με αντικειμενικότητα, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία αξιολογούνται χωρίς προκαταλήψεις και ότι το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης διασφαλίζονται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Η παρούσα αναφορά εκφράζει τη διαμαρτυρία για την πιθανότητα να υπάρχουν κενά αναγνώρισης, πρόσβασης, υποστήριξης και θεσμικής παρακολούθησης, τα οποία δεν έχουν αποτυπωθεί επαρκώς ή δεν έχουν αντιμετωπιστεί με τρόπο που να επιτρέπει στους πολίτες να γνωρίζουν εάν προστατεύονται ισότιμα.

Δεν αρκεί να υπάρχουν υπηρεσίες στα οργανωτικά διαγράμματα. Δεν αρκεί να υπάρχουν νόμοι και πρωτόκολλα. Δεν αρκεί να ανακοινώνονται δράσεις. Απαιτείται να γνωρίζουμε εάν οι υπηρεσίες είναι προσβάσιμες, εάν ανταποκρίνονται, εάν παρέχουν πραγματική βοήθεια και εάν οι αρμόδιοι φορείς αναλαμβάνουν διορθωτικές ενέργειες όταν διαπιστώνονται αδυναμίες.

Για τον λόγο αυτό ζητείται η ουσιαστική εξέταση της παρούσας αναφοράς, η παροχή ειδικών και τεκμηριωμένων απαντήσεων, η γνωστοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων και η αξιολόγηση των αναγκαίων θεσμικών παρεμβάσεων.

Η ισότητα δεν αποδεικνύεται μόνο από τη διατύπωση των νόμων. Αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται για κάθε άνθρωπο.

Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να μένει χωρίς προστασία. Κανένα παιδί δεν πρέπει να μένει χωρίς ασφάλεια. Κανένα δικαίωμα δεν πρέπει να εξαρτάται από στερεότυπα.

ΜΕΡΟΣ Ε΄ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ, ΝΟΜΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ

Παράρτημα Ι – Βασικό νομικό πλαίσιο

Η τελική νομική αξιολόγηση της αναφοράς πρέπει να στηρίζεται στα ισχύοντα κείμενα των ακόλουθων νομοθετημάτων και πράξεων:

Νομοθέτημα / πράξηΑντικείμενο και σημασία
Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 4Ισότητα ενώπιον του νόμου και ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών
Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 5Ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας και προσωπική ελευθερία
Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 20Έννομη προστασία και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης
Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 21Προστασία οικογένειας και παιδικής ηλικίας
Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 25Κοινωνικό κράτος δικαίου και υποχρέωση αποτελεσματικής διασφάλισης των δικαιωμάτων
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του ΑνθρώπουΆρθρα 3, 6, 8, 13 και 14
Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕΆρθρα 20, 21, 24 και 47, σε συνδυασμό με το άρθρο 51
Ν. 3500/2006Αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και σχετικές υποχρεώσεις των αρμόδιων φορέων
Ν. 4619/2019Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, όπως έχει τροποποιηθεί
Ν. 4620/2019Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί
Ν. 5090/2024Μεταβολές στο ποινικό και δικονομικό πλαίσιο, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας
Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385Καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας

Το άρθρο 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει ρητά ότι όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι άνδρες και γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

 

Το άρθρο 20 κατοχυρώνει την έννομη προστασία από τα δικαστήρια και το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, ενώ το άρθρο 25 επιβάλλει στα κρατικά όργανα την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

 

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρέχει το βασικό πλαίσιο προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της δίκαιης δίκης, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της πραγματικής προσφυγής.

 

Ειδική επισήμανση: Πριν από την επίσημη κατάθεση απαιτείται έλεγχος των τελευταίων τροποποιήσεων και της ακριβούς ισχύουσας διατύπωσης των άρθρων του Ν. 3500/2006, του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η παρούσα αναφορά δεν υποκαθιστά την τελική νομική γνωμοδότηση.

Παράρτημα ΙΙ – Στατιστικά στοιχεία και ερευνητικές ανάγκες

Η στατιστική τεκμηρίωση είναι απαραίτητη για να αξιολογηθεί εάν οι υπηρεσίες προστασίας ανταποκρίνονται στις ανάγκες όλων των θυμάτων.

Ωστόσο, τα στοιχεία πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Δεν είναι ορθό να συγκρίνονται αριθμοί καταγγελιών με αριθμούς καταδικαστικών αποφάσεων ή να παρουσιάζονται στοιχεία γενικού πληθυσμού ως στοιχεία για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

ΙΙ.1. Διαθέσιμα επίσημα στοιχεία για την αστυνομική διαχείριση

Η Ελληνική Αστυνομία έχει δημοσιοποιήσει ότι το 2024 σημειώθηκε αύξηση 91% στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας που δέχθηκε σε σχέση με το 2023, με 10.491 περισσότερες δικογραφίες.

Ελληνική Αστυνομία

 

Σε δημόσια ενημέρωση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αναφέρεται ότι το 2024 η Αστυνομία διαχειρίστηκε υποθέσεις που αφορούσαν 25.438 θύματα.

Σελίδα 15

 

Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τον σημαντικό όγκο περιστατικών που διαχειρίζεται η Αστυνομία. Δεν αρκούν, όμως, για να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με τον αριθμό των ανδρών θυμάτων, την αναλογία ανά φύλο, την πρόσβαση σε δομές ή την αποτελεσματικότητα της υποστήριξης.

Για τον λόγο αυτό ζητείται η δημοσιοποίηση αναλυτικότερων συγκεντρωτικών δεδομένων.

ΙΙ.2. Πεδία στατιστικής διερεύνησης

Προτείνεται να συγκεντρωθούν στοιχεία για:

  1. Άνδρες και γυναίκες που καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία.
  2. Ανήλικα αγόρια και κορίτσια που αναγνωρίζονται ως θύματα.
  3. Μορφές βίας και σχέση μεταξύ θύματος και φερόμενου δράστη.
  4. Αιτήματα ασφαλούς στέγασης ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  5. Παραπομπές σε κοινωνικές και ψυχολογικές υπηρεσίες.
  6. Αιτήματα που δεν εξυπηρετήθηκαν και αιτιολογία.
  7. Υποθέσεις που οδηγήθηκαν σε ποινική διαδικασία και την έκβασή τους.
  8. Χρόνο ανταπόκρισης των υπηρεσιών.
  9. Καταγγελίες για πλημμελή εξυπηρέτηση.
  10. Στοιχεία για την εφαρμογή του άρθρου 229 ΠΚ.

ΙΙ.3. Ευρύτεροι κοινωνικοί δείκτες

Προτείνεται επίσης να εξεταστούν, με σαφή διάκριση από τα στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας:

  • Αυτοκτονίες ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.
  • Ψυχική υγεία και πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης.
  • Κοινωνικός αποκλεισμός και ανεργία.
  • Σχολική βία και κακοποίηση αγοριών.
  • Μοναξιά και κοινωνική απομόνωση.
  • Οικονομική εξάρτηση και δυσκολίες πρόσβασης σε ασφαλή στέγαση.

Οι δείκτες αυτοί μπορούν να συμβάλουν στην ευρύτερη κοινωνική ανάλυση, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως άμεση απόδειξη ότι ένα συγκεκριμένο περιστατικό ή φαινόμενο οφείλεται στη βία ή σε θεσμική διάκριση.

Παράρτημα ΙΙΙ – Πίνακας αρμοδιοτήτων και απαιτούμενων απαντήσεων

ΦορέαςΒασικό αντικείμενο ελέγχουΖητούμενο
Υπουργείο ΔικαιοσύνηςΝομοθεσία, δικαστική προστασία, ποινική πολιτικήΝομικό πλαίσιο και διαθέσιμα στοιχεία
Υπουργείο Προστασίας του ΠολίτηΑστυνομικές υπηρεσίες και πρωτόκολλαΔιαδικασίες, εποπτεία, στατιστικά
Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και ΟικογένειαςΚοινωνική προστασία και δομέςΠρόσβαση, φιλοξενία, υποστήριξη
Υπουργείο ΥγείαςΥγειονομική και ψυχολογική φροντίδαΔιαδικασίες αναγνώρισης και παραπομπής
Ελληνική ΑστυνομίαΠρώτη υποδοχή και διαχείριση περιστατικώνΚαταγραφή, αξιολόγηση κινδύνου, παρακολούθηση
Εισαγγελικές αρχέςΠοινική διερεύνηση και προστασία ανηλίκωνΔιαθέσιμα συγκεντρωτικά στοιχεία και διαδικασίες
Συνήγορος του ΠολίτηΔιοικητική νομιμότητα και ίση μεταχείρισηΕξέταση αναφορών και διοικητικών πρακτικών
Αρχή Προστασίας ΔεδομένωνΠροστασία προσωπικών δεδομένωνΑσφαλής συλλογή και δημοσιοποίηση στοιχείων
ΕΚΚΑ και κοινωνικές υπηρεσίεςΚοινωνική υποστήριξη και παραπομπήΚριτήρια πρόσβασης και πραγματική κάλυψη
Περιφέρειες και ΔήμοιΤοπική κοινωνική παρέμβασηΥπηρεσίες, συνεργασία και ανάγκες

Παράρτημα IV – βιβλιογραφία και επίσημες πηγές

Οι παρακάτω πηγές αποτελούν τη βασική αφετηρία της τεκμηρίωσης. Για την τελική κατάθεση πρέπει να καταγραφούν η ημερομηνία πρόσβασης, η ακριβής έκδοση του εγγράφου και, όπου απαιτείται, η συγκεκριμένη σελίδα ή διάταξη.

Α. Ευρωπαϊκή και διεθνής νομοθεσία

  1. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  3. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο.

Β. Ελληνική νομοθεσία

  1. Σύνταγμα της Ελλάδας, όπως ισχύει.
  2. Ν. 3500/2006, «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις».
  3. Ν. 4619/2019, Ποινικός Κώδικας.
  4. Ν. 4620/2019, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
  5. Ν. 5090/2024, τροποποιήσεις του ποινικού και δικονομικού πλαισίου.

Θεσμική ευθύνη για την έλλειψη πρόνοιας και την επίκληση διοικητικών ή οργανωτικών αδυναμιών – Άρθρα 20, 21 και 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η έλλειψη εξειδικευμένων υπηρεσιών, δομών φιλοξενίας, συμβουλευτικής υποστήριξης ή κατάλληλων μηχανισμών παραπομπής για άνδρες και αγόρια που αντιμετωπίζουν περιστατικά βίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως οργανωτικό ή οικονομικό ζήτημα.

Η Πολιτεία και οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να εξετάζουν εάν οι διαθέσιμοι μηχανισμοί προστασίας παρέχουν πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση σε κάθε πρόσωπο που έχει ανάγκη υποστήριξης, χωρίς αδικαιολόγητη διάκριση λόγω φύλου.

Το άρθρο 20 του Χάρτη κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου, το άρθρο 21 απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου και το άρθρο 23 επιβάλλει τη διασφάλιση της ισότητας γυναικών και ανδρών σε όλους τους τομείς.

Η πρόβλεψη ειδικών μέτρων προστασίας για γυναίκες, όταν δικαιολογείται από συγκεκριμένες ανάγκες και μειονεκτήματα, δεν αποτελεί από μόνη της παραβίαση της ισότητας. Δεν μπορεί, ωστόσο, να χρησιμοποιείται ως αιτιολογία για τον αποκλεισμό ή την ουσιαστική αδυναμία πρόσβασης ανδρών και αγοριών σε κάθε κατάλληλη μορφή προστασίας.

Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχει η περίπτωση κατά την οποία μια δημόσια υπηρεσία επικαλείται την έλλειψη αρμοδιότητας, προσωπικού, ειδικής δομής ή διαθέσιμου προγράμματος, χωρίς να εξετάζει εναλλακτικές λύσεις, χωρίς να παραπέμπει τον ενδιαφερόμενο σε αρμόδιο φορέα και χωρίς να καταγράφει την ανάγκη προστασίας του.

Η GREVIO ως σημείο θεσμικής ασυμμετρίας στην αντιμετώπιση της βίας βάσει φύλου

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στον μηχανισμό GREVIO του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος έχει αναλάβει την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, με αντικείμενο την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

Η ύπαρξη ενός εξειδικευμένου μηχανισμού αξιολόγησης, ο οποίος εξετάζει τις νομοθετικές, διοικητικές και θεσμικές ενέργειες των κρατών στον συγκεκριμένο τομέα, αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ζήτημα θεσμικής ασυμμετρίας: την απουσία, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, αντίστοιχης εξειδικευμένης αξιολόγησης με επίκεντρο τις ανάγκες, την προστασία και την πρόσβαση των ανδρών και των αγοριών σε υπηρεσίες υποστήριξης.

Η παρατήρηση αυτή δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της αναγκαιότητας της GREVIO ή της προστασίας των γυναικών. Θέτει, αντιθέτως, το ερώτημα εάν η διεθνής και ευρωπαϊκή θεσμική αρχιτεκτονική έχει αναπτύξει επαρκείς και αντίστοιχους μηχανισμούς καταγραφής, αξιολόγησης και παρακολούθησης για όλες τις κατηγορίες θυμάτων.

Ζητείται, επομένως, να διευκρινιστεί εάν υφίσταται αντίστοιχος μηχανισμός ή ειδική διαδικασία αξιολόγησης για άνδρες και αγόρια, ποιος φορέας έχει την ευθύνη της λειτουργίας του και, εφόσον δεν υφίσταται, για ποιους λόγους δεν έχει αναπτυχθεί.

Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ανάγκη ουσιαστικής εφαρμογής της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αποτελεσματικής προστασίας κάθε θύματος, ανεξαρτήτως φύλου.

Η διοικητική αδυναμία μπορεί να αποτελεί πραγματικό πρόβλημα λειτουργίας. Δεν συνιστά, όμως, από μόνη της επαρκή απάντηση στο ερώτημα εάν ο πολίτης έλαβε την προστασία που δικαιούται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου.

Για τον λόγο αυτό ζητείται από τους αρμόδιους θεσμούς:

  • Να γνωστοποιήσουν ποιες υπηρεσίες και δομές δέχονται άνδρες και αγόρια που είναι θύματα βίας.
  • Να διευκρινίσουν εάν εφαρμόζεται ατομική αξιολόγηση κινδύνου ανεξαρτήτως φύλου.
  • Να καταγράψουν τις περιπτώσεις στις οποίες η παροχή υποστήριξης δεν κατέστη δυνατή και να αναφέρουν τους λόγους.
  • Να εξηγήσουν ποιες εναλλακτικές λύσεις προσφέρονται όταν δεν υπάρχει κατάλληλη εξειδικευμένη δομή.
  • Να εξετάσουν εάν υφίστανται πρακτικές ή διοικητικά κριτήρια που οδηγούν σε διαφορετική μεταχείριση ανδρών και γυναικών χωρίς επαρκή αντικειμενική αιτιολόγηση.
  • Να παρουσιάσουν συγκεκριμένο σχέδιο κάλυψης των διαπιστωμένων κενών.

Γ. Επίσημες θεσμικές πηγές

ΤΕΛΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

Η παρούσα θεσμική αναφορά και διαμαρτυρία επιδιώκει να ανοίξει έναν ουσιαστικό και τεκμηριωμένο διάλογο για την προστασία ανδρών και αγοριών από τη βία, την ισότητα ενώπιον του νόμου, τη λειτουργία των υπηρεσιών προστασίας και την ευθύνη των αρμόδιων θεσμών.

Ζητείται από κάθε αρμόδιο φορέα να εξετάσει τα ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, να απαντήσει στα συγκεκριμένα ερωτήματα, να γνωστοποιήσει τα διαθέσιμα στοιχεία και να προτείνει ή να εφαρμόσει τις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες.

Η αναφορά  Ζητεί την εφαρμογή της ισότητας, την ουσιαστική προστασία κάθε θύματος και τη διασφάλιση της δίκαιης διαδικασίας για κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο.

Δεν είσαι μόνος. Η προστασία, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη δεν έχουν φύλο.

Comments are closed.