Διαμαρτυρια για την αποκλειστική εστίαση της νομικής βοήθειας σε γυναίκες θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας και ασυμβατότητα με το Σύνταγμα και διεθνείς δεσμεύσεις

Προς:
Τη Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας
Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών
ΚΕΘΙ – Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας

Θέμα: Διαμαρτυρια για την αποκλειστική εστίαση της νομικής βοήθειας σε γυναίκες θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας και ασυμβατότητα με το Σύνταγμα και διεθνείς δεσμεύσεις
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να εκφράσουμε την ανησυχία και την έντονη διαφωνία μας σχετικά με την εφαρμογή του Προγράμματος Παροχής Δωρεάν Νομικής Βοήθειας, όπως ανακοινώθηκε από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το ΚΕΘΙ. Η υπόθεση της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα στερεοτύπων ή “αντιστραμμένου αυτοματισμού ευθύνης”, όπου το φύλο προδικάζει τον ρόλο. Όλοι οι επαγγελματικοί φορείς έχουν δεοντολογική υποχρέωση αναζήτησης της αλήθειας, με ισότιμη μεταχείριση όλων των μερών. Το κράτος οφείλει να θεσπίσει ουδέτερες, αξιόπιστες και επιστημονικά τεκμηριωμένες διαδικασίες, με δομές που προστατεύουν όλα τα θύματα ανεξαρτήτως φύλου.

Παρά τη σημαντική προσπάθεια για την υποστήριξη γυναικών θυμάτων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, διαπιστώνουμε με ανησυχία ότι το πρόγραμμα αυτό δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για την καταγραφή ή την παροχή ισότιμης νομικής βοήθειας προς τα αγόρια και τους άνδρες που υφίστανται ανάλογες μορφές βίας. Η μονομερής αυτή εστίαση υπονομεύει την αρχή της ισότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του Ελληνικού Συντάγματος, που διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των πολιτών ανεξαρτήτως φύλου.

Επιπλέον, αυτή η αποκλειστικότητα αντιβαίνει στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από τον ΟΗΕ (Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που προωθούν την προστασία όλων των θυμάτων βίας χωρίς διακρίσεις. Η UNESCO και άλλοι διεθνείς φορείς τονίζουν επίσης την ανάγκη για μια προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη όλα τα θύματα, ανεξαρτήτως φύλου.

Ανάλυση για τα Δεδομένα της Βίας κατά των Αγοριών και Ανδρών

Η βία κατά των ανδρών και αγοριών αποτελεί μια ιδιαίτερα δυσδιάκριτη και υποτιμημένη πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μη αναγνώριση και αντιμετώπιση του βιασμού νεαρών αγοριών, που συχνά αποσιωπάται ή υποτιμάται από εκπαιδευτικούς και θεσμικούς φορείς, όπως καταγράφεται σε αρκετές ψυχιατρικές μελέτες και εκθέσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα θύματα αυτά να μην λαμβάνουν την απαραίτητη προστασία και ψυχολογική στήριξη, με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία. Επιπλέον, η επιθετικότητα της συζύγου κατά του άνδρα συχνά δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα που επιφυλάσσεται στην αντίστροφη περίπτωση. Η ποινική δικαιοσύνη και τα πρωτόκολλα παρέμβασης φαίνεται να επιδεικνύουν μεροληψία ή έλλειψη ευαισθητοποίησης, γεγονός που οδηγεί σε άνιση αντιμετώπιση και περιορισμένη πρόσβαση των ανδρών θυμάτων σε υπηρεσίες προστασίας και νομικής βοήθειας.Αυτές οι διαφοροποιημένες αντιδράσεις εγείρουν το ερώτημα εάν τα προγράμματα υποστήριξης και τα πρωτόκολλα απευθύνονται πραγματικά σε όλα τα θύματα βίας (ανεξαρτήτως φύλου), όπως απαιτεί το Σύνταγμα της Ελλάδας, που προβλέπει την ίση μεταχείριση και προστασία όλων των πολιτών. Είναι κρίσιμο οι θεσμοί να αντιμετωπίζουν ισότιμα κάθε μορφή βίας, ώστε να μη δημιουργούνται “τυφλά σημεία” όπου τα δικαιώματα και οι ανάγκες των ανδρών θυμάτων υπολείπονται σημαντικά σε σχέση με άλλες ομάδες.

Η απουσία επαρκούς αναγνώρισης και παρέμβασης οδηγεί σε σημαντική κοινωνική και ψυχολογική βλάβη για τα αγόρια και τους άνδρες, επιτείνοντας την κοινωνική αδικία και την ανισότητα στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παρούσα διαδικασία, σε συνδυασμό με τα τεράστια και άλυτα ζητήματα δικαιοσύνης που υφίστανται στο πλαίσιο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛΑΣ), των οικογενειακών δικαστηρίων και των διαδικασιών συνεπιμέλειας, καθώς και την προβληματική συμπεριφορά ορισμένων δικηγόρων που συχνά απομακρύνονται από τις θεμελιώδεις αρχές δεοντολογίας — όπως η αμεροληψία, η ισοτιμία, η σεβαστή προσέγγιση και η δέσμευση στην προάσπιση της δικαιοσύνης για όλους —, δεν μπορεί παρά να καταλήγει σε άνιση και άνισα κατανεμημένη αντιμετώπιση των φαινομένων βίας και αδικίας που πλήττουν πατέρες, συζύγους και άνδρες. Η έλλειψη εμπεριστατωμένης έρευνας, η ύπαρξη προκαταλήψεων, αλλά και η εμφανής μισανδρία, υπονομεύουν κάθε προσπάθεια εξισορρόπησης και πραγματικής προστασίας των δικαιωμάτων όλων των θυμάτων, δημιουργώντας έτσι μια ανισόρροπη πραγματικότητα που απαιτεί άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Το φαινόμενο της ψευδούς καταγγελίας αποτελεί ένα πραγματικό τερατούργημα, το οποίο έχει λάβει ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις στη σύγχρονη κοινωνία μας. Ο καταγγέλλων διατρέχει σοβαρό νομικό κίνδυνο, καθώς η ψευδής κατηγορία όχι μόνο διαβρώνει το κύρος των αληθινών θυμάτων, αλλά και εκθέτει πατεράδες, συζύγους και άνδρες σε ανεπανόρθωτη ηθική και κοινωνική ζημία. Η δημιουργία καταλόγου ψευδών καταγγελιών από τους Δικηγορικούς Συλλόγους, χωρίς επαρκή έλεγχο και δικαστική διερεύνηση, κινδυνεύει να γίνει εργαλείο στιγματισμού και διαπόμπευσης, αντί για μέσο προστασίας και δικαιοσύνης. Οι ενέργειες ή παραλείψεις των αρμόδιων αρχών, σε συνδυασμό με την επιπόλαιη ή προπαγανδιστική αντιμετώπιση από τα μέσα ενημέρωσης και τα κανάλια, συχνά οδηγούν στην αδυναμία διόρθωσης αυτών των σοβαρών λαθών. Είναι επιτακτική η ανάγκη η ψευδής καταγγελία να καταγραφεί ρητά και να αντιμετωπιστεί ως ιδιώνυμο έγκλημα, ώστε να προστατευθεί η αλήθεια, να διασφαλιστεί η δικαιοσύνη και να αποτραπεί η κατάχρηση του συστήματος σε βάρος πατεράδων, συζύγων και ανδρών.

Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου εξέδωσε την εγκύκλιο ΕισΑΠ 6/2024, με οδηγίες για την εφαρμογή του νέου νόμου 5090/2024, που ισχύει από 1 Μαΐου 2024, σχετικά με την πρόληψη και καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας. Ο νόμος αυτός επανακαθορίζει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος δικαίου σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, διασφαλίζοντας τόσο προληπτική όσο και κατασταλτική προστασία. Η εγκύκλιος επισημαίνει τη σημασία της ενεργής συμμετοχής των εισαγγελέων στην προστασία όλων των θυμάτων, ανεξαρτήτως φύλου, τονίζοντας ότι η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να αφορά και άνδρες και αγόρια, και όχι μόνο γυναίκες. Τονίζεται επίσης η ανάγκη αποφυγής συγκάλυψης της βίας, η οποία εγκλωβίζει τα θύματα σε προβληματικές καταστάσεις.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προστασία των ανηλίκων που είναι μάρτυρες ή θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με αυστηρές ποινές και υποχρεωτική ενημέρωση από επαγγελματίες που εντοπίζουν περιστατικά βίας κατά ανηλίκων. Θεσπίζεται ειδικό ακαταδίωκτο για την ενθάρρυνση της αναφοράς περιστατικών, με μερική απαλλαγή από την υποχρέωση εμφάνισης σε δικαστήριο. Επιπλέον, οι εισαγγελείς οφείλουν να συνεργάζονται στενά με την αστυνομία και άλλους φορείς για την παροχή άμεσης προστασίας και υποστήριξης στα θύματα, καθώς και για την τήρηση εχεμύθειας και την απαγόρευση δημοσιοποίησης προσωπικών στοιχείων. Ο νόμος προβλέπει την ταχεία διαδικασία εκδίκασης των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας με σκοπό την άμεση απονομή δικαιοσύνης, διασφαλίζοντας παράλληλα την αντιμετώπιση περιπτώσεων ψευδούς καταγγελίας με αυστηρά ποινικά μέτρα.

Τέλος, υπογραμμίζεται ρητά ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν αφορά αποκλειστικά ένα φύλο, αλλά και άνδρες και αγόρια, και απαιτείται η ίση μεταχείριση όλων των θυμάτων με βάση το Σύνταγμα και το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Η ορθή εφαρμογή του άρθρου 417 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο προβλέπει την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, παρουσιάζει σοβαρές ασυνεπείς στην πράξη, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματικότητα της προστασίας των θυμάτων. Η κουλτούρα που επικρατεί στα οικογενειακά γραφεία, σε συνδυασμό με τα πολύπλοκα θέματα που αφορούν ανηλίκους και τις δικαστικές αποφάσεις επιμέλειας, συχνά οδηγεί σε μη ορθή καταγραφή των περιστατικών και έλλειψη εμπεριστατωμένης έρευνας. Επιπλέον, κατά τον επιτόπιο έλεγχο των αρχών γίνεται έλεγχος μόνο για τον καταγγελλόμενο ή για το αν υπάρχει υποψία ότι είναι καταγγελλόμενος, και όχι για το σύνολο των γεγονότων, περιορίζοντας έτσι την πλήρη κατανόηση και αξιολόγηση της υπόθεσης. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, όπως έχει καταγραφεί και σε δηλώσεις θεσμικών παραγόντων του Υπουργείου Προστασίας και της Ελληνικής Αστυνομίας, οι άνδρες θεωρούνται αυταπόδεικτα ως θύτες, κάτι που συνιστά παραβίαση τόσο του Συντάγματος όσο και της νομοθεσίας περί ίσης μεταχείρισης και δίκαιης δίκης. Η έλλειψη κατάλληλων δομών και μέτρων προστασίας για τους άνδρες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, παρά τα πάνω από 5.000 καταγεγραμμένα περιστατικά το 2024, υπογραμμίζει την ανάγκη για συνολική αναθεώρηση της πρακτικής και ενίσχυση των σχετικών θεσμικών μηχανισμών.

Ζητούμε, επομένως, όπως το πρόγραμμα επανεξεταστεί ώστε να συμπεριλάβει και τους άνδρες και τα αγόρια θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, διασφαλίζοντας την ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, χωρίς διακρίσεις. Η ισότητα και η δικαιοσύνη πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτες αρχές σε κάθε κρατική πολιτική και εφαρμογή.

Παρακαλούμε για την άμεση ανταπόκρισή σας και τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ώστε να εναρμονιστεί το Πρόγραμμα με το Σύνταγμα της χώρας και τις διεθνείς δεσμεύσεις μας.

English Text:

To:
General Secretariat for Gender Equality and Human Rights
Ministry of Social Cohesion and Family
Athens Bar Association
Research Center for Gender Equality (KETHI)

Subject: Concerns regarding the exclusive focus on women victims of gender-based and domestic violence in the Legal Aid Program and inconsistency with the Constitution and international obligations

We hereby express our concern and strong disagreement regarding the implementation of the Legal Aid Program, as announced by the Athens Bar Association in cooperation with the General Secretariat for Gender Equality and Human Rights and KETHI.

While we appreciate the significant effort to support women victims of gender-based and domestic violence, we are deeply concerned that this program does not provide for the recording or equitable legal assistance for boys and men who suffer similar forms of violence. This unilateral focus undermines the principle of equality as established in Article 4 of the Greek Constitution, which guarantees equal treatment of all citizens regardless of gender.

Furthermore, this exclusivity contravenes fundamental human rights enshrined in the United Nations Universal Declaration of Human Rights, the European Convention on Human Rights, as well as European Union directives, which promote the protection of all victims of violence without discrimination. UNESCO and other international bodies emphasize the need for an inclusive approach that considers all victims irrespective of gender.

Analysis of Violence Data Affecting Boys and Men

Violence against men and boys is a largely overlooked and underestimated aspect of social reality. Of particular importance is the non-recognition and inadequate handling of the rape of young boys, which is often silenced or minimized by educators and institutional bodies, as documented in numerous psychiatric studies and reports. This results in these victims not receiving the necessary protection and psychological support, with long-term detrimental effects on their mental health. Furthermore, spousal aggression by wives towards husbands often does not receive the same seriousness and legal attention as the reverse scenario. Criminal justice systems and intervention protocols appear to demonstrate bias or a lack of awareness, leading to unequal treatment and limited access for male victims to protection services and legal aid. These differentiated responses raise the question of whether support programs and protocols truly address all victims of violence (regardless of gender), as mandated by the Greek Constitution, which guarantees equal treatment and protection for all citizens. It is crucial that institutions treat every form of violence equitably, so as to avoid “blind spots” where the rights and needs of male victims are significantly neglected compared to other groups.

The absence of adequate recognition and intervention leads to serious social and psychological harm to boys and men, exacerbating social injustice and inequality in the protection of human rights.This process, combined with the immense and unresolved issues of justice present within the Hellenic Police (ELAS), family courts, and custody procedures, as well as the problematic behavior of certain lawyers who often deviate from fundamental ethical principles — such as impartiality, equality, respectful conduct, and commitment to defending justice for all — inevitably results in unequal and uneven treatment of incidents of violence and injustice affecting fathers, husbands, and men. The lack of thorough research, the existence of biases, and evident misandry undermine every effort to achieve balance and genuine protection of the rights of all victims, thus creating an unbalanced reality that demands immediate and substantial intervention.
The phenomenon of false accusations constitutes a genuine atrocity that has reached alarming proportions in our modern society. The accuser faces serious legal risks, as false allegations not only undermine the credibility of true victims but also expose fathers, husbands, and men to irreparable moral and social harm. The creation of registers of false accusations by Bar Associations, without adequate verification and judicial investigation, risks becoming a tool for stigmatization and public shaming rather than a means of protection and justice. The actions or omissions of the competent authorities, combined with the careless or propagandistic handling by the media and television channels, often lead to the inability to correct these serious errors. It is imperative that false accusations are explicitly recorded and treated as a distinct criminal offense, so that truth is protected, justice is ensured, and the abuse of the system against fathers, husbands, and men is prevented.

The Prosecutor’s Office of the Supreme Court of Greece issued Circular No. 6/2024, providing guidance on the implementation of Law 5090/2024, effective from May 1, 2024, concerning the prevention and combating of domestic violence. This law redefines the guarantees that a modern rule-of-law state must offer to victims of domestic violence, ensuring both preventive and punitive protection. The circular emphasizes the crucial role of prosecutors in protecting all victims regardless of gender, highlighting that domestic violence affects not only women but also men and boys. It stresses the importance of avoiding concealment of violence, which traps victims in problematic and dead-end situations. Special attention is given to the protection of minors who are witnesses or victims of domestic violence, imposing strict penalties and mandatory reporting obligations on professionals (e.g., educators, social workers, medical personnel) who detect such cases. A special immunity is introduced to encourage reporting, including partial exemption from the obligation to appear in court. Moreover, prosecutors are required to collaborate closely with police and other authorities to provide immediate protection and support to victims, ensure confidentiality, and prohibit public disclosure of personal information. The law mandates expedited judicial proceedings for domestic violence cases to ensure swift justice while also addressing false accusations with stringent criminal sanctions.

Finally, it is explicitly stated that domestic violence is not limited to one gender, but also affects men and boys, and equal treatment of all victims is required in accordance with the Constitution and existing legal framework.
The proper application of Article 417 of the Code of Criminal Procedure, which provides for the expedited trial of domestic violence cases, shows serious inconsistencies in practice, negatively affecting the effectiveness of victim protection. The prevailing culture within family courts, combined with the complex issues involving minors and custody court decisions, often leads to improper recording of incidents and a lack of thorough investigation. Furthermore, during on-site inspections by authorities, checks are conducted only concerning the accused or whether there is suspicion against them, rather than examining the full scope of the events, thereby limiting a comprehensive understanding and evaluation of the case. Even more concerning is the fact that, as noted in statements by institutional officials from the Ministry of Protection and the Hellenic Police, men are presumed from the outset to be perpetrators, which constitutes a violation of both the Constitution and laws on equal treatment and fair trial. The lack of appropriate structures and protective measures for male victims of domestic violence, despite over 5,000 reported incidents in 2024, underscores the urgent need for a comprehensive revision of current practices and strengthening of relevant institutional mechanisms.

We therefore request a thorough review of the program to include men and boys who are victims of gender-based and domestic violence, ensuring the effective protection of all citizens’ rights without discrimination. Equality and justice must be uncompromising principles in every state policy and its implementation.

We kindly ask for your immediate response and for necessary measures to be taken to align the Program with the Constitution of our country and our international commitments.
=========================================================================================================

Βιβλιογραφία

  • Νόμος 5090/2024, «Νομοθετικές διατάξεις για την πρόληψη και καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας», ΦΕΚ 2024.

  • Εγκύκλιος Εισαγγελίας Αρείου Πάγου 6/2024, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5090/2024.

  • Νόμος 3500/2006, «Ποινική προστασία της οικογένειας και πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 120 του Ν. 5090/2024.

  • Άρθρο 6 παρ. 3, 2 εδ. α Ν. 3500/2006, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 120 Ν. 5090/2024, για την ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη ενώπιον ανηλίκου.

  • Άρθρα 121 και 122 Ν. 5090/2024, για την επέκταση της αντικειμενικής υπόστασης της ενδοοικογενειακής βίας ενώπιον ανηλίκου.

  • Άρθρο 23 Ν. 3500/2006, όπως ισχύει με το άρθρο 130 Ν. 5090/2024, για την υποχρέωση ενημέρωσης των διωκτικών αρχών από επαγγελματίες σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας.

  • Άρθρο 245 παρ. 2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Ποιν.Δ.), για την ποινική διαμεσολάβηση σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

  • Άρθρα 229 και 224 Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), για τα αδικήματα ψευδούς καταμήνυσης και ψευδούς κατάθεσης.

  • Άρθρο 417 επ. Κ.Ποιν.Δ., για την αυτόφωρη διαδικασία και την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.

Tο πρίσμα των Κωδίκων Δεοντολογίας και της Υποχρέωσης Εύρεσης της Αλήθειας

1. Αστυνομικός – Κώδικας Δεοντολογίας Αστυνομικού (Π.Δ. 254/2004)

Ο αστυνομικός υποχρεούται σε αντικειμενικότητα, αμεροληψία και διακριτικότητα, ιδίως κατά την επιτόπια παρέμβαση. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικα:

  • Οφείλει να σέβεται την αξία του ανθρώπου και τα συνταγματικά του δικαιώματα, ανεξαρτήτως φύλου ή ρόλου (θύμα ή φερόμενος ως δράστης).

  • Η προκατασκευασμένη αντίληψη ότι ο άνδρας είναι ο θύτης αποτελεί παραβίαση της αμεροληψίας (άρθρο 3), ενώ η μονομερής συλλογή πληροφοριών αντιβαίνει στο καθήκον επιμέλειας και αλήθειας.

➤ Το να μη συλλέγονται δεδομένα από όλο το περιβάλλον του περιστατικού είναι αντίθετο με τη δεοντολογία, καθώς οδηγεί σε μεροληπτική αστυνόμευση.

2. Δικηγόρος – Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρου)

Ο δικηγόρος λειτουργεί ως πυλώνας της δίκαιης δίκης και είναι υποχρεωμένος να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του εντολέα του χωρίς διακρίσεις και προκαταλήψεις (άρθρα 2 & 7).

  • Έχει υποχρέωση αλήθειας και πλήρους εκπροσώπησης, ιδίως όταν αντιμετωπίζει κοινωνικά ευαίσθητα φαινόμενα όπως η ενδοοικογενειακή βία.

  • Όταν πρόκειται για άνδρα καταγγελλόμενο που δεν είναι θύτης, ο δικηγόρος οφείλει να προασπίζεται την αθωότητα και να ζητά ισότιμη εφαρμογή του νόμου.

➤ Η παθητική αποδοχή στερεοτύπων περί “εκ προοιμίου ένοχου” άνδρα είναι αντιδεοντολογική και αντισυνταγματική.

3. Δικαστής – Κώδικας Δικαστικής Δεοντολογίας (απόφαση Ολομέλειας Αρείου Πάγου, 2002)

Ο δικαστής δεσμεύεται από τις αρχές της αντικειμενικότητας, ισότητας των διαδίκων και σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

  • Οφείλει να εξετάζει όλα τα πραγματικά περιστατικά και όχι να υιοθετεί ερμηνείες που βασίζονται σε συστημικά στερεότυπα.

  • Η μη πλήρης διερεύνηση και η απουσία ουσιαστικής ακρόασης όλων των μερών υπονομεύει τη δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕΣΔΑ).

➤ Δικαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση ελλιπή ή προκατειλημμένα στοιχεία στερούνται νομιμότητας και συνταγματικής βάσης.

4. Δημοσιογράφος – Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (ΕΣΗΕΑ)

Ο δημοσιογράφος υποχρεούται να λειτουργεί υπηρετώντας την αλήθεια, την ακρίβεια και την πολυφωνία.

  • Η μονόπλευρη παρουσίαση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας (ως αποκλειστικά ανδρική επιθετικότητα) παραβιάζει το καθήκον της αμεροληψίας.

  • Η ηθική του υποχρέωση είναι να διερευνά και να αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, όχι να αναπαράγει έτοιμα κοινωνικά σχήματα.

➤ Η προκατάληψη οδηγεί σε κοινωνική στοχοποίηση και σε δευτερογενή θυματοποίηση ανδρών.

5. Ιατρός – Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005)

Ο ιατρός έχει καθήκον πλήρους, ανεξάρτητης και αντικειμενικής αξιολόγησης της κατάστασης του ασθενούς:

  • Οφείλει να καταγράφει αμερόληπτα τα ιατρικά ευρήματα και να μην εμπλέκεται μεροληπτικά σε νομικές ερμηνείες ή εικαζόμενους ρόλους θύτη-θύματος.

  • Επίσης, έχει υποχρέωση να συνδράμει στην αποκάλυψη αληθινών περιστατικών, χωρίς κοινωνικές προκαταλήψεις.

➤ Οποιαδήποτε υπόθεση ρόλου φύλου χωρίς κλινικά ευρήματα συνιστά παραβίαση του ιατρικού όρκου και της δεοντολογίας.

6. Αναζήτηση των Πραγματικών Γεγονότων – Δικαιοσύνη και Θεσμικές Αρχές

Η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 Συντάγματος, ΕΣΔΑ, νομολογία ΕΔΔΑ).

  • Η επιλεκτική ή μονόπλευρη διερεύνηση, χωρίς εξέταση του ευρύτερου πλαισίου, ακυρώνει τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης.

  • Η τεκμηριωμένη αξιολόγηση όλων των παραγόντων (ψυχολογικών, κοινωνικών, οικογενειακών) είναι απαραίτητη για να προστατευθούν όλα τα πιθανά θύματα, όχι μόνο τα προκαθορισμένα.

➤ Η αποτυχία διασταύρωσης πληροφοριών, η αδιαφορία για το ενδεχόμενο ανδρικής θυματοποίησης και η απουσία κρατικής στήριξης, δημιουργούν μια μεροληπτική και επικίνδυνα επιλεκτική μορφή “δικαιοσύνης”.

Διεθνείς και Ευρωπαϊκοί Φορείς και Οδηγίες

Διεθνείς Οργανισμοί και Έγγραφα

  • Universal Declaration of Human Rights (UDHR), United Nations, 1948.

  • International Covenant on Civil and Political Rights (ICCPR), United Nations, 1966.

  • Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination Against Women (CEDAW), United Nations, 1979.

  • Beijing Declaration and Platform for Action, United Nations, 1995.

  • UNESCO, Universal Declaration on Cultural Diversity, 2001.

  • UN Human Rights Council – Reports on gender-based violence.

  • Council of Europe – Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence (GREVIO) reports.

  • European Court of Human Rights (ECtHR) case law on domestic violence and discrimination.

  • World Health Organization (WHO), 2013. Global and regional estimates of violence against men.

  • European Institute for Gender Equality (EIGE), 2017. Male victims of violence in the EU: Data and policy recommendations.

  • United Nations Office on Drugs and Crime (UNODC), 2021. Gender-related killings of men and boys.

  • Australian Institute of Criminology, 2016. Male victims of domestic violence: Barriers to help seeking.

  • National Coalition for Men (NCFM), USA. Research and advocacy on male victims of domestic and sexual violence.

 

Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Χάρτες

  • European Convention on Human Rights (ECHR), Council of Europe, 1950.

  • Charter of Fundamental Rights of the European Union, European Union, 2000 (updated 2012).

  • Directive 2012/29/EU establishing minimum standards on the rights, support and protection of victims of crime.

  • European Institute for Gender Equality (EIGE) – Reports and policy documents on gender-based violence.

Εθνικό Δίκαιο και Συνταγματικές Διατάξεις

  • Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, κυρίως Άρθρα 4 (Ισότητα), 5 (Ισότητα φύλων), 25 (Κοινωνική δικαιοσύνη).

  • Νόμος 4531/2018 για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και την προστασία των θυμάτων.

  • Νόμος 3500/2006 για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας.

Βία κατά των Ανδρών και Ψυχιατρικές Έρευνες

Επιστημονικές Μελέτες και Ψυχιατρική Βιβλιογραφία

  • Hines, D.A. & Douglas, E.M. (2010). Intimate terrorism by women towards men: Does it exist? Journal of Aggression, Conflict and Peace Research.

  • Straus, M.A. (2008). Dominance and symmetry in partner violence by male and female university students in 32 nations. Children and Youth Services Review.

  • Tsui, V. (2014). Male victims of intimate partner abuse: Use and helpfulness of services. Social Work.

  • Machado, A. et al. (2020). Psychological impact of domestic violence on male victims: A systematic review. International Journal of Environmental Research and Public Health.

  • Walker, L.E. (2009). The battered woman syndrome and implications for male victims. Journal of Family Violence.

  • Cook, P.W. (2009). Abused Men: The Hidden Side of Domestic Violence. Praeger Publishers.

  • Hines, D.A., Brown, J. & Dunning, E. (2007). Characteristics of callers to the Domestic Abuse Helpline for Men. Journal of Family Violence.

  • Tsang, S. et al. (2021). Male victims of sexual abuse in childhood and adolescence: Mental health outcomes and barriers to disclosure. Journal of Child Sexual Abuse.

  • Walker, C. (2015). Gender bias in the recognition of male victims of sexual violence. Psychology, Crime & Law.

Comments are closed.