ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

 Απο Γιάννη Ζαχαρόπουλο  Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

ΑΝΑΦΟΡΑ  ΠΡΟΣ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

  • Imbalance in Public Institutional Communication on Victimisation Data Αριθμός Πρωτοκόλλου: PP-2026-0427-001
    Ημερομηνία Καταχώρισης: 27 Απριλίου 2026

Cover Email:

Αξιότιμοι/ες κύριοι/ες,

Η παρούσα αποστολή αποτελεί επίσημη θεσμική αναφορά σχετικά με ζητήματα δημόσιας επικοινωνίας, στατιστικής αποτύπωσης και πιθανής θεσμικής ανισορροπίας στην παρουσίαση δεδομένων που αφορούν μορφές βίας και θυματοποίησης από κρατικούς φορείς και δημόσιες δηλώσεις αρμόδιου Υπουργού. Η αναφορά απευθύνεται προς τους αρμόδιους θεσμικούς και εποπτικούς φορείς της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς και προς τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για την τήρηση των αρχών της ισότητας, της διαφάνειας και της θεσμικής αμεροληψίας.   Στο παρόν email επισυνάπτεται η πλήρης αναλυτική αναφορά και τεκμηρίωση των επισημάνσεων.

ΑΝΑΦΟΡΑ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΟΣ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΠΡΟΣ:

  • Βουλή των Ελλήνων – Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας
  • Συνήγορο του Πολίτη
  • Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
  • Αρχή Προστασίας Δεδομένων
  • Yπουργειο προστασιας του Πολιτη – Γραφειο υπουργου
  • Eυρωπαικη Επιτροπη

ΘΕΜΑ:

Θεσμική καταγγελία για δημόσιο λόγο, στατιστική παρουσίαση και άνιση και μη ισορροπημένη αποτύπωση κοινωνικών φαινομένων στις δηλώσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη – 27/04/2026


Με την παρούσα υποβάλλεται επίσημη αναφορά σχετικά με πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, οι οποίες αφορούν την ενδοοικογενειακή βία, την εγκληματικότητα και συναφή κοινωνικά ζητήματα.

Αναγνωρίζεται ότι η καταγραφή και δημοσιοποίηση στατιστικών στοιχείων αποτελεί θεμιτό εργαλείο διαφάνειας και αποτύπωσης της κρατικής δράσης. Ωστόσο, ο τρόπος επιλογής, παρουσίασης και ερμηνείας των δεδομένων από ανώτατο κυβερνητικό αξιωματούχο οφείλει να πληροί αυστηρά κριτήρια επιστημονικής ουδετερότητας, θεσμικής ισορροπίας και αποφυγής δημιουργίας κοινωνικών εντυπώσεων που ενδέχεται να οδηγούν σε μονοδιάστατη ανάγνωση σύνθετων φαινομένων.
Παρατηρείται σε διαχρονικό και διατομεακό επίπεδο μια προβληματική απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της θεσμικής ουδετερότητας κατά την παρουσίαση, ερμηνεία και επικοινωνιακή διαχείριση ζητημάτων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, η οποία εκδηλώνεται τόσο στον δημόσιο θεσμικό λόγο όσο και στη μιντιακή κάλυψη, καθώς και στην επικοινωνιακή πρακτική κυβερνητικών και λοιπών θεσμικών φορέων. Η συστηματική και επαναλαμβανόμενη εστίαση σε επιμέρους μόνο διαστάσεις του φαινομένου, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ή αποσπασματική ανάδειξη άλλων μορφών θυματοποίησης και κοινωνικής ευαλωτότητας, δημιουργεί de facto συνθήκες άνισης θεσμικής προβολής των θυμάτων και συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας μερικής και μη αντιπροσωπευτικής εικόνας της πραγματικότητας.
Η εν λόγω πρακτική δεν αφορά μόνο το επίπεδο της επικοινωνίας, αλλά επηρεάζει ευρύτερα την κοινωνική αντίληψη για τη βία, την εγκληματικότητα και την προστασία των θυμάτων, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ζήτημα θεσμικής ισορροπίας και αντικειμενικότητας στη δημόσια σφαίρα. Η κατάσταση αυτή εγείρει σοβαρό προβληματισμό ως προς τη συμμόρφωση με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και της μη διάκρισης, η οποία οφείλει να διέπει όχι μόνο την κρατική δράση καθαυτή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα δημόσια φαινόμενα καταγράφονται, ιεραρχούνται και επικοινωνούνται προς την κοινωνία. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη για πιο ισορροπημένη και πλήρη αποτύπωση των δεδομένων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία θεσμικών ή κοινωνικών ανισοτήτων στην αναγνώριση και προστασία όλων των θυμάτων, ανεξαρτήτως φύλου ή κοινωνικής κατηγορίας.

ΘΕΣΜΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η παρούσα αναφορά εδράζεται στο ισχύον συνταγματικό, νομοθετικό και υπερεθνικό νομικό πλαίσιο που διέπει τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης διακρίσεων, της θεσμικής αμεροληψίας και της υποχρέωσης του κράτους για πλήρη, ακριβή και ισορροπημένη δημόσια ενημέρωση σε ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, πρόληψης εγκληματικότητας και προστασίας θυμάτων. Σε συνταγματικό επίπεδο, το Σύνταγμα της Ελλάδας κατοχυρώνει ρητώς την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και της ίσης προστασίας των δικαιωμάτων (ιδίως άρθρο 4), καθώς και την αρχή της αναλογικότητας και της πλήρους προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων (άρθρο 25), επιβάλλοντας δεσμευτική υποχρέωση σε όλα τα κρατικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της εκτελεστικής εξουσίας και των υπουργείων, να ασκούν τη δημόσια εξουσία με ουδετερότητα, αντικειμενικότητα και χωρίς διακριτική ή ιεραρχική μεταχείριση κοινωνικών ομάδων. Παράλληλα, το συνταγματικό πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης και της υπουργικής ευθύνης επιβάλλει την τήρηση της νομιμότητας, της διαφάνειας και της θεσμικής αμεροληψίας, ενώ το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη φέρει αυξημένη υποχρέωση ακριβούς και πλήρους αποτύπωσης των κοινωνικών και στατιστικών δεδομένων που αφορούν τη δημόσια ασφάλεια.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 20, 21 και 23) κατοχυρώνει τις αρχές της ισότητας ενώπιον του νόμου, της απαγόρευσης διακρίσεων και της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, επιβάλλοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση τα δημόσια πολιτικά πλαίσια να εφαρμόζουν ευρεία και συμπεριληπτική προσέγγιση ίσης μεταχείρισης. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει παγίως αναδείξει την υποχρέωση των κρατών να αποφεύγουν άμεσες ή έμμεσες μορφές ανισότητας κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Η εθνική νομολογία, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, έχει επίσης παγίως επιβεβαιώσει τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας και της διοικητικής ουδετερότητας κατά την άσκηση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, ενισχύοντας την υποχρέωση των δημόσιων αρχών να αποφεύγουν επιλεκτική, αποσπασματική ή παραπλανητική αποτύπωση πραγματικών δεδομένων που δύναται να επηρεάσει την αντίληψη της κοινωνίας περί ισότητας και θεσμικής εμπιστοσύνης.

Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, το κράτος και όλοι οι αρμόδιοι θεσμικοί φορείς φέρουν όχι μόνο υποχρέωση νομιμότητας ως προς τις πράξεις τους, αλλά και ουσιαστική υποχρέωση διασφάλισης ότι η δημόσια επικοινωνία, η στατιστική αποτύπωση και η διαμόρφωση πολιτικής αντικατοπτρίζουν το σύνολο της πραγματικότητας με τρόπο πλήρη, ισορροπημένο και μη επιλεκτικό. Η απαίτηση για διαφανή, αναλυτικά και αποδιαρθρωμένα δεδομένα (disaggregated data) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ίση ορατότητα όλων των μορφών θυματοποίησης και την αποφυγή επικοινωνιακής ή θεσμικής υποεκπροσώπησης. Η μη τήρηση των ανωτέρω αρχών δύναται να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με τις συνταγματικές και ευρωπαϊκές επιταγές περί ισότητας, θεσμικής αμεροληψίας και χρηστής διοίκησης, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της θεσμικής εποπτείας και της διαρκούς αξιολόγησης της κρατικής επικοινωνιακής και πολιτικής πρακτικής στον συγκεκριμένο τομέα.

Ζήτημα θεσμικής ισορροπίας και πλήρους αποτύπωσης δεδομένων
Στις δημόσιες τοποθετήσεις παρατηρείται ιδιαίτερη και επαναλαμβανόμενη έμφαση σε συγκεκριμένες μορφές θυματοποίησης και εγκληματικότητας, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη, ισοδύναμη και συστηματική παρουσίαση του συνόλου των διαθέσιμων στατιστικών δεδομένων που αφορούν όλες τις κατηγορίες θυμάτων βίας, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας ή κοινωνικής ομάδας. Η επιλεκτική προβολή επιμέρους μόνο πτυχών του φαινομένου, ακόμη και όταν αυτές είναι πραγματικές και σοβαρές, δημιουργεί ζήτημα θεσμικής πληρότητας και συνοχής της εικόνας που διαμορφώνεται στην κοινή γνώμη. Η απουσία ισόρροπης και ολοκληρωμένης αναφοράς σε όλες τις μορφές θυματοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των ανδρικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης ή άλλων μορφών βίας που καταγράφονται από τις αρμόδιες αρχές, ενδέχεται να οδηγεί σε μερική αποτύπωση της πραγματικής έκτασης και πολυπλοκότητας του φαινομένου. Αυτό δεν αφορά μόνο τη στατιστική διάσταση, αλλά και τη θεσμική υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει ότι η δημόσια ενημέρωση αντανακλά με ακρίβεια και πληρότητα το σύνολο των κοινωνικών δεδομένων, χωρίς αποκλεισμούς ή μονομερείς αναδείξεις. Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτει ζήτημα θεσμικής συνέπειας ως προς την αρχή της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης στην επικοινωνία δημόσιων πολιτικών, δεδομένου ότι η κρατική πολιτική ασφάλειας οφείλει να είναι καθολική, ουδέτερη και πλήρως συμπεριληπτική. Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει την ισότιμη αναγνώριση όλων των μορφών θυματοποίησης, καθώς και την αποφυγή οποιασδήποτε ιεράρχησης ή έμμεσης διαφοροποίησης ως προς τη βαρύτητα ή την προβολή των θυμάτων στη δημόσια σφαίρα.
Ζήτημα δημόσιου λόγου και κοινωνικών εντυπώσεων
Ο δημόσιος λόγος υπουργού, ιδίως όταν αφορά ζητήματα υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας όπως η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, οφείλει να διέπεται από αυξημένα κριτήρια θεσμικής ουδετερότητας, ακρίβειας και ισορροπημένης αποτύπωσης της πραγματικότητας. Η θεσμική ευθύνη που απορρέει από το αξίωμα επιβάλλει τη διατύπωση θέσεων με τρόπο που να αποφεύγει κάθε ενδεχόμενη ερμηνεία μονομερούς εστίασης σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ή δημιουργίας εντύπωσης ανισοβαρούς αντιμετώπισης του φαινομένου. Η επαναλαμβανόμενη ή αποκλειστική έμφαση σε μία μόνο κατηγορία θυμάτων, χωρίς αντίστοιχη και ρητή θεσμική αναφορά στο σύνολο των μορφών βίας και στο ευρύτερο φάσμα των θυμάτων, ενδέχεται να επηρεάζει τη δημόσια αντίληψη και να διαμορφώνει μια μερική εικόνα της πραγματικής κοινωνικής κατάστασης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει, έμμεσα αλλά ουσιαστικά, σε στρέβλωση της συνολικής κατανόησης του φαινομένου, υποβαθμίζοντας την πολυπλοκότητα και τη διατομεακή του διάσταση. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αναγκαίο ο δημόσιος θεσμικός λόγος να αποτυπώνει με πληρότητα και αναλογικότητα όλα τα διαθέσιμα δεδομένα και όλες τις κατηγορίες θυμάτων, ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών, η ισότητα στην αναγνώριση της θυματοποίησης και η αποφυγή κοινωνικών εντυπώσεων που μπορεί να δημιουργούν αίσθηση επιλεκτικής ευαισθησίας ή επικοινωνιακής ιεράρχησης των προβλημάτων.
 
Ζήτημα πολυφωνίας και επιστημονικής προσέγγισης πολιτικών
Παρατηρείται επίσης περιορισμένη και μη επαρκώς ορατή αποτύπωση εναλλακτικών επιστημονικών, κοινωνιολογικών και στατιστικών προσεγγίσεων στον δημόσιο λόγο που αφορά την εγκληματικότητα, την κοινωνική βία και τις μορφές θυματοποίησης, γεγονός που εγείρει ζήτημα ουσιαστικής θεσμικής και επιστημονικής πολυφωνίας στη διαδικασία διαμόρφωσης, τεκμηρίωσης και επικοινωνίας της δημόσιας πολιτικής ασφάλειας. Η απουσία συστηματικής αναφοράς σε διαφορετικά ερμηνευτικά μοντέλα ή σε ευρύτερο φάσμα εμπειρικών δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμένη αντίληψη της πολυπλοκότητας των κοινωνικών φαινομένων και να μειώσει την πληρότητα της δημόσιας συζήτησης. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής τεκμηρίωσης και της θεσμικής διαβούλευσης με περισσότερους ερευνητικούς και κοινωνικούς φορείς, ώστε η χάραξη πολιτικής να βασίζεται σε ευρύ, διασταυρωμένο και πολυπαραγοντικό σύνολο δεδομένων. Η μονοδιάστατη προσέγγιση σύνθετων κοινωνικών ζητημάτων ενέχει τον κίνδυνο απλοποίησης φαινομένων που εκ φύσεως απαιτούν πολυεπίπεδη ανάλυση και διεπιστημονική προσέγγιση. Κατά συνέπεια, η δημόσια πολιτική ασφάλειας οφείλει να θεμελιώνεται σε πλήρη, αξιόπιστα και επιστημονικά διασταυρωμένα δεδομένα, να ενσωματώνει διαφορετικές σχολές σκέψης και ερμηνείας και να διασφαλίζει ότι η δημόσια επικοινωνία των πολιτικών δεν περιορίζεται σε επιλεκτικές ή μεμονωμένες αφηγήσεις, αλλά αντανακλά το σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας με τρόπο ισορροπημένο, αντικειμενικό και θεσμικά τεκμηριωμένο.

Αίτημα θεσμικής διερεύνησης

Παρατηρείται ότι, ενώ στο δημόσιο πεδίο υφίστανται και καταγράφονται ιδιαίτερα σοβαρά και αυξανόμενα κοινωνικά ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία, τις αυτοκτονικές συμπεριφορές, τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, καθώς και μορφές βίας που πλήττουν και αγόρια και άνδρες σε διάφορα στάδια της ζωής τους, ο δημόσιος λόγος και η θεσμική επικοινωνία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη εμφανίζουν περιορισμένη έως αποσπασματική αναφορά σε αυτές τις διαστάσεις. Η επιλεκτική αυτή εστίαση δημιουργεί την εντύπωση μη ισόρροπης θεσμικής προσοχής ως προς το σύνολο των κοινωνικών αναγκών προστασίας, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια δημόσια εικόνα που δεν αντανακλά πλήρως την πολυπαραγοντική φύση της βίας και της κοινωνικής ευαλωτότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την συνταγματική αρχή της ισότητας και της αμεροληψίας της κρατικής δράσης, καθώς η Πολιτεία οφείλει να προσεγγίζει ισότιμα όλα τα θύματα και όλες τις μορφές κοινωνικής βίας, χωρίς ιεράρχηση ή επικοινωνιακή υποεκπροσώπηση συγκεκριμένων κατηγοριών.

Για τους ανωτέρω λόγους ζητείται:

  1. Η θεσμική αξιολόγηση του κατά πόσο ο δημόσιος λόγος του Υπουργού ανταποκρίνεται στις αρχές της ουδετερότητας και της ίσης θεσμικής μεταχείρισης όλων των θυμάτων.
  2. Η διερεύνηση της πληρότητας και ισορροπίας της δημόσιας παρουσίασης στατιστικών δεδομένων.
  3. Η διασφάλιση ότι οι μελλοντικές δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων θα περιλαμβάνουν πλήρη και μη επιλεκτική αποτύπωση όλων των κοινωνικών διαστάσεων του φαινομένου της βίας.
  4. Η ενίσχυση της θεσμικής πολυφωνίας στη χάραξη και επικοινωνία πολιτικών δημόσιας ασφάλειας.
ΖΗΤΗΜΑ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗΣ
Παρατηρείται ότι στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής και της θεσμικής επικοινωνίας για ζητήματα βίας, εγκληματικότητας και κοινωνικής θυματοποίησης, αναδεικνύονται συστηματικά συγκεκριμένες κατηγορίες περιστατικών, με ιδιαίτερη έμφαση σε μορφές έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχη και ισόρροπη αποτύπωση άλλων εξίσου υπαρκτών και κοινωνικά κρίσιμων φαινομένων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ζητήματα ψυχικής υγείας, αυτοκτονικότητας, βίας στο σχολικό περιβάλλον, καθώς και μορφές θυματοποίησης που αφορούν αγόρια και άνδρες, οι οποίες καταγράφονται σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής πραγματικότητας και των αρμόδιων υπηρεσιών, αλλά δεν αναδεικνύονται με την ίδια συστηματικότητα ή θεσμική προβολή στον δημόσιο λόγο. Η επιλεκτική αυτή επικοινωνιακή αποτύπωση δημιουργεί την εντύπωση θεσμικής ανισορροπίας ως προς την αναγνώριση και ορατότητα διαφορετικών κατηγοριών θυμάτων, γεγονός που επηρεάζει τη συνολική αντίληψη της κοινωνίας για τη φύση και την έκταση της βίας. Η μονομερής εστίαση σε συγκεκριμένες διαστάσεις του φαινομένου, σε συνδυασμό με την περιορισμένη θεσμική αναφορά σε μορφές θυματοποίησης που δεν εντάσσονται στο κυρίαρχο επικοινωνιακό πλαίσιο, οδηγεί σε μια ελλιπή και μη πλήρη αποτύπωση της πραγματικότητας, η οποία δεν ανταποκρίνεται στον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα των κοινωνικών προβλημάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα ως προς τη θεσμική ουδετερότητα και την υποχρέωση ισότιμης μεταχείρισης όλων των θυμάτων από πλευράς κρατικής πολιτικής και δημόσιας επικοινωνίας. Η απουσία ισορροπημένης αναφοράς σε όλες τις μορφές βίας και σε όλα τα κοινωνικά υποκείμενα που πλήττονται, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών θυμάτων, δημιουργεί συνθήκες επικοινωνιακής ασυμμετρίας που ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά την κοινωνική αντίληψη περί ισότητας στην προστασία και να υποβαθμίζουν την πολυπλοκότητα του φαινομένου της βίας. Παράλληλα, η συνολική στάση της θεσμικής επικοινωνίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στον δημόσιο λόγο των αρμόδιων αρχών, διαμορφώνει ένα πλαίσιο στο οποίο ορισμένες κατηγορίες θυματοποίησης καθίστανται εμφανώς περισσότερο ορατές από άλλες, γεγονός που εγείρει εύλογους προβληματισμούς ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας και της αμεροληψίας στη διαχείριση κοινωνικά ευαίσθητων ζητημάτων. Η απουσία ισόρροπης προσέγγισης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επικοινωνιακής πολιτικής, αλλά ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας και ουσιαστικής εφαρμογής της αρχής της ίσης προστασίας όλων των πολιτών από το κράτος.

Καταληκτική Ενότητα

Η προστασία των θυμάτων βίας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη και συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της Πολιτείας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην ποινική αντιμετώπιση των περιστατικών, αλλά εκτείνεται και στη θεσμική υποχρέωση ορθής, πλήρους και ισόρροπης αποτύπωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Η αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών στον τομέα αυτό προϋποθέτει απόλυτη θεσμική ουδετερότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και αποφυγή κάθε μορφής επικοινωνιακής επιλεκτικότητας που μπορεί να αλλοιώνει την αντίληψη της κοινής γνώμης για τη φύση και την έκταση των φαινομένων βίας. Παράλληλα, η ίση αναγνώριση όλων των μορφών θυματοποίησης, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας ή κοινωνικής κατηγορίας, αποτελεί θεμελιώδη όρο δημοκρατικής νομιμοποίησης της κρατικής δράσης και ουσιαστικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας. Η τυχόν επικοινωνιακή ή θεσμική υποεκπροσώπηση συγκεκριμένων κατηγοριών θυμάτων υπονομεύει τη συνοχή της δημόσιας πολιτικής, δημιουργεί ελλείμματα εμπιστοσύνης στους θεσμούς και ενδέχεται να οδηγήσει σε στρεβλή κοινωνική αντίληψη ως προς την πραγματική διάσταση των προβλημάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αναγκαία μια συνολική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο το κράτος, οι θεσμοί και οι αρμόδιοι φορείς επικοινωνούν, ιεραρχούν και παρουσιάζουν τα δεδομένα της βίας, με στόχο τη διασφάλιση πλήρους διαφάνειας, ισοτιμίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Comments are closed.