Αίτημα θεσμικού ελέγχου της ισότιμης προστασίας όλων των θυμάτων, της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των φύλων και της επάρκειας των δημόσιων πολιτικών για άνδρες και παιδιά.

ΘΕΜΑ: Αίτημα θεσμικού ελέγχου της ισότιμης προστασίας όλων των θυμάτων, της εφαρμογής της αρχής της ισότητας των φύλων και της επάρκειας των δημόσιων πολιτικών για άνδρες  και παιδιά.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Στους κατά περίπτωση αρμόδιους εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς, σύμφωνα με τις νόμιμες αρμοδιότητές τους.

Με την παρούσα υποβάλλεται αίτημα συνολικής θεσμικής αξιολόγησης των πολιτικών ισότητας των φύλων στην Ελλάδα, με ιδιαίτερη έμφαση στην αναγνώριση, καταγραφή και ουσιαστική προστασία ανδρών και αγοριών που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν βία, διακρίσεις, κοινωνικό αποκλεισμό ή ανεπαρκή πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες.

Η ισότητα των φύλων αποτελεί συνταγματική και ευρωπαϊκή αρχή και δεν μπορεί να εξαντλείται στην υιοθέτηση πολιτικών που απευθύνονται σε μία μόνο κατηγορία πολιτών, χωρίς παράλληλη εξέταση των αναγκών, των δικαιωμάτων και των ενδεχόμενων κενών προστασίας των υπολοίπων. Η αναγνώριση της ιδιαίτερης έκτασης και των ειδικών χαρακτηριστικών της βίας κατά των γυναικών δεν αναιρεί την υποχρέωση της Πολιτείας να αντιμετωπίζει κάθε θύμα με αξιοπρέπεια, αμεροληψία και αποτελεσματικότητα.

Το παρόν αποσκοπεί στην εξέταση του κατά πόσον το συνολικό θεσμικό πλαίσιο, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι μηχανισμοί αναφοράς και καταγγελίας, οι ερευνητικές προτεραιότητες και οι χρηματοδοτούμενες δράσεις εξασφαλίζουν επαρκή, προσβάσιμη και τεκμηριωμένη προστασία για όλους.

Η υποχρέωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν οι υφιστάμενες δομές έχουν σχεδιαστεί για συγκεκριμένες ομάδες δικαιούχων. Η εξειδίκευση μπορεί να είναι θεμιτή και αναγκαία· δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδειχθεί ότι το σύνολο των αναγκών του πληθυσμού καλύπτεται. Απαιτείται να εξεταστεί ποιος παραμένει εκτός των δομών, ποιες εναλλακτικές υπηρεσίες είναι διαθέσιμες, εάν αυτές είναι πράγματι προσβάσιμες και ποιος φορέας έχει την ευθύνη να καλύψει τα κενά.

Ζητείται, συνεπώς, η εξέταση των ζητημάτων αυτών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, η δημοσιοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων, η αιτιολογημένη απάντηση των αρμόδιων αρχών και η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων για τη βελτίωση του συστήματος προστασίας και λογοδοσίας.

 ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

1. Εισαγωγή – Η ισότητα ως καθολική θεσμική υποχρέωση

Η ισότητα των φύλων αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου και προϋπόθεση για την ουσιαστική προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικό πεδίο πολιτικής προστασίας ενός μόνο φύλου ούτε να περιορίζεται στην εφαρμογή μέτρων που αφορούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες χωρίς παράλληλη εξέταση των αναγκών, των δικαιωμάτων και των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι πολίτες.

Το παρόν υπόμνημα θέτει υπό θεσμική εξέταση την πληρότητα της εφαρμογής των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης στην Ελλάδα, με ιδιαίτερη έμφαση στους άνδρες, στους πατέρες, στα αγόρια και στους άνδρες που αντιμετωπίζουν βία, οικογενειακές συγκρούσεις, κοινωνικό αποκλεισμό, προβλήματα ψυχικής ή σωματικής υγείας και δυσχέρειες πρόσβασης σε μηχανισμούς προστασίας.

Η ανάδειξη αυτών των ζητημάτων δεν αποσκοπεί στην υποβάθμιση της βίας κατά των γυναικών, στην αμφισβήτηση των ιστορικών και κοινωνικών διακρίσεων που έχουν υποστεί οι γυναίκες ή στην κατάργηση ειδικών προστατευτικών μέτρων όπου αυτά δικαιολογούνται. Αποσκοπεί στην εξέταση του κατά πόσο η δημόσια πολιτική αντιμετωπίζει το σύνολο των πολιτών ως φορείς δικαιωμάτων, διακρίνει τις πραγματικές ανάγκες από τις γενικεύσεις που βασίζονται στο φύλο και διασφαλίζει ότι κάθε μέτρο είναι νόμιμο, τεκμηριωμένο, αναλογικό και αποτελεσματικό.

Κεντρικό ερώτημα είναι εάν η ισότητα εφαρμόζεται ως ενιαία θεσμική αρχή ή εάν, σε ορισμένους τομείς, η αναγνώριση ενός προβλήματος, η ενεργοποίηση υπηρεσιών και η παροχή προστασίας διαφοροποιούνται κατά τρόπο που δεν αιτιολογείται επαρκώς από τα πραγματικά δεδομένα και το εφαρμοστέο δίκαιο.

2. Συνταγματικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο

Το Σύνταγμα της Ελλάδας κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου, την προστασία της ανθρώπινης αξίας, την προσωπική ελευθερία, την προστασία της οικογένειας, την κοινωνική προστασία και την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το άρθρο 4 κατοχυρώνει την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και την ισότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανδρών και γυναικών. Το άρθρο 25 θέτει τις βασικές αρχές προστασίας των δικαιωμάτων και της λειτουργίας του κράτους δικαίου, ενώ το άρθρο 116 παράγραφος 2 επιτρέπει θετικά μέτρα για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Η δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων δεν σημαίνει ότι κάθε μέτρο που επικαλείται την ισότητα είναι αυτομάτως νόμιμο ή ότι εξαιρείται από τον έλεγχο της αναλογικότητας, της τεκμηρίωσης και της συμβατότητάς του με το υπόλοιπο συνταγματικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει τον σκοπό του μέτρου, την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης, τα διαθέσιμα στοιχεία, την καταλληλότητα των επιλεγμένων μέσων και τις επιπτώσεις του στα δικαιώματα άλλων προσώπων.

Αντίστοιχες εγγυήσεις προβλέπονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύουν την Ελλάδα. Η ισότητα, η απαγόρευση των διακρίσεων, ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και η προστασία των παιδιών αποτελούν αλληλένδετες υποχρεώσεις.

Κατά συνέπεια, η θεσμική αξιολόγηση των πολιτικών ισότητας δεν μπορεί να περιορίζεται στην εξέταση του εάν μια πολιτική έχει θετικό σκοπό. Πρέπει να εξετάζεται και εάν εφαρμόζεται με τρόπο που σέβεται το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, χωρίς αυθαίρετες διακρίσεις ή ανεπαρκώς αιτιολογημένες διαφοροποιήσεις.

3. Άνδρες και αγόρια ως αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων

Οι άνδρες και τα αγόρια δεν αποτελούν απλώς έμμεσους αποδέκτες των πολιτικών ισότητας ούτε πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως πιθανοί δράστες ή ως ομάδα που δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες κοινωνικές και θεσμικές δυσκολίες. Είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων, με ανάγκες που οφείλουν να αναγνωρίζονται, να καταγράφονται και να αντιμετωπίζονται βάσει πραγματικών στοιχείων.

Η θεσμική προστασία δεν μπορεί να στηρίζεται σε προκατασκευασμένες αντιλήψεις για το πώς συμπεριφέρεται ένας άνδρας, ποιον ρόλο οφείλει να έχει στην οικογένεια, πόσο ευάλωτος θεωρείται ή εάν είναι κοινωνικά αποδεκτό να ζητήσει βοήθεια. Η σωματική δύναμη, το φύλο ή οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ανδρικού ρόλου δεν συνιστούν τεκμήριο απουσίας θυματοποίησης, ψυχικής επιβάρυνσης ή ανάγκης προστασίας.

Αντίστοιχα, η ιδιότητα του άνδρα δεν μπορεί να αποτελεί τεκμήριο ενοχής, επικινδυνότητας ή ευθύνης σε μια οικογενειακή ή κοινωνική σύγκρουση. Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων, των πραγματικών περιστάσεων και των εφαρμοστέων κανόνων.

Η αναγνώριση των ιδιαίτερων αναγκών των ανδρών και των αγοριών δεν αντιστρατεύεται την ισότητα των γυναικών. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη πολιτική που δεν αποκλείει καμία ομάδα από την προστασία των δικαιωμάτων της.

4. Βία, θυματοποίηση και πρόσβαση σε μηχανισμούς προστασίας

Η βία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρή προσβολή της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας, ανεξάρτητα από το φύλο του θύματος και του δράστη, με την επιφύλαξη των ειδικών νομικών πλαισίων που αφορούν συγκεκριμένες μορφές βίας και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις προστασίας.

Η βία κατά των γυναικών και η ενδοοικογενειακή βία απαιτούν εξειδικευμένη πρόληψη, καταγραφή, διερεύνηση και υποστήριξη. Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται εάν άνδρες και αγόρια που υφίστανται βία διαθέτουν ουσιαστική δυνατότητα να αναγνωριστούν ως θύματα, να καταγγείλουν τα περιστατικά και να αποκτήσουν πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες.

Η ύπαρξη νομικών δικαιωμάτων δεν αρκεί, εάν στην πράξη η πρόσβαση σε προστασία εξαρτάται από στερεότυπα, από την έλλειψη κατάλληλων δομών ή από την απουσία σαφούς διαδικασίας παραπομπής. Απαιτείται να εξεταστεί εάν οι αστυνομικές αρχές, οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι φορείς ψυχολογικής υποστήριξης αντιμετωπίζουν κάθε αναφορά με σοβαρότητα και σύμφωνα με τα ίδια νόμιμα κριτήρια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα ενός άνδρα να ζητήσει βοήθεια χωρίς να θεωρείται εκ των προτέρων ότι υπερβάλλει, ότι δεν μπορεί να είναι θύμα ή ότι οφείλει να επιλύσει μόνος του την κατάσταση. Αντίστοιχα, κάθε καταγγελία πρέπει να εξετάζεται με σεβασμό προς το φερόμενο θύμα, χωρίς να υποκαθίσταται η διερεύνηση από γενικεύσεις για το φύλο οποιουδήποτε εμπλεκομένου.

Ζητείται, συνεπώς, να αποσαφηνιστούν οι πραγματικές δυνατότητες πρόσβασης των ανδρών και των αγοριών σε υπηρεσίες υποστήριξης, οι διαδικασίες παραπομπής, τα διαθέσιμα προγράμματα, οι περιορισμοί των υφιστάμενων δομών και οι ενέργειες που προβλέπονται όταν ένα περιστατικό δεν εμπίπτει στις υπηρεσίες που έχουν σχεδιαστεί για συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων.

Απαιτείται επίσης συστηματική συλλογή δεδομένων για το φύλο, την ηλικία, τη μορφή της βίας, τη σχέση θύματος και φερόμενου δράστη, τις καταγγελίες, τις παραπομπές και την έκβαση των υποθέσεων. Η δημοσίευση τέτοιων στοιχείων, με σεβασμό στην προστασία προσωπικών δεδομένων, θα επιτρέψει την αξιολόγηση των αναγκών και την αποφυγή τόσο της υποκαταγραφής όσο και των ατεκμηρίωτων γενικεύσεων.

4.1 Ασυμμετρία στην πρόσβαση σε εξειδικευμένες τηλεφωνικές γραμμές και δομές υποστήριξης

Η λειτουργία της πανελλαδικής γραμμής SOS 15900, η οποία απευθύνεται σε γυναίκες θύματα βίας και συνδέεται με εξειδικευμένο δίκτυο συμβουλευτικών κέντρων και ξενώνων, αποτελεί συγκεκριμένο παράδειγμα οργανωμένης κρατικής υποστήριξης. Αντιθέτως, για τους άνδρες που υφίστανται βία, απαιτείται να αποσαφηνιστεί ποιος αντίστοιχος, σαφώς προσδιορισμένος μηχανισμός παρέχει εξειδικευμένη υποδοχή, ψυχοκοινωνική συμβουλευτική, νομική ενημέρωση, παραπομπή και, όπου απαιτείται, ασφαλή φιλοξενία.

Η αναφορά στη γραμμή 13600 ως υπηρεσία ψυχικής μέριμνας για άνδρες δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ισοδύναμη προστασία. Πρέπει να εξεταστούν επισήμως η αρμοδιότητά της, η ομάδα στην οποία απευθύνεται, το ωράριο λειτουργίας, οι υπηρεσίες που παρέχει και το κατά πόσο καλύπτει περιστατικά βίας και κακοποίησης. Η γενική ψυχολογική ή ψυχιατρική υποστήριξη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με έναν εξειδικευμένο μηχανισμό υποδοχής θυμάτων βίας, διαχείρισης κινδύνου και παραπομπής σε νομικές, κοινωνικές και στεγαστικές υπηρεσίες.

Ζητείται, επομένως, από τα αρμόδια υπουργεία να διευκρινίσουν εγγράφως ποια είναι η πλήρης διαδρομή προστασίας για έναν άνδρα ή ένα αγόρι που υφίσταται ενδοοικογενειακή ή άλλη μορφή βίας, ποια υπηρεσία αναλαμβάνει την πρώτη επικοινωνία, πού παραπέμπεται το περιστατικό, ποιες υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οικονομική επιβάρυνση και ποιες επιλογές ασφαλούς φιλοξενίας είναι διαθέσιμες. Ζητείται επίσης να εξεταστεί εάν τα υφιστάμενα μέτρα καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες αυτές ή εάν απαιτείται η δημιουργία σαφούς, προσβάσιμου και εξειδικευμένου μηχανισμού υποστήριξης.

Το ερώτημα δεν είναι εάν οι γυναίκες πρέπει να διαθέτουν εξειδικευμένες υπηρεσίες —η ανάγκη αυτή αναγνωρίζεται— αλλά εάν η Πολιτεία διασφαλίζει ότι και οι άνδρες και τα αγόρια που χρειάζονται προστασία έχουν σαφή, αποτελεσματική και κατάλληλη διαδρομή βοήθεια

5. Οικογένεια, πατρότητα και γονική ευθύνη

Η οικογένεια και η γονική ευθύνη αποτελούν πεδία στα οποία πρέπει να προστατεύονται τα δικαιώματα όλων των μελών της οικογένειας, με πρωταρχικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Η μητρότητα και η πατρότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικές ιδιότητες, αλλά ως διαφορετικές σχέσεις γονικής ευθύνης που αξιολογούνται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

Ο πατέρας είναι αυτοτελής φορέας γονικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η συμμετοχή του στη ζωή του παιδιού, η διατήρηση ουσιαστικής σχέσης μαζί του και η δυνατότητα να ακουστεί σε διαδικασίες που αφορούν τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία πρέπει να εξετάζονται βάσει του νόμου και των συγκεκριμένων στοιχείων κάθε περίπτωσης.

Η ισότητα των γονέων δεν σημαίνει αυτόματη επιβολή πανομοιότυπης λύσης σε κάθε οικογενειακή διαφορά. Σημαίνει ότι οι αποφάσεις δεν πρέπει να στηρίζονται σε γενικές παραδοχές περί καταλληλότητας ή ακαταλληλότητας λόγω φύλου, αλλά σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της ασφάλειας, της σταθερότητας, της φροντίδας, των αναγκών και της γνώμης του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.

Απαιτείται, επομένως, να εξεταστεί εάν οι διαδικασίες οικογενειακής δικαιοσύνης παρέχουν ισότιμη δυνατότητα ακρόασης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας σε μητέρες και πατέρες, εάν οι αποφάσεις αιτιολογούνται επαρκώς και εάν οι υπηρεσίες υποστήριξης αντιμετωπίζουν με συνέπεια ζητήματα γονικής αποξένωσης, παρεμπόδισης επικοινωνίας, ενδοοικογενειακής βίας ή άλλων σοβαρών συγκρούσεων.

Η προστασία του παιδιού δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αφηρημένο επιχείρημα υπέρ του ενός ή του άλλου γονέα. Απαιτεί συγκεκριμένη διερεύνηση των αναγκών του παιδιού και των πραγματικών περιστάσεων. Κάθε ισχυρισμός περί βίας ή κινδύνου πρέπει να εξετάζεται σοβαρά και χωρίς καθυστέρηση, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλίζονται η δίκαιη διαδικασία, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και η προστασία από αυθαίρετες αποφάσεις.

Ζητείται να εξεταστούν οι διαθέσιμες διαδικασίες οικογενειακής διαμεσολάβησης όπου επιτρέπεται, η πρόσβαση σε νομική και ψυχολογική υποστήριξη, η παρακολούθηση της εφαρμογής δικαστικών αποφάσεων και η συλλογή αξιόπιστων δεδομένων για την έκβαση των υποθέσεων. Η αποτελεσματική προστασία των παιδιών προϋποθέτει λειτουργικούς θεσμούς και όχι την υιοθέτηση γενικευμένων αντιπαραθέσεων μεταξύ μητέρων και πατέρων.

6. Παιδιά και αγόρια: προστασία, εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη

Τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτοτελή υποκείμενα δικαιωμάτων και όχι ως προέκταση της ταυτότητας, των συγκρούσεων ή των κοινωνικών ρόλων των ενηλίκων. Η προστασία τους απαιτεί πρόληψη της κακοποίησης, έγκαιρη παρέμβαση, υποστήριξη της ψυχικής υγείας, ασφαλές εκπαιδευτικό περιβάλλον και ουσιαστική δυνατότητα έκφρασης της γνώμης τους.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξετάζονται ειδικά οι ανάγκες των αγοριών, χωρίς να παραβλέπονται οι ανάγκες των κοριτσιών. Τα στερεότυπα περί ανδρικής σκληρότητας, συναισθηματικής αντοχής ή υποχρέωσης αυτοδύναμης αντιμετώπισης των δυσκολιών μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την αναζήτηση βοήθειας. Η εκπαίδευση, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας και οι κοινωνικές δομές οφείλουν να αναγνωρίζουν τέτοιους κινδύνους και να προσφέρουν κατάλληλη υποστήριξη.

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πολιτικών πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα για τη σχολική επίδοση, τη φοίτηση, την εγκατάλειψη του σχολείου, τις μαθησιακές δυσκολίες, τον σχολικό εκφοβισμό, την ψυχική υγεία και την πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες. Εφόσον προκύπτουν διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, αυτές πρέπει να διερευνώνται χωρίς να αποδίδονται αυτομάτως σε έμφυτες ιδιότητες ή σε μονοδιάστατες κοινωνικές εξηγήσεις.

Η προαγωγή της ισότητας στην εκπαίδευση προϋποθέτει την αποφυγή στερεοτύπων και για τα δύο φύλα. Δεν είναι συμβατό με μια ολοκληρωμένη πολιτική ισότητας να καταπολεμάται ένα στερεότυπο ενώ παραμένουν αόρατες άλλες μορφές αποκλεισμού ή οι ανάγκες μιας διαφορετικής ομάδας μαθητών.

Ζητείται η δημοσιοποίηση συγκρίσιμων στοιχείων και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών παρεμβάσεων ως προς την αποτελεσματικότητά τους για όλα τα παιδιά, με ιδιαίτερη προσοχή στις ομάδες που εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο σχολικής αποτυχίας, κοινωνικής απομόνωσης ή ψυχολογικής επιβάρυνσης.

7. Εργασία, ανεργία και κοινωνική προστασία

Η ισότητα στην εργασία απαιτεί ίση πρόσβαση σε ευκαιρίες, δίκαιη μεταχείριση, προστασία από διακρίσεις και αποτελεσματικές διαδικασίες εξέτασης καταγγελιών. Οι πολιτικές απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας πρέπει να αξιολογούνται βάσει των πραγματικών αναγκών των εργαζομένων και των ανέργων, χωρίς να θεωρείται ότι οι δυσκολίες ενός φύλου είναι εκ προοιμίου σημαντικότερες από εκείνες του άλλου.

Η ανεργία, η επισφαλής εργασία, η επαγγελματική εξουθένωση, οι οικονομικές υποχρεώσεις και η δυσκολία πρόσβασης σε κοινωνικές παροχές μπορούν να επηρεάζουν σοβαρά την αξιοπρέπεια και την ψυχική υγεία. Η εξέταση αυτών των ζητημάτων απαιτεί δεδομένα ανά φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, διάρκεια ανεργίας και κατηγορία απασχόλησης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην αξιολόγηση προγραμμάτων που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες. Η ύπαρξη ειδικού προγράμματος δεν συνιστά αυτομάτως διάκριση, καθώς ενδέχεται να δικαιολογείται από πραγματικές ανισότητες ή συγκεκριμένες ανάγκες. Ωστόσο, πρέπει να είναι γνωστά τα κριτήρια επιλογής, ο επιδιωκόμενος σκοπός, τα αποτελέσματα και οι λόγοι για τους οποίους δεν προβλέπονται αντίστοιχες παρεμβάσεις σε άλλες ομάδες με τεκμηριωμένες ανάγκες.

Ζητείται, συνεπώς, να εξεταστεί εάν οι πολιτικές απασχόλησης, επαγγελματικής κατάρτισης, κοινωνικής ένταξης και υποστήριξης οικογενειών βασίζονται σε επικαιροποιημένα στοιχεία και εάν αξιολογούνται με αντικειμενικούς δείκτες. Η λογοδοσία προϋποθέτει όχι μόνο την ανακοίνωση των διαθέσιμων προγραμμάτων, αλλά και τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους και τη δυνατότητα ελέγχου των κριτηρίων κατανομής των πόρων.

8. Σωματική υγεία, ψυχική υγεία και πρόληψη

Η ισότητα στην υγεία απαιτεί η πρόληψη, η διάγνωση, η θεραπεία και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Οι διαφορές στην υγεία μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται με βάση τα επιστημονικά δεδομένα, χωρίς να δημιουργείται ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων πρόληψης.

Η ανδρική ψυχική υγεία, η πρόληψη των αυτοκτονιών, η κοινωνική απομόνωση, η εξάρτηση και η πρόσβαση σε υπηρεσίες συμβουλευτικής αποτελούν πεδία που απαιτούν συστηματική διερεύνηση. Εφόσον τα επίσημα στοιχεία καταδεικνύουν διαφορές ως προς τον κίνδυνο ή την πρόσβαση στις υπηρεσίες, οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να αξιολογούν εάν οι υφιστάμενες παρεμβάσεις επαρκούν και εάν απαιτούνται εξειδικευμένες δράσεις.

Αντίστοιχη προσέγγιση απαιτείται για την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών που αφορούν ειδικά ή συχνότερα τους άνδρες, όπως ο καρκίνος του προστάτη. Η ενημέρωση για την πρόληψη και τη διαγνωστική διερεύνηση πρέπει να στηρίζεται σε επιστημονικές κατευθυντήριες οδηγίες, στην αξιολόγηση κινδύνου και στην ενημερωμένη συνεργασία με τους επαγγελματίες υγείας.

Το ζητούμενο δεν είναι να μεταφερθούν πόροι από μια ομάδα ασθενών σε άλλη χωρίς τεκμηρίωση. Είναι να διασφαλιστεί ότι όλες οι ανάγκες υγείας αναγνωρίζονται με διαφανή κριτήρια και ότι οι προτεραιότητες της δημόσιας υγείας προκύπτουν από επιστημονική αξιολόγηση, επιδημιολογικά δεδομένα και πραγματικές ανάγκες.

Οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να παρουσιάσουν στοιχεία για τις υπηρεσίες πρόληψης, την ενημέρωση του πληθυσμού, την πρόσβαση στη διάγνωση, τις περιφερειακές ανισότητες και τα αποτελέσματα των σχετικών προγραμμάτων. Η ύπαρξη ή η απουσία ειδικών δράσεων πρέπει να αξιολογείται με βάση τα δεδομένα και όχι μόνο βάσει της δημόσιας προβολής μιας πολιτικής.

9. Δημόσια επικοινωνία, μέσα ενημέρωσης και κοινωνικά στερεότυπα

Η δημόσια επικοινωνία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη βία, την οικογένεια, την πατρότητα, την ευθύνη και την ευαλωτότητα. Οι δημόσιοι φορείς και τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να αποφεύγουν γενικεύσεις που αποδίδουν συλλογική ευθύνη σε ένα φύλο ή παρουσιάζουν την ευαλωτότητα ως ιδιότητα που αφορά αποκλειστικά το άλλο φύλο.

Η ανάδειξη της βίας κατά των γυναικών αποτελεί αναγκαία δημόσια λειτουργία. Παράλληλα, η ενημέρωση πρέπει να επιτρέπει την αναγνώριση και άλλων πραγματικών περιστατικών βίας και κακοποίησης, χωρίς υποβάθμιση της σοβαρότητάς τους λόγω του φύλου του θύματος. Η συνεπής εφαρμογή των αρχών της αξιοπρέπειας, της ακρίβειας και της αποφυγής στερεοτύπων απαιτεί σαφή διάκριση μεταξύ τεκμηριωμένων γεγονότων, στατιστικών δεδομένων, σχολίων και αξιολογικών κρίσεων.

Ανάλογη υποχρέωση διαφάνειας αφορά τις δημόσιες εκστρατείες, τις ημερίδες, τις ενημερωτικές δράσεις και τις χρηματοδοτούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να είναι γνωστά τα κριτήρια επιλογής των θεμάτων, οι στόχοι των δράσεων, οι ομάδες στις οποίες απευθύνονται και ο τρόπος αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.

Το παρόν υπόμνημα δεν ζητά την επιβολή περιορισμών στη δημόσια συζήτηση ούτε την εξομοίωση όλων των θεμάτων ανεξάρτητα από τα δεδομένα τους. Ζητά μια δημόσια επικοινωνία που να αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα των κοινωνικών προβλημάτων και να μην αποκλείει από τον δημόσιο διάλογο τις εμπειρίες και τις ανάγκες ανδρών και αγοριών.

10. Στατιστικά δεδομένα, επικαιροποίηση και τεκμηρίωση πολιτικών

Η αξιόπιστη χάραξη δημόσιας πολιτικής προϋποθέτει σύγχρονα, συγκρίσιμα, διαφανή και μεθοδολογικά τεκμηριωμένα δεδομένα. Η χρήση στατιστικών στοιχείων χωρίς σαφή αναφορά στο έτος, στον πληθυσμό που εξετάζεται, στους ορισμούς των μεταβλητών και στις μεθόδους συλλογής τους δυσχεραίνει την αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών και μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Ιδιαίτερο ζήτημα ανακύπτει όταν παλαιότερα δεδομένα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως βασική τεκμηρίωση πολιτικών, ενώ νεότερα στοιχεία είναι διαθέσιμα ή θα μπορούσαν να συλλεχθούν. Η χρονική παλαιότητα ενός στατιστικού στοιχείου δεν το καθιστά αυτομάτως άχρηστο. Καθιστά, όμως, αναγκαία την αναφορά στο έτος του, την αιτιολόγηση της χρήσης του και την εξέταση του κατά πόσο εξακολουθεί να περιγράφει με επάρκεια την πραγματικότητα.

Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τις στατιστικές που αφορούν τη βία, την ανεργία, την εκπαίδευση, την υγεία, την ψυχική υγεία, την οικογένεια και την κοινωνική προστασία. Δεν είναι επαρκές να προβάλλονται μόνο τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν μια ήδη επιλεγμένη πολιτική κατεύθυνση, χωρίς να εξετάζονται οι νεότερες τάσεις, οι εναλλακτικές ερμηνείες ή οι ανάγκες ομάδων που ενδέχεται να παραμένουν υποκαταγεγραμμένες.

Για τον λόγο αυτό ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να γνωστοποιούν τις πηγές, τη χρονική περίοδο, τη μεθοδολογία και τους δείκτες που χρησιμοποιούν για τη διαμόρφωση και την αξιολόγηση των πολιτικών ισότητας. Ζητείται επίσης να εξεταστεί εάν υπάρχουν κενά στη συλλογή στοιχείων για άνδρες και αγόρια και εάν τα υφιστάμενα συστήματα επιτρέπουν επαρκή αξιολόγηση της πρόσβασης όλων των πολιτών σε υπηρεσίες και μηχανισμούς προστασίας.

Η επικαιροποίηση των δεδομένων δεν αποτελεί τυπική διοικητική υποχρέωση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Αποτελεί βασικό όρο για τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και τη δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων που λαμβάνονται με δημόσιους πόρους.

11. Θεσμική ανταπόκριση, αναφορές και αρχειοθέτηση

Η λειτουργία των θεσμών αξιολογείται όχι μόνο από τις πολιτικές που ανακοινώνουν, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εξετάζουν τα αιτήματα των πολιτών, διερευνούν τις καταγγελίες, αιτιολογούν τις αποφάσεις τους και παρέχουν δυνατότητα επανεξέτασης όπου αυτή προβλέπεται.

Όταν αναφορές, ερωτήματα ή καταγγελίες που αφορούν ζητήματα ανδρών, πατέρων ή αγοριών δεν οδηγούν σε ουσιαστική διερεύνηση ή αρχειοθετούνται, είναι εύλογο να ζητείται ενημέρωση για τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν και για τους λόγους της συγκεκριμένης έκβασης. Η αρχειοθέτηση μπορεί να είναι νόμιμη και δικαιολογημένη σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί πρακτική που παραμένει αδιαφανής ή να υποκαθιστά την ανάγκη ειδικής εξέτασης όταν υπάρχουν ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του φορέα.

Εάν υπάρχουν επανειλημμένες αναφορές για παρόμοια ζητήματα, πρέπει να εξετάζεται εάν αυτές αφορούν μεμονωμένες υποθέσεις ή αναδεικνύουν ένα ευρύτερο κενό πολιτικής, διαδικασίας ή θεσμικής ανταπόκρισης. Η επανάληψη ενός αιτήματος δεν αποδεικνύει από μόνη της την ορθότητά του, αλλά μπορεί να αποτελεί λόγο για συστηματική εξέταση, ιδίως όταν διαφορετικοί πολίτες περιγράφουν συναφείς δυσκολίες.

Είναι, επομένως, αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι διαδικασίες υποβολής και εξέτασης αναφορών, τα κριτήρια αρχειοθέτησης, οι διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής και οι μηχανισμοί εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου. Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται εάν οι πολίτες ενημερώνονται με σαφήνεια για την αρμοδιότητα κάθε φορέα και για τις εναλλακτικές διαδικασίες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν.

Η ισότιμη πρόσβαση στους θεσμούς προϋποθέτει ότι κάθε πολίτης μπορεί να διατυπώσει ένα τεκμηριωμένο αίτημα χωρίς να αντιμετωπίζεται αρνητικά λόγω του φύλου του, ενώ οι αρμόδιες αρχές διατηρούν το δικαίωμα και την υποχρέωση να αξιολογούν κάθε υπόθεση βάσει των νόμιμων κριτηρίων και των διαθέσιμων στοιχείων.

12. Διαφοροποίηση πολιτικών και κίνδυνος άνισης μεταχείρισης

Η εφαρμογή πολιτικών που λαμβάνουν υπόψη το φύλο δεν συνιστά από μόνη της διάκριση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά μέτρα μπορεί να είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση τεκμηριωμένων ανισοτήτων, κινδύνων ή εμποδίων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι διαφοροποιήσεις αυτές στηρίζονται σε πραγματικές ανάγκες, υπηρετούν νόμιμο σκοπό και εφαρμόζονται με τρόπο συμβατό με τις συνταγματικές και ευρωπαϊκές εγγυήσεις.

Ωστόσο, όταν οι δημόσιες πολιτικές, οι διαδικασίες προστασίας και η θεσμική ανταπόκριση φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο, χωρίς να παρέχονται επαρκή δεδομένα ή σαφής αιτιολόγηση, δημιουργείται ανάγκη ελέγχου. Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν οι διαφοροποιήσεις αφορούν την αναγνώριση της θυματοποίησης, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την εξέταση καταγγελιών, την υποστήριξη γονέων ή την αξιολόγηση της ευαλωτότητας.

Η εικόνα δύο διαφορετικών σταθμών —ενός για περιπτώσεις που εντάσσονται στις καθιερωμένες προτεραιότητες μιας πολιτικής και ενός άλλου για περιπτώσεις που αφορούν άνδρες ή αγόρια— δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί μόνο με γενικές διακηρύξεις. Χρειάζεται να εξεταστούν συγκεκριμένες υποθέσεις, οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, τα δεδομένα που αξιοποιήθηκαν και οι αιτιολογίες των αποφάσεων.

Η χρήση παλαιότερων στατιστικών στοιχείων, όταν δεν συνοδεύεται από επαρκή αναφορά σε νεότερα και συγκρίσιμα δεδομένα, μπορεί να περιορίζει την πληρότητα της αξιολόγησης. Εάν, επιπλέον, διαπιστώνεται ότι οι πολιτικές ή οι διοικητικές ενέργειες ανταποκρίνονται διαφορετικά σε συγκρίσιμες περιπτώσεις ανάλογα με το φύλο, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τη διαφωνία για την προτεραιοποίηση κοινωνικών αναγκών και αφορά την ισότητα, την αναλογικότητα, την αιτιολόγηση και τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης.

Η συνταγματικότητα και η νομιμότητα των πολιτικών, των ενεργειών ή των παραλείψεων συγκεκριμένων αρχών και οργανισμών δεν μπορούν να προεξοφληθούν χωρίς εξέταση των πραγματικών περιστατικών και του εφαρμοστέου δικαίου. Οφείλουν, όμως, να παραμένουν ανοικτές σε ουσιαστικό θεσμικό έλεγχο. Όπου υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις άνισης μεταχείρισης, ανεπαρκούς αιτιολόγησης ή επιλεκτικής αξιοποίησης στοιχείων, απαιτείται διερεύνηση από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα.

13. Υποχρεώσεις δημόσιων αρχών και οργανισμών

Οι δημόσιες αρχές και οι φορείς που σχεδιάζουν, εφαρμόζουν, χρηματοδοτούν ή αξιολογούν πολιτικές ισότητας οφείλουν να λειτουργούν με διαφάνεια, τεκμηρίωση και λογοδοσία. Αυτό αφορά, ανάλογα με την αρμοδιότητα κάθε φορέα, τα αρμόδια υπουργεία, τη Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, τον Συνήγορο του Πολίτη, τις υπηρεσίες δικαιοσύνης και προστασίας του πολίτη, τις υπηρεσίες υγείας και εργασίας, τους εκπαιδευτικούς φορείς, την τοπική αυτοδιοίκηση και τους εποπτευόμενους οργανισμούς.

Η θεσμική εξέταση πρέπει να διακρίνει τις αρμοδιότητες κάθε οργανισμού και να αποφεύγει την απόδοση ευθύνης χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Παράλληλα, πρέπει να διασφαλίζεται ότι κανένας φορέας δεν επικαλείται γενικά την έλλειψη αρμοδιότητας χωρίς να ενημερώνει τον πολίτη, όπου είναι δυνατόν, για την αρμόδια υπηρεσία ή τη νόμιμη διαδικασία στην οποία μπορεί να απευθυνθεί.

Ζητείται να εξεταστεί εάν οι δημόσιες πολιτικές συνοδεύονται από σαφείς στόχους, δείκτες αποτελεσματικότητας, τακτική αξιολόγηση και δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων. Ζητείται επίσης να διευκρινιστεί εάν υπάρχουν μηχανισμοί εξέτασης παραπόνων σχετικά με την άνιση μεταχείριση και εάν οι διαδικασίες αυτές είναι προσβάσιμες, διαφανείς και αποτελεσματικές.

Η θεσμική λογοδοσία δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία πρέπει να γίνεται δεκτή ή ότι κάθε διαφοροποίηση αποτελεί παράβαση. Σημαίνει ότι κάθε καταγγελία που εμπίπτει στην αρμοδιότητα ενός φορέα πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με τους νόμιμους κανόνες και ότι κάθε απόφαση πρέπει να μπορεί να αιτιολογηθεί και να ελεγχθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα.

14. Συνολικά αιτήματα

Με βάση τα ανωτέρω, ζητείται από τους αρμόδιους θεσμούς:

  1. Να εξετάσουν εάν οι πολιτικές ισότητας και προστασίας δικαιωμάτων καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες ανδρών, πατέρων και αγοριών, χωρίς να υποβαθμίζουν την προστασία των γυναικών και των κοριτσιών.
  2. Να γνωστοποιήσουν τις πηγές, τη χρονική περίοδο και τη μεθοδολογία των στατιστικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τη χάραξη και την αξιολόγηση των σχετικών πολιτικών.
  3. Να εξετάσουν εάν υφίστανται κενά στην καταγραφή της βίας, της θυματοποίησης, της ψυχικής υγείας, της εκπαίδευσης, της εργασίας και των οικογενειακών υποθέσεων που αφορούν άνδρες και αγόρια.
  4. Να αποσαφηνίσουν τις διαθέσιμες διαδικασίες προστασίας και παραπομπής για άνδρες και αγόρια που αντιμετωπίζουν βία, κακοποίηση ή άλλες σοβαρές δυσκολίες.
  5. Να αξιολογήσουν εάν οι διαδικασίες οικογενειακής δικαιοσύνης και γονικής προστασίας εφαρμόζουν εξατομικευμένα και αντικειμενικά κριτήρια, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων.
  6. Να εξετάσουν εάν οι αναφορές και οι καταγγελίες που υποβάλλονται σε αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζονται με ενιαία κριτήρια, επαρκή αιτιολόγηση και σεβασμό στη νομιμότητα.
  7. Να γνωστοποιήσουν, στο μέτρο που επιτρέπεται από τον νόμο και την προστασία προσωπικών δεδομένων, τα κριτήρια και τις διαδικασίες αρχειοθέτησης, παραπομπής και επανεξέτασης υποθέσεων.
  8. Να αξιολογήσουν τυχόν διαφοροποιήσεις στη μεταχείριση συγκρίσιμων περιπτώσεων ανάλογα με το φύλο και να αιτιολογήσουν τις διαφοροποιήσεις αυτές με συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά δεδομένα.
  9. Να εξετάσουν εάν απαιτούνται διορθωτικές παρεμβάσεις, επικαιροποίηση στοιχείων, αναθεώρηση διαδικασιών ή ενίσχυση υπηρεσιών, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη πρόσβαση στην προστασία.
  10. Να παρέχουν έγγραφες και ειδικά αιτιολογημένες απαντήσεις εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους και να ενημερώσουν για τις ενέργειες που προτίθενται να αναλάβουν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ, ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ

Η ουσία του παρόντος υπομνήματος είναι ότι η ισότητα δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά από τις διακηρύξεις των θεσμών, τον αριθμό των προγραμμάτων που ανακοινώνονται ή την προβολή συγκεκριμένων κοινωνικών προβλημάτων. Πρέπει να αξιολογείται από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη, από το εάν οι πολίτες έχουν πραγματική πρόσβαση σε προστασία και από το εάν οι δημόσιες αποφάσεις βασίζονται σε επικαιροποιημένα δεδομένα, αντικειμενικά κριτήρια και επαρκή αιτιολόγηση.

Είναι αναγκαίο να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή η εικόνα που προκύπτει όταν η δημόσια πολιτική στηρίζεται σε παλαιότερα στατιστικά δεδομένα, χωρίς σαφή συνεκτίμηση νεότερων και συγκρίσιμων στοιχείων, ενώ παράλληλα οι ενέργειες, οι προτεραιότητες ή η θεσμική ανταπόκριση φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο. Η παλαιότητα ενός στατιστικού στοιχείου δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία, ούτε η ύπαρξη ειδικών μέτρων για συγκεκριμένη ομάδα συνιστά αυτομάτως διάκριση. Όταν, όμως, απουσιάζει η επαρκής τεκμηρίωση ή δεν αιτιολογούνται οι διαφοροποιήσεις, δημιουργείται εύλογη ανάγκη θεσμικού ελέγχου.

Η ανησυχία αφορά ειδικότερα την ενδεχόμενη ύπαρξη δύο διαφορετικών σταθμών: διαφορετικών κριτηρίων αναγνώρισης προβλημάτων, διαφορετικής ενεργοποίησης μηχανισμών προστασίας και διαφορετικής ανταπόκρισης σε αιτήματα ή καταγγελίες ανάλογα με το φύλο του προσώπου που ζητά βοήθεια. Εφόσον διαπιστώνεται ότι συγκρίσιμες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά χωρίς επαρκή πραγματική και νομική αιτιολόγηση, το ζήτημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό ή πολιτικό. Αφορά την τήρηση της αρχής της ισότητας, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

Στο ίδιο πλαίσιο, η αρχειοθέτηση αναφορών ή ερωτημάτων πρέπει να εξετάζεται με βάση τη νόμιμη αρμοδιότητα, την αιτιολογία, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται εκ των προτέρων ότι κάθε αρχειοθέτηση είναι εσφαλμένη. Δεν είναι, όμως, θεσμικά επαρκές να παραμένουν χωρίς απάντηση τα ερωτήματα για το εάν οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται με συνέπεια και εάν οι πολίτες έχουν πραγματική δυνατότητα να ζητήσουν έλεγχο των αποφάσεων που τους αφορούν.

Η συνταγματικότητα και η νομιμότητα των πολιτικών, των ενεργειών και των παραλείψεων των δημόσιων αρχών και οργανισμών πρέπει να αξιολογούνται βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, των εφαρμοστέων κανόνων και των αρμοδιοτήτων των ελεγκτικών οργάνων. Δεν προδικάζεται με το παρόν υπόμνημα ότι κάθε διαφοροποίηση αποτελεί παράβαση. Ζητείται, όμως, να μην αποκλείεται κανένας τομέας δημόσιας πολιτικής ή διοικητικής πρακτικής από ουσιαστικό έλεγχο, ιδίως όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις επιλεκτικής χρήσης δεδομένων, ανεπαρκούς αιτιολόγησης ή άνισης μεταχείρισης.

Η ισότητα δεν απαιτεί να αντιμετωπίζονται όλες οι περιπτώσεις με μηχανικά πανομοιότυπο τρόπο. Απαιτεί οι διαφορές να δικαιολογούνται από πραγματικά δεδομένα, νόμιμους σκοπούς και αναλογικά μέτρα. Δεν επιβάλλει να αγνοούνται οι ιδιαίτερες ανάγκες των γυναικών, ούτε επιτρέπει να παραμένουν αόρατες οι ανάγκες των ανδρών και των αγοριών. Δεν μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε ανταγωνισμό μεταξύ των φύλων. Απαιτεί από τους θεσμούς να προστατεύουν κάθε άνθρωπο, να εξετάζουν κάθε υπόθεση με βάση τα στοιχεία και να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους.

Για τους λόγους αυτούς, ζητείται από τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν τα ζητήματα που τίθενται, να παράσχουν συγκεκριμένες και αιτιολογημένες απαντήσεις, να γνωστοποιήσουν τα διαθέσιμα δεδομένα και τις εφαρμοζόμενες διαδικασίες και, όπου διαπιστωθούν ελλείψεις, να προχωρήσουν στις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες. Η εξέταση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί με σεβασμό στην ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών, στην προστασία προσωπικών δεδομένων, στις νόμιμες διαδικασίες και στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων.

Η ισότητα δεν είναι ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων. Ο όρος Ally ή συμμαχος που χρησιμοποιει η ΕΕ, το ΚΕΘΙ και το υπουργειο οικογενειας οταν αναφερεται στον αντρικο πληθυσμο, ειναι αναφορα οχι δημιουργιας δρασεων και λυσεων αλλα υποτίμησης, αντιθετη στο νομο και το συνταγμα. Είναι η υποχρέωση των θεσμών να προστατεύουν τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου, να εφαρμόζουν τον νόμο χωρίς αυθαίρετες διακρίσεις, να βασίζουν τις πολιτικές τους σε αξιόπιστα και επικαιροποιημένα δεδομένα και να λογοδοτούν για τις αποφάσεις και τις παραλείψεις τους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

Συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο

Α.1. Ελληνικό Σύνταγμα

Άρθρο 4 παρ. 1 και 2: Ισότητα ενώπιον του νόμου και ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.

Άρθρο 5: Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, σύμφωνα με τους όρους του Συντάγματος.

Άρθρο 20: Δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και οι συναφείς διαδικαστικές εγγυήσεις.

Άρθρο 21: Προστασία της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας και της υγείας.

Άρθρο 22: Προστασία της εργασίας και της ίσης αμοιβής, σύμφωνα με το περιεχόμενο της διάταξης.

Άρθρο 25: Αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άρθρο 116 παρ. 2: Επιτρέπει τη λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας ανδρών και γυναικών και προβλέπει την άρση υφιστάμενων ανισοτήτων, ιδίως σε βάρος των γυναικών.

Η διάταξη δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκομμένα από το άρθρο 4 και τις λοιπές συνταγματικές εγγυήσεις. Η αξιολόγηση μιας θετικής δράσης προϋποθέτει εξέταση του σκοπού της, των πραγματικών ανισοτήτων στις οποίες ανταποκρίνεται, της καταλληλότητάς της και των ορίων της. Η συνταγματική αναγνώριση θετικών μέτρων δεν αποτελεί αυτοτελή απόδειξη ότι κάθε συγκεκριμένη ρύθμιση είναι αναλογική ή αποτελεσματική.

Α.2. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

  • Άρθρο 20: Ισότητα ενώπιον του νόμου.

  • Άρθρο 21: Απαγόρευση διακρίσεων, μεταξύ άλλων λόγω φύλου.

  • Άρθρο 23: Ισότητα γυναικών και ανδρών σε όλους τους τομείς, περιλαμβανομένης της απασχόλησης, της εργασίας και της αμοιβής. Η διάταξη επιτρέπει ειδικά πλεονεκτήματα υπέρ του “υποεκπροσωπούμενου” φύλου.

  • Άρθρο 24: Δικαιώματα του παιδιού και πρωταρχική σημασία του συμφέροντός του.

  • Άρθρο 47: Δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης.

Η εφαρμογή του Χάρτη από τις εθνικές αρχές συνδέεται με το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αποτελεί γενική βάση για την υπαγωγή κάθε εθνικής διαφοράς στο ενωσιακό δίκαιο.

Α.3. Οδηγία 2012/29/ΕΕ για τα δικαιώματα των θυμάτων

Η Οδηγία καθορίζει ελάχιστα πρότυπα για τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία των θυμάτων εγκληματικότητας. Αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για την εξέταση της ενημέρωσης, της πρόσβασης σε υπηρεσίες, της προστασίας από δευτερογενή θυματοποίηση και της εξατομικευμένης αξιολόγησης των αναγκών.

Η εφαρμογή της στο ελληνικό δίκαιο πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις σχετικές εθνικές διατάξεις και τις ειδικές εγγυήσεις που ισχύουν για διαφορετικές κατηγορίες θυμάτων.

Α.4. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για τη βία κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία

Η Οδηγία ενισχύει την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Το άρθρο 1 παρ. 2 προβλέπει την εφαρμογή των κεφαλαίων 3 έως 7 σε όλα τα θύματα των σχετικών αδικημάτων, ανεξαρτήτως φύλου, ενώ το άρθρο 2 ορίζει το θύμα ανεξαρτήτως φύλου για τους σκοπούς που καλύπτει η Οδηγία.

Η Οδηγία προβλέπει προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έως τις 14 Ιουνίου 2027. Κατά την ημερομηνία του παρόντος υπομνήματος, 11 Οκτωβρίου 2026, η προθεσμία αυτή δεν έχει παρέλθει. Οι επιμέρους υποχρεώσεις πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής, τις προθεσμίες και τις αρχές του ενωσιακού δικαίου.

Α.5. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

  • Άρθρο 6: Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

  • Άρθρο 8: Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

  • Άρθρο 14: Απαγόρευση διακρίσεων στην απόλαυση των δικαιωμάτων της Σύμβασης.

  • Πρωτόκολλο 12: Γενική απαγόρευση διακρίσεων, σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής του.

Οι διατάξεις αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην εξέταση οικογενειακών διαφορών, της προστασίας των παιδιών και της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών. Η επίκλησή τους πρέπει να συνδέεται με τα πραγματικά περιστατικά και τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Α.6. Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Ιδιαίτερη σημασία έχουν:

  • Το άρθρο 3 για το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

  • Το άρθρο 12 για το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τη γνώμη του.

  • Το άρθρο 19 για την προστασία από κάθε μορφή βίας.

  • Το άρθρο 9 για τις σχέσεις του παιδιού με τους γονείς του, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η Σύμβαση.

Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση και δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές παραδοχές για τον ρόλο του πατέρα ή της μητέρας.

Α.7. Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Η Σύμβαση αφορά την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Αναγνωρίζει την ανάγκη εξειδικευμένης προστασίας των γυναικών και των παιδιών τους, ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης διευκρινίζει ότι και άνδρες και αγόρια μπορεί να είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και ότι τα κράτη μπορούν να επεκτείνουν σε αυτά το σχετικό πλαίσιο προστασίας.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄

Θεσμικές παραλείψεις, ερωτήματα και ζητούμενες απαντήσεις

Το παράρτημα αυτό δεν προδικάζει ότι κάθε φορέας έχει παραβιάσει τον νόμο. Καθορίζει τα ζητήματα που πρέπει να ελεγχθούν και τα έγγραφα που πρέπει να ζητηθούν, ώστε οι διαπιστώσεις να βασίζονται σε τεκμήρια.

Β.1. Συνήγορος του Πολίτη

Ζητείται συγκεντρωτική εξέταση των αναφορών που αφορούν πιθανά δικαιώματα ανδρών και πατέρων, με έμφαση στα κριτήρια παραδεκτού, στις αιτιολογίες αρχειοθέτησης και στη συνεπή εφαρμογή των αρμοδιοτήτων του θεσμού.

Ερωτήματα:

  1. Πώς καταγράφονται οι αναφορές για διακρίσεις λόγω φύλου σε βάρος ανδρών;

  2. Ποιοι είναι οι συνηθέστεροι λόγοι αρχειοθέτησης και πώς αιτιολογούνται;

  3. Πώς εξετάζονται οι αναφορές που αφορούν οικογενειακή ζωή, πατρότητα, υπηρεσίες υποστήριξης και πρόσβαση σε διοικητικές διαδικασίες;

  4. Ποια συγκεντρωτικά στοιχεία μπορούν να δημοσιοποιηθούν, με προστασία προσωπικών δεδομένων;

  5. Ποιες δυνατότητες επανεξέτασης ή περαιτέρω θεσμικής παρέμβασης προβλέπονται;

Β.2. Υπουργείο Δικαιοσύνης

Ζητείται αξιολόγηση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προστασίας των θυμάτων, της αιτιολόγησης αποφάσεων σε οικογενειακές διαφορές και της δυνατότητας συγκέντρωσης ανωνυμοποιημένων δεδομένων.

Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάσει τη διάρκεια των διαδικασιών, την πρόσβαση σε νομική βοήθεια, την εκτέλεση αποφάσεων επικοινωνίας και την αντιμετώπιση καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας, χωρίς να προδικάζει τη δικαστική κρίση σε συγκεκριμένες υποθέσεις.

Β.3. Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και Ελληνική Αστυνομία

Ζητείται σαφής περιγραφή της διαδικασίας υποδοχής και διερεύνησης καταγγελιών ανδρών και αγοριών, των υπηρεσιών παραπομπής, της εκτίμησης κινδύνου και της πρόσβασης σε προστασία.

Πρέπει να διευκρινιστεί εάν υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες άνδρες δεν μπόρεσαν να λάβουν κατάλληλη υποστήριξη λόγω έλλειψης δομής, καθώς και ποια διαδικασία ακολουθείται σε αυτές τις περιπτώσεις.

Β.4. Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ΚΕΘΙ

Ζητείται παρουσίαση:

  • Των στόχων και των δικαιούχων των σχετικών πολιτικών και προγραμμάτων.

  • Της μεθοδολογίας αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.

  • Των στοιχείων για τις ανάγκες ανδρών και αγοριών που δεν καλύπτονται από τις εξειδικευμένες δομές.

  • Των διαθέσιμων εναλλακτικών υπηρεσιών και των διαδικασιών παραπομπής.

  • Των ερευνητικών προτεραιοτήτων σχετικά με την ανδρική υγεία, τη βία, την πατρότητα και την ψυχική υγεία των αγοριών.

Η εξέταση δεν πρέπει να θεωρεί ότι η εξειδίκευση μιας υπηρεσίας για γυναίκες αποτελεί από μόνη της παραβίαση της ισότητας. Το ζητούμενο είναι η τεκμηρίωση της επάρκειας του συνολικού συστήματος προστασίας.

Β.5. Υπουργείο Υγείας

Ζητείται να παρουσιαστούν τα διαθέσιμα στοιχεία και οι πολιτικές για:

  • Την ενημέρωση και την πρόληψη στον καρκίνο του προστάτη.

  • Την ανδρική ψυχική υγεία και την πρόληψη αυτοκτονιών.

  • Την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης.

  • Την αξιολόγηση των αναγκών διαφορετικών ηλικιακών ομάδων.

  • Τη συμμετοχή ανδρών και γυναικών σε προγράμματα πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης.

Β.6. Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

Ζητείται συγκριτική αξιολόγηση των προγραμμάτων απασχόλησης, κατάρτισης, επαγγελματικής υγείας, κοινωνικής προστασίας και γονεϊκότητας. Η ανάλυση πρέπει να διακρίνει τους πραγματικούς λόγους διαφορών μεταξύ ομάδων και να εξετάζει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Β.7. Υπουργείο Παιδείας και Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής

Ζητείται έλεγχος του εκπαιδευτικού υλικού και των προγραμμάτων πρόληψης της βίας και των διακρίσεων, με έμφαση:

  • Στην αναγνώριση αγοριών ως πιθανών θυμάτων.

  • Στην αποφυγή συλλογικής απόδοσης ευθύνης βάσει φύλου.

  • Στην ενημέρωση για τη γονεϊκότητα και την οικογενειακή ζωή.

  • Στη διαχείριση του σχολικού εκφοβισμού και της ψυχολογικής επιβάρυνσης.

  • Στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εκπαιδευτικών δράσεων.

Β.8. ΚΕΔΕ, Δήμοι και Περιφέρειες

Ζητείται καταγραφή των τοπικών δράσεων, των συνεργασιών με οργανώσεις, των δικαιούχων των προγραμμάτων και των διαθέσιμων υπηρεσιών παραπομπής. Ειδικά για δημόσιες εκδηλώσεις σχετικά με τη βία, ζητείται να εξεταστεί εάν παρέχεται ενημέρωση για όλες τις διαθέσιμες υπηρεσίες προστασίας και εάν υπάρχει σαφής διαδικασία υποστήριξης ανδρών και αγοριών.

Η συνεργασία με εξειδικευμένες οργανώσεις είναι θεμιτή. Η δημόσια χρηματοδότηση και η επιλογή συνεργατών, όμως, πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς στόχους, διαφάνεια και αξιολόγηση αποτελεσμάτων.

Β.9. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και επαγγελματικοί φορείς

Ζητείται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να εξετάσουν την πρόσβαση σε νομική ενημέρωση, την επιμόρφωση σε θέματα ίσης μεταχείρισης και δικαιωμάτων θυμάτων και την ενημέρωση των πολιτών για τις διαθέσιμες διαδικασίες.

Δεν ζητείται από τους επαγγελματικούς φορείς να υποκαταστήσουν τα δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές, αλλά να συμβάλουν στην ορθή ενημέρωση και στην εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας.

Β.10. ΕΣΗΕΑ, ΕΣΡ, ΕΡΤ και ιδιωτική τηλεόραση

Ζητείται να εξεταστούν συγκεκριμένες πρακτικές παρουσίασης περιστατικών βίας, οικογενειακών διαφορών και δικαστικών υποθέσεων, ιδίως όταν η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να μετατρέψει το φύλο σε υποκατάστατο αποδεικτικού στοιχείου.

Η εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Την ακρίβεια των πληροφοριών και την παρουσίαση της δικαστικής έκβασης.

  • Τον διαχωρισμό καταγγελίας, κατηγορίας, παραπομπής και καταδίκης.

  • Την προστασία ανηλίκων και προσωπικών δεδομένων.

  • Την αποφυγή στερεοτύπων για τους άνδρες, τις γυναίκες και τους γονείς.

  • Τη δυνατότητα υποβολής τεκμηριωμένων αιτημάτων διόρθωσης ή ελέγχου.

Β.11. Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ευρωπαϊκοί θεσμοί

Ζητείται να εξεταστεί, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου για την ίση μεταχείριση, τα δικαιώματα των θυμάτων, την προστασία των παιδιών και την καταπολέμηση της βίας.

Η υποβολή αναφοράς πρέπει να περιγράφει συγκεκριμένο εθνικό μέτρο ή πρακτική, τον εφαρμοστέο κανόνα και τα διαθέσιμα στοιχεία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν λειτουργεί ως εφετείο για κάθε εθνική διοικητική ή δικαστική απόφαση.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄

Μεθοδολογία τεκμηρίωσης και δείκτες αξιολόγησης

Για κάθε θεσμική δράση πρέπει να καταγράφονται ο επίσημος στόχος, η νομική βάση, οι δικαιούχοι, η χρηματοδότηση, τα διαθέσιμα στοιχεία και τα αποτελέσματα.

Οι δείκτες πρέπει, όπου είναι εφικτό, να περιλαμβάνουν:

  1. Αριθμό αναφορών και καταγγελιών, ανά φύλο, ηλικία και μορφή περιστατικού.

  2. Αριθμό παραπομπών και αιτημάτων υποστήριξης.

  3. Διαθεσιμότητα υπηρεσιών και γεωγραφική κάλυψη.

  4. Χρόνους αναμονής και ολοκλήρωσης διαδικασιών.

  5. Πρόσβαση σε νομική, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη.

  6. Συγκεντρωτικά στοιχεία για οικογενειακές διαδικασίες και προστασία παιδιών.

  7. Δεδομένα για την υγεία, την απασχόληση, την ψυχική υγεία και την εκπαίδευση.

  8. Μετρήσιμα αποτελέσματα προγραμμάτων και τεκμηριωμένες προτάσεις βελτίωσης.

Η δημοσίευση δεδομένων πρέπει να προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα και να αποφεύγει την εξαγωγή συμπερασμάτων που δεν υποστηρίζονται από τη μεθοδολογία. Οι διαφορές μεταξύ φύλων δεν πρέπει να ερμηνεύονται χωρίς να εξετάζονται η ηλικία, οι κοινωνικές συνθήκες, η φύση του περιστατικού και οι παράγοντες κινδύνου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄

Διεθνής νομολογία και επιστημονική βιβλιογραφία για την οικογένεια και τα παιδιά

Η αξιολόγηση των δικαιωμάτων των πατέρων, των μητέρων και των παιδιών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την οικογενειακή ζωή, τη διαδικαστική δικαιοσύνη, την προστασία των παιδιών και την υποχρέωση των αρχών να εξετάζουν τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

Ενδεικτικά, πρέπει να μελετηθούν:

  • Strand Lobben and Others v. Norway [GC], προσφυγή αρ. 37283/13, απόφαση 10 Σεπτεμβρίου 2019.

  • K.O. and V.M. v. Norway, προσφυγή αρ. 64808/16, απόφαση 19 Νοεμβρίου 2019.

  • Pedersen and Others v. Norway, προσφυγή αρ. 39710/15, απόφαση 10 Μαρτίου 2020.

Οι αποφάσεις αυτές αφορούν ζητήματα οικογενειακής ζωής και προστασίας παιδιών. Δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως απόδειξη ότι κάθε περιορισμός επικοινωνίας είναι παράνομος ή ότι οι πατέρες αντιμετωπίζονται πάντοτε δυσμενώς. Χρησιμεύουν ως νομικές πηγές για την εξέταση της αναλογικότητας, της αιτιολόγησης και της εξατομικευμένης αξιολόγησης.

Η επιστημονική βιβλιογραφία που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να περιλαμβάνει έρευνες για την ευημερία των παιδιών μετά τον χωρισμό των γονέων, τη σχέση γονέα–παιδιού, την ενδοοικογενειακή βία, την αξιολόγηση κινδύνου, τις επιπτώσεις της γονεϊκής σύγκρουσης και τις μεθόδους καταγραφής των θυμάτων.

Οι μελέτες πρέπει να αξιολογούνται ως προς τη μεθοδολογία, το δείγμα, το έτος, τη χώρα, τους περιορισμούς και τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται επιλεκτικά ώστε να προεξοφλείται η καταλληλότητα ενός γονέα ή η αξιοπιστία μιας καταγγελίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε΄

Πηγές και βιβλιογραφία

Οι ακόλουθες πηγές αποτελούν τη βάση για την τελική νομική και θεσμική τεκμηρίωση. Για την τελική κατάθεση πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι επίσημες εκδόσεις και οι ισχύουσες ενοποιημένες διατάξεις.

Ε.1. Ελληνική νομοθεσία και θεσμικές πηγές

  1. Σύνταγμα της Ελλάδας, ιδίως άρθρα 4, 5, 20, 21, 22, 25 και 116.

  2. Ν. 3500/2006, για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, όπως έχει τροποποιηθεί.

  3. Ν. 3896/2010, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

  4. Ν. 4443/2016, για την ίση μεταχείριση και την εφαρμογή των σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών.

  5. Ν. 4800/2021, για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ζητήματα γονικής μέριμνας, όπως ισχύει.

  6. Συνήγορος του Πολίτη, επίσημες αρμοδιότητες, ετήσιες εκθέσεις και δημοσιευμένες αποφάσεις ή πορίσματα.

  7. Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), επίσημες μελέτες, εκθέσεις και πληροφορίες για τις συμβουλευτικές δομές.

  8. Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επίσημες στρατηγικές, προγράμματα και εκθέσεις.

  9. Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), στοιχεία για υγεία, απασχόληση, οικογένεια και δημογραφία.

  10. Υπουργεία Δικαιοσύνης, Υγείας, Εργασίας, Παιδείας, Προστασίας του Πολίτη και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, επίσημες εκθέσεις, διοικητικά στοιχεία και προγράμματα.

Ε.2. Ευρωπαϊκή νομοθεσία και θεσμικές πηγές

  1. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως άρθρα 20, 21, 23, 24 και 47.

  2. Οδηγία 2012/29/ΕΕ, για τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία των θυμάτων εγκληματικότητας.

  3. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385, για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

  4. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επίσημο υλικό για τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ίση μεταχείριση.

  5. Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), εκθέσεις και έρευνες για την ισότητα και τα δικαιώματα των θυμάτων.

  6. Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), δείκτες, μεθοδολογίες και εκθέσεις για την ισότητα των φύλων.

Ε.3. Διεθνές δίκαιο και νομολογία

  1. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως άρθρα 6, 8 και 14.

  2. Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ιδίως άρθρα 3, 9, 12 και 19.

  3. Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης).

  4. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, HUDOC, βάση νομολογίας.

  5. Strand Lobben and Others v. Norway [GC], αρ. 37283/13, 10.09.2019.

  6. K.O. and V.M. v. Norway, αρ. 64808/16, 19.11.2019.

  7. Pedersen and Others v. Norway, αρ. 39710/15, 10.03.2020.

Ε.4. Επιστημονικά δεδομένα και ερευνητικές πηγές

  1. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO), δημοσιεύσεις για την ψυχική υγεία, την πρόληψη αυτοκτονιών και τη δημόσια υγεία.

  2. Eurostat, επίσημα στατιστικά στοιχεία για υγεία, εργασία, απασχόληση και κοινωνικές συνθήκες.

  3. ΕΛΣΤΑΤ, επίσημα στοιχεία για αυτοκτονίες, θνησιμότητα και άλλους σχετικούς δείκτες, με αναφορά στο συγκεκριμένο έτος και τη μεθοδολογία.

  4. Εθνικές και ευρωπαϊκές μελέτες για τη γονεϊκότητα, την οικογενειακή σύγκρουση, την προστασία των παιδιών και την ενδοοικογενειακή βία, με πλήρη αναφορά συγγραφέων, τίτλου, έτους, δείγματος και μεθοδολογίας.

  5. Επίσημες εκθέσεις αξιολόγησης προγραμμάτων ισότητας και προστασίας θυμάτων, με έμφαση στους στόχους, τους δικαιούχους, τη χρηματοδότηση και τα μετρήσιμα αποτελέσματα.

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΘΕΣΗ – ΑΙΤΗΜΑ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα ενός ενδεχόμενου διαχωρισμού στην αντιμετώπιση των πολιτών ανάλογα με το φύλο, τόσο ως προς την επιλογή των στατιστικών δεδομένων που αξιοποιούνται για τη χάραξη και την αξιολόγηση πολιτικών όσο και ως προς την αντίδραση των αρμόδιων αρχών και οργανισμών σε αιτήματα, αναφορές και καταγγελίες. Η χρήση παλαιότερων στατιστικών στοιχείων, χωρίς συστηματική συνεκτίμηση νεότερων, συγκρίσιμων και επικαιροποιημένων δεδομένων, καθώς και η ενδεχόμενη διαφοροποίηση των πολιτικών, των ενεργειών και της θεσμικής ανταπόκρισης ανάλογα με το φύλο του προσώπου που ζητά προστασία ή θέτει ένα ζήτημα, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την πληρότητα, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της σχετικής διοικητικής πρακτικής.

Η ανησυχία αυτή εντείνεται όταν διαμορφώνεται η εικόνα δύο διαφορετικών μέτρων και δύο διαφορετικών σταθμών: αφενός, πολιτικές, δημόσιες παρεμβάσεις και μηχανισμοί προστασίας που ενεργοποιούνται ή προβάλλονται με συγκεκριμένο τρόπο ανάλογα με το φύλο και, αφετέρου, διαφορετική ή μη επαρκώς αιτιολογημένη αντίδραση όταν τα αιτήματα αφορούν άνδρες, πατέρες ή αγόρια. Στην ίδια προβληματική εντάσσεται και η αρχειοθέτηση αναφορών ή ερωτημάτων χωρίς σαφή, ειδική και ελέγξιμη αιτιολογία, εφόσον αυτή διαπιστωθεί κατά την εξέταση των σχετικών φακέλων. Η αρχειοθέτηση, ως διοικητική ενέργεια, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη μεροληψίας· οφείλει, ωστόσο, να μπορεί να ελεγχθεί ως προς τη νόμιμη βάση της, την αιτιολογία της, την πληρότητα της εξέτασης και την ισότιμη εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων σε αντίστοιχες περιπτώσεις.

Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στη διαφωνία ως προς την πολιτική προτεραιοποίηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Αφορά το εάν οι δημόσιες αρχές και οι εποπτευόμενοι ή συνεργαζόμενοι οργανισμοί εφαρμόζουν με συνέπεια τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, την αρχή της αναλογικότητας, την υποχρέωση νόμιμης και επαρκώς αιτιολογημένης διοικητικής δράσης, καθώς και τις εγγυήσεις αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων. Η συνταγματικότητα και η νομιμότητα συγκεκριμένων πολιτικών, πρακτικών, παραλείψεων ή αποφάσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν εκ των προτέρων ούτε δεδομένες ούτε παραβιασμένες· πρέπει να μπορούν να ελεγχθούν βάσει των πραγματικών στοιχείων, του εφαρμοστέου δικαίου και των αιτιολογιών που επικαλούνται οι αρμόδιοι φορείς.

Για τον λόγο αυτό ζητείται από τους αρμόδιους θεσμούς να εξετάσουν ειδικά:

  1. Αν οι πολιτικές και οι δημόσιες παρεμβάσεις βασίζονται σε επικαιροποιημένα, συγκρίσιμα και μεθοδολογικά τεκμηριωμένα δεδομένα ή αν εξακολουθούν να στηρίζονται επιλεκτικά σε παλαιότερες στατιστικές, χωρίς επαρκή συνεκτίμηση των νεότερων στοιχείων.
  2. Αν εφαρμόζονται ενιαία, αντικειμενικά και εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια για την υποδοχή, διερεύνηση, παραπομπή και αρχειοθέτηση αναφορών, ανεξαρτήτως φύλου του αναφέροντος ή του προσώπου που ζητά προστασία.
  3. Αν υπάρχουν μετρήσιμες διαφορές στην ανταπόκριση των αρχών και οργανισμών σε συγκρίσιμες περιπτώσεις και, εφόσον υπάρχουν, ποια πραγματικά και νομικά στοιχεία τις δικαιολογούν.
  4. Αν οι σχετικές αποφάσεις και παραλείψεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες, καταγεγραμμένες και διαθέσιμες προς έλεγχο από τα αρμόδια όργανα.
  5. Αν απαιτούνται διορθωτικές ενέργειες, επικαιροποίηση πολιτικών, βελτίωση της συλλογής δεδομένων ή αναθεώρηση διαδικασιών, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη πρόσβαση στην προστασία και αποτελεσματική εξέταση κάθε υπόθεσης.

Το παρόν υπόμνημα δεν ζητά την υποβάθμιση της προστασίας των γυναικών ούτε την αμφισβήτηση της ανάγκης αντιμετώπισης της έμφυλης βίας και των διακρίσεων. Ζητά να εφαρμοστούν οι ίδιες θεμελιώδεις εγγυήσεις δικαιωμάτων, νομιμότητας, τεκμηρίωσης και λογοδοσίας σε όλους τους ανθρώπους, με τις ειδικές προστατευτικές παρεμβάσεις να αξιολογούνται βάσει των νόμιμων σκοπών τους, των πραγματικών αναγκών και της αναλογικοτητας τους.

Η ισότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στη διακηρυξη της ούτε να εξαρτάται από το φύλο εκείνου που ζητά την εφαρμογή της. Απαιτεί σύγχρονα και αξιόπιστα δεδομένα, ενιαία κριτήρια αξιολόγησης, αιτιολογημένες αποφάσεις, αποτελεσματικές διαδικασίες προσφυγής και ουσιαστικό έλεγχο της δράσης και των παραλείψεων των αρμόδιων φορέων.

Κατόπιν των ανωτέρω, ζητείται η έγγραφη και ειδικά αιτιολογημένη απάντηση των αρμόδιων θεσμών, η γνωστοποίηση των στοιχείων στα οποία στηρίζονται οι σχετικές πολιτικές και αποφάσεις, καθώς και η εξέταση κάθε τεκμηριωμένης ένδειξης άνισης μεταχείρισης ή μη επαρκώς αιτιολογημένης αρχειοθέτησης από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο.

Η ισότητα δεν είναι ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων. Είναι υποχρέωση των θεσμών να προστατεύουν τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου, να εξετάζουν κάθε υπόθεση βάσει των στοιχείων και του νόμου και να λογοδοτούν για τις αποφάσεις και τις παραλείψεις τους.

Comments are closed.