Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (1926-2026)- Η προσφυγοπούλα του Βύρωνα που έγινε πρύτανης της Σορβόννης

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η σημαντικότερη Ελληνίδα βυζαντινολόγος διεθνούς εμβέλειας, έφυγε από τη ζωή στις 16 Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 99 ετών, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής.

Γεννημένη στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926, η Ελένη Γλύκατζη καταγόταν από μικρασιάτικη οικογένεια, με πατέρα τον Νίκο Γλύκατζη και μητέρα την Καλλιρρόη Ψαλτίδη από την Προύσα.
Μεγάλωσε σε ένα πολυμελές προσφυγικό σπίτι στον Βύρωνα, με έξι παιδιά, χωρίς θέρμανση και με λίγα υλικά αγαθά, αλλά με ανεξάντλητη πνευματική περιέργεια. Όπως η ίδια θυμόταν, έμαθε να διαβάζει πριν καν πάει σχολείο, ακούγοντας τα μεγαλύτερα αδέλφια της να μελετούν, και η πρώτη βιβλιοθήκη που αντίκρισε σε ένα ξένο σπίτι στάθηκε καθοριστική εμπειρία.

Στα χρόνια της Κατοχής, η νεαρή Ελένη εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, όπου διετέλεσε υπεύθυνη μαθητριών του Παγκρατίου, και μετά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τον ΕΛΑΣ Αθηνών στην υποχώρησή του, για να επιστρέψει στον Βύρωνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, έχοντας μαζί της τον Θερβάντες και τον Καβάφη.
Το 1945 εισήχθη στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και από νωρίς ξεχώρισε για τη δυναμική της προσωπικότητα: όταν καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας την απέτρεπε από το να ακολουθήσει την επιστήμη της αρχαιολογίας ως γυναίκα, εκείνη απάντησε με τη γνωστή φράση, «Εγώ στη ζωή θα κάνω αυτό που μου αρέσει. Αν χρειαστεί, θα πουλάω λεμόνια στο κέντρο της Αθήνας».

Το 1953 η Ελένη Γλύκατζη εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της στην École des Hautes Études, και δύο χρόνια αργότερα διορίστηκε ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS).

Το 1958 παντρεύτηκε τον Ζακ Αρβελέρ, αξιωματικό του γαλλικού πολεμικού ναυτικού, υιοθετώντας το επώνυμο που θα συνόδευε τη διεθνή της πορεία, και απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν.
Το 1960 αναγορεύτηκε διδάκτωρ Ιστορίας και το 1966 ολοκλήρωσε το δεύτερο διδακτορικό της στη Φιλολογία, με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα (Byzance et la mer) να εκδίδεται από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας και να καθίσταται έργο αναφοράς.
Το 1964 είχε ήδη γίνει διευθύντρια του CNRS, και το 1967 εξελέγη καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στη Σορβόννη, ενώ διετέλεσε διευθύντρια του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου.
Ακολούθησε μια εντυπωσιακή ανοδική πορεία: αντιπρύτανις (1970-1973) και το 1976 πρύτανις του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris I), όντας η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε αυτό το αξίωμα στην 700ετή ιστορία του ιστορικού πανεπιστημίου, αλλά και η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που ηγήθηκε ενός διεθνώς αναγνωρισμένου πανεπιστημίου.
Η ίδια αντιμετώπιζε τη διάκριση με χαρακτηριστική λιτότητα, «Δεν ήθελα να είμαι η πρώτη γυναίκα. Ήθελα να είμαι απλώς καλή πρύτανης».
Το 1982, ο Πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν τη διόρισε πρύτανη της Ακαδημίας των Παρισίων και καγκελάριο των Πανεπιστημίων του Παρισιού, καθιστώντας την την πρώτη γυναίκα σε μία από τις υψηλότερες θέσεις του γαλλικού εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Η σταδιοδρομία της Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε μοναδική, διετέλεσε πρόεδρος του Κέντρου Ζωρζ Πομπιντού (1989-1991), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών (1993-2021), και πρόεδρος της Επιτροπής Ηθικής του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας.

Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (από το 1976), αντεπιστέλλον μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου και της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, και τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων, μεταξύ των οποίων η Λεγεώνα της Τιμής, το Εθνικό Τάγμα της Αξίας, και το Τάγμα των Ακαδημαϊκών Φοινίκων.
Η ερευνητική προσφορά της υπήρξε καθοριστική για την αναθεώρηση της εικόνας του Βυζαντίου στη διεθνή ιστοριογραφία, σε μια εποχή που η βυζαντινή αυτοκρατορία αντιμετωπιζόταν συχνά ως μια «ενδιάμεση» περίοδο παρακμής, εκείνη το ανέδειξε ως κομβικό κεφάλαιο ιστορικής συνέχειας.
Στο magnum opus της, «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» (L’idéologie politique de l’empire byzantin, 1975), ανέδειξε το Βυζάντιο ως πολυεθνική και πολυπολιτισμική δύναμη με στρατηγική σκέψη και μακρόπνοη πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι «Το Βυζάντιο δεν ήταν ούτε σκοτάδι ούτε παρακμή. Ήταν μια κοινωνία σε διαρκή διαπραγμάτευση με τον κόσμο».

Για την ιστορικό, το Βυζάντιο δεν αποτελούσε απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά ένα γνήσιο εργαστήριο πολιτικής σκέψης, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής συνέχειας.
Παρά τη διεθνή της σταδιοδρομία, η Γλύκατζη-Αρβελέρ παρέμεινε ενεργή στον δημόσιο διάλογο για δεκαετίες, μιλώντας για την παιδεία, τον πολιτισμό, την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας, τα εθνικά ζητήματα, και ειδικά για το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, στο οποίο παρέμεινε αφοσιωμένη μέχρι το τέλος.
Οι τοποθετήσεις της είχαν πάντα βαρύτητα, και συχνά απαντούσε σε ερωτήσεις για την ταυτότητα λέγοντας, «Η πατρίδα είναι ένα συναίσθημα, είναι ο τόπος που κρατάει τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά μας. Η πατρίδα είναι τα κοινά μας συμφέροντα, το “εμείς”».
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε σύμβολο ελληνικής παιδείας, διανόησης και ήθους.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας την αποχαιρέτησε ως τη γυναίκα «που φώτισε μέσα από το έργο της τη διαχρονική διάσταση της ελληνικής ταυτότητας», ενώ ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αποχαιρετώντας την «πολύτιμη φίλη και σύμβουλο», θυμήθηκε τη διδαχή της, «Να μην μπερδεύετε τη γνώση με τη γνώμη. Η γνώμη αλλάζει, ενώ η γνώση εμπλουτίζεται».
Όπως η ίδια ευχόταν, «το μόνο που θέλω είναι να πεθάνω όρθια και ορθή», έτσι έφυγε, αφήνοντας πίσω της μια ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη.
Η ζωή της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ αποδεικνύει ότι η γνώση, η εργατικότητα και η γνησιότητα της προσφοράς, μπορούν να υπερβούν κάθε στερεότυπο και κάθε περιορισμό, ανοίγοντας δρόμους για τις επόμενες γενιές,από τον προσφυγικό Βύρωνα στην κορυφή της Σορβόννης, η διαδρομή της παραμένει φωτεινό μονοπάτι, για κάθε νέα και νέο που ονειρεύεται, να κατακτήσει κορυφές με μόνα εφόδια, το πείσμα και την αγάπη για τη γνώση.

Comments are closed.